Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

αρχιμ. Καλλίστρατος Λυράκης: Η ιερή ακολουθία του Μεσονυκτικού

αρχιμ. Καλλίστρατος Λυράκης: Η ιερή ακολουθία του Μεσονυκτικού

Αγιογραφική θεμελίωση του Μεσονυκτικού

Η ακολουθία του Μεσονυκτικού κατέχει τη δεύτερη χρονικά θέση στο καθημερινό τυπικό των ιερών ακολουθιών της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Ως προς το περιεχόμενο όμως, καθόλου δεν υστερεί απέναντι των άλλων ιερών ακολουθιών, καθώς και αυτή συντελεί στην ανύψωση της ψυχής κάθε Ορθόδοξου πιστού.

Στην ακολουθία του Μεσονυκτικού διαλάμπει σαν άλλο πολύεδρο διαμάντι- η Ορθόδοξη πίστη και αλήθεια, εφόσον με το όλο περιεχόμενό του φωτίζονται η ευγνωμοσύνη και η εγρήγορση, αρετές οι οποίες θεμελιώνονται και αγιογραφικά. 

Έτσι για άλλη μια φορά φανερώνεται η διπολική και διαχρονική σχέση, η οποία υπάρχει ανάμεσα στην ορθόδοξη πίστη και τη λατρευτική παράδοση, όπου η πίστη οικοδομεί και η λατρεία διατηρεί το Ορθόδοξο οικοδόμημα.

Για την αγιογραφική θεμελίωση του Μεσονυκτικού επιβάλλεται να ανατρέξομε στους Ιουδαίους αρχικά, και στη συνέχεια σ' όλους τους χριστιανούς, ενθυμούμενοι πόσο οι πρώτοι συναισθανόμενοι και βιώνοντας την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά των Αιγυπτίων, και την αιώνια λύτρωσή τους με το Θεϊκό αίμα του Κυρίου Ιησού οι δεύτεροι, εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους με την εορτή του Πάσχα.

Ως προς τη χρονική στιγμή της ψυχοσωματικής τους απελευθέρωσης - η οποία αιτιολογεί την ονομασία και το χρόνο τέλεσης του Μεσονυκτικού- υποβοηθεί τις σκέψεις μας και ο κ. Ιω. Φουντούλης: «Στην ιστορία του παλαιού Ισραήλ υπήρχε το συνταρακτικό γεγονός της Αιγύπτου, όπου ο ολοθρευτής άγγελος κατά τη νύκτα της απελευθέρωσης από τον ζυγό των Αιγυπτίων θανάτωσε τά πρωτότοκα των Αιγυπτίων «μεσούσης της νυκτός»(Έξ. IB' 29).

Στην ανάμνηση του γεγονότος αυτού κατά τη νύκτα του Εβραϊκού Πάσχα οι Ιουδαίοι της εποχής του Χριστού περίμεναν και πάλι τον ελευθερωτή που θα συνέτριβε τους εχθρούς του λαού του Θεού.

Ο τύπος ομως έγινε πραγματικότητα στο νέο Ισραήλ, δηλαδή σε μας τους χριστιανούς ο Λυτρωτής μας αναστήθηκε κατά τη νύκτα του Πάσχα «οψέ Σαββάτων» (Ματθ. κη΄1), αργά τη νύκτα του Σαββάτου. Και η χριστιανική παράδοση εντόπιζε χρονικά το γεγονός αυτό στό μεσονύκτιο».

Ευγνωμοσύνη και εγρήγορση

Αναντίρρητα, η ευγνωμοσύνη για την ανεκτίμητη θυσία του Χριστού μένει επιφανειακή και ρηχή εορταστική εκδήλωση, αν δεν συνοδεύεται και από έμπρακτη εγρήγορση, η οποία συντελεί τα μέγιστα στον αγιασμό του πιστού. Γι' αυτό και υπάρχει εσωτερική και ουσιαστική σύνδεση ανάμεσα στίς έννοιες - αρετές της ευγνωμοσύνης και της πνευματικής αγρυπνίας.

Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι η ακολουθία του Μεσονυκτικού στην ουσία και το περιεχόμενό της - εκτός από το χρόνο της λύτρωσης του ανθρώπου από τα ολέθρια δεσμά του σωματικού και πνευματικού θανάτου - υπενθυμίζει στο βραχύβιο άνθρωπο και τη νήψη, ώστε ο αιφνίδιος χρόνος του θανάτου του ή της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου να μη στερήσει αυτόν «της εκ δεξιών μερίδος των σωζομένων τυχείν».

Ο Κύριος Ιησούς, επειδή γνώριζε την ανθρώπινη αδυναμία και την εύκολη παραμέληση της οδού της νήψης από τον άνθρωπο, ακολούθησε τον αφυπνιστικό χειρισμό με την εξιστόρηση της παραβολής των δέκα Παρθένων, όπου προσδιορίζεται ότι η έλευση του Νυμφίου θα γίνει «μέσης νυκτός», οπότε «κραυγή γέγονεν, ιδού ο Νυμφίος έρχεται» (Ματθ. κε' 6).

Στη μνήμη μας έρχονται ακόμη επίμονες επαναλήψεις της αυτής φράσης του Κυρίου λίγο προ του Πάθους Του, όταν συνιστούσε στους Μαθητές Του να γρηγορούν, να αγρυπνούν και να προσεύχονται, διότι δεν γνωρίζουν ποια ώρα θα έλθει και πάλι· «γρηγορείτε ουν ουκ οίδατε γαρ πότε ο Κύριος της οικίας έρχεται, όψε ή μεσονυκτίου ή αλεκτοροφωνίας ή πρωί», «μη ελθών εξαίφνης εύρη υμάς καθεύδοντας» (Μάρκ. ιγ' 35-36).

Το ίδιο πνεύμα τήρησαν και οι Απόστολοι διδάσκοντας ότι ο Κύριος θα έλθει ξαφνικά, σε ώρα απρόσμενη. Ο απ. Παύλος στην Α' προς Θεσσαλονικείς επιστολή του μας συνιστά «γρηγορώμεν και νήφωμεν» (Κεφ.ε' 6), να είμαστε άγρυπνοι και να εγκρατευόμαστε. Και ο απ. Πέτρος μας πληροφορεί: «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί»(Β' Πέτρ. γ΄ 10). Θα έλθει δε η ημέρα του Κυρίου κατά την οποία θα κρίνει τον κόσμο. Και θα έλθει ξαφνικά, σαν τον κλέπτη κατά τη νύκτα.

Και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη μας προτρέπει:«Εάν ουν μη γρηγορήσης, ήξω επί σε ως κλέπτης, και ού γνώση ποίαν ώραν ήξω επί σε» (Κεφ. γ΄ 3). Αν λοιπόν δεν ξυπνήσεις και δεν γίνεις προσεκτικός, θα έλθω με τον θάνατό σου σε σένα ξαφνικά, όπως έρχεται και ο κλέπτης κατά τη νύκτα. Και δεν θα γνωρίσεις ποια ώρα θα έλθω σε σένα, για να ζητήσω λόγο των πράξεών σου.


Κατάθεση μετανοίας

Ανάλογη με τις παραπάνω αλήθειες, της ευγνωμοσύνης και της νήψης, είναι το περιεχόμενο της ακολουθίας του Μεσονυκτικού.

Σε μια κατάσταση πνευματικής αφύπνισης αντιλαμβάνεται ο αμαρτωλός άνθρωπος ότι τα συναισθήματα της ευγνωμοσύνης, τα οποία κατακλύζουν την ευάλωτη καρδιά του, για να μη μείνουν άκαρπα, έχουν ανάγκη της ασφαλούς οδού της έμπρακτης μετάνοιας. Γι' αυτό και ξεκινά τη μεσονυκτική επικοινωνία του με τον «δοτήρα παντός αγαθού» Θεό του, αφού εκζητεί το άπειρο έλεός Του καθώς αναγινώσκει τον 50ο ψαλμό της μετανοίας.

« Ελέησόν με ο Θεός κατά μέγα έλεος Σου». Συνεχίζει εξομολογούμενος την ενοχή του: «ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιον μου έστί διά παντός». Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας είναι κατάσταση μετανοίας, η οποία για να σταθεροποιηθεί έχει ανάγκη τον φωτισμό και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος· γι'αυτό και ικετεύει: «Πνεύμα ευθές εγκαίνισόν εν τοις εγκάτοις μου...και το Πνεύμα Σου το Άγιον μη αντανέλης απ' εμού»... «και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με». Επιπλέον η ανθρώπινη δοξολογία είναι θεάρεστη, διότι είναι σύμφωνη με το πνεύμα του Θεού κατά το «Κύριε τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου» (στιχ. 3, 5,12,13,14,17).

Υπακοή στο Θείο Νόμο

Και όσο το σκοτάδι της νύκτας γίνεται πιο βαθύ, τόσο και τα μάτια της προσευχόμενης ψυχής καταυγάζονται από το ανέσπερο φως της Τρισηλίου Θεότητας. Απαιτείται ψυχική ορατότητα, για να μπορεί κανείς μαζί με τον προφητάνακτα να ομολογεί, στον «Άμωμον» - έτσι ονομάζεται ο 118ος ψαλμός, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος του Ψαλτηρίου - ότι είναι μακάριοι εκείνοι, οι οποίοι έγιναν «άμωμοι», άμεμπτοι, εξαιτίας τού ότι πορεύονται «εν νόμω Κυρίου», σύμφωνα με το νόμο του Θεού.

Παράκουσαν, τότε, οι πρωτόπλαστοι το νόμο του Θεού. Τώρα, η «έν μετανοία» γρήγορση εμπνέει στον άνθρωπο τον σεβασμό και την τήρηση του θεϊκού νόμου. Γι' αυτό και σ' ολόκληρο τον 118ο ψαλμό, ο οποίος διαβάζεται στο Μεσονυκτικό, πλέκεται το εγκώμιο του θείου Νόμου και με ποικίλες εκφράσεις και εικόνες καταδεικνύεται πόσο πολύτιμος είναι ο νόμος του Θεού και με πόση ευλάβεια και πιστότητα, αδιάλειπτα και αναλλοίωτα, πρέπει να τον εφαρμόζουμε, εάν θέλουμε πραγματικά να είμαστε μακάριοι και ευτυχισμένοι.

Ομολογεί, λοιπόν, με τον 118ο Ψαλμό ο χριστιανός ότι τώρα «ηγάπησα τον νόμον Σου Κύριε- όλην την ημέραν μελέτη μου έστιν» (στίχ. 27). Και αυτό, διότι «επήλπισα εις τους λόγους Σου» (στίχ. 81), στήριξα όλη τη ζωή μου στα θεία λόγια Σου, τα οποία είναι «γλυκέα τω λάρυγγί μου...υπέρ μέλι τω στόματί μου» (στίχ. 103). Αλλά και πολυτιμότερα από κάθε γή ινο θησαυρό: «αγαθός μοι ο νόμος του στόματός Σου υπέρ χιλιάδας χρυσίου και αργυρίου» (στίχ. 72).

Και είναι ασύγκριτα ανώτερος ο νόμος Σου, διότι αποτελεί το ανέσπερο πνευματικό φως, το οποίο καθοδηγεί τα διαβήματά μου, ώστε να πολιτεύομαι θεοφιλώς. Σαν άλλος λύχνος φωτίζει τον δρόμο της ζωής μου: «Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος Σου και φως ταις τρίβοις μου», γράφει ο ψαλμωδός στον 115ο στίχο. Για όλα αυτά, όχι απλά τον αποδέχομαι και τον μελετώ εμβαθύνοντας στα δικαιώματά Σου, αλλά και «εν τη καρδία μου έκρυψα το λόγια Σου, όπως αν μη αμάρτω Σοι» (στίχ. 11).

Και όταν κρατώ μέσα στην καρδιά μου το πολύτιμο μαργαριτάρι, που λέγεται Θείος Νόμος, ακόμη και μέσα στην βαθιά νύκτα θα σηκώνομαι από το κρεββάτι μου, για να ευχαριστήσω και δοξολογήσω τον Πανάγαθο Πατέρα για τις σωτήριες εντολές τις οποίες μου έδωσε: «μεσονύκτιον εξεγειρόμην του εξομολογείσθαι σοι επί τα κρίματα της δικαιοσύνης Σου» (στίχ.62).

Και με τον προηγούμενο στίχο αποκαλύπτεται το ασύλληπτο ύψος της μετανοίας, το οποίο μπορεί να προσεγγίσει ο άνθρωπος, ο οποίος αγρυπνεί και προσεύχεται με ευγνώμονη καρδιά. Ο ψαλμός συμμορφούμενος με το όλο περιεχόμενο της ακολουθίας δίνει το πνεύμα της γνήσιας μετάνοιας κατά την οποία ό,τι περιφρόνησες και περιύβρισες κάποτε, τώρα το εγκολπώνεσαι και το περιφρουρείς με τη ζωή σου και δεν παύεις να ευγνωμονείς γι' αυτό τον Θεό, ακόμη και στο διάστημα της νύχτας.


Τροπάρια νήψης και το "Πιστεύω"

Οι έννοιες της αγρυπνίας και της νήψης υποβοηθούνται και με το μέλος διαφόρων τροπαρίων, όπως είναι το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται έν τω μέσω της νυκτός...», και «την ημέραν την φοβεράν εννοούσα ψυχή μου, γρηγόρησον...», τα οποία και τα δύο είναι εμπνευσμένα από την παραβολή των Δέκα Παρθένων.

Και τα δύο είναι καρποί της αγάπης της μητέρας Εκκλησίας προς τα παιδιά Της, στην προσπάθειά Της να εξάρει την ανάγκη εγρήγορσης στον εαυτό τους και την αναμονή της προϋπαντήσεως του Νυμφίου, ο οποίος ως δίκαιος Κριτής θα κρίνει τον κόσμο.

H Δεύτερη έλευση του Κυρίου στη γη με την ιδιότητα του Κριτή, η οποία σημαίνει την απαρχή της γενικής κρίσης του κόσμου, και η οποία συμπίπτει με την ανάσταση των νεκρών εν Χριστώ, φέρνει στο νου των πιστών τους προκεκοιμημένους πιστούς· έτσι τους δίδεται η ευκαιρία να προσευχηθούν και γι' αυτούς.

Γι' αυτό και στη συνέχεια διαβάζονται δυό τροπάρια, τα οποία αναφέρονται στους κεκοιμημένους, με τα οποία εκζητείται η συγχώρηση και ανάπαυση των ψυχών τους. «Μνήσθητι, Κύριε, ώς αγαθός των δούλων Σου, και όσα εν βίω ήμαρτον συγχώρησον...» και «ο βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οικονόμων... ανάπαυσον, Κύριε, τας ψυχάς των δούλων Σου...».

Και πάλι ο χριστιανός στρέφει τα μάτια του σώματος και της ψυχής του προς τον ουρανό. Ευρισκόμενος στον κόσμο, όπου διεξάγει τον αγώνα του, και χωρίς να έχει θάρρος στη δική του βοήθεια για τη δύναμη της πίστης του, απευθύνεται στον ουράνιο Πατέρα του, όταν απαγγέλλει το σύμβολο της πίστης του, το «Πιστεύω εις ένα Θεόν...». Και αυτό είναι παράδοση Πατερική. Οι άγιοι Πατέρες συμβουλεύουν:

«Αφού σηκωθείς να δοξολογήσεις την πίστη σου» δηλαδή να πεις το ιερό Σύμβολο. Άλλος δε από τους όσιους Πατέρες λέει ότι «πρέπει να απαγγέλλεται η πίστη - το Σύμβολο της πίστης-  «πρωί και εσπέρας έτσι ώστε όποια ώρα έλθει ο θάνατος να βρει τον πιστό χριστιανό στην ομολογία της πίστεως». Και έτσι τονώνεται ο χριστιανός στην ορθή πίστη και ομολογία.


Η σημασία των "Κύριε Ελέησον"

Ιδιαίτερη αίσθηση στην ακολουθία του Μεσονυκτικού προξενεί η σύντομη προσευχή «Κύριε, ελέησον», η οποία απαγγέλλεται άλλοτε δώδεκα, και άλλοτε σαράντα φορές. Η ψυχή επιζητεί μέσω της επανάληψης αυτής τη σωτηρία της και εκζητεί το έλεος του Θεού. Αλλά έχει και βαθύτατο συμβολισμό η προσευχή αυτή, όπως μας πληροφορεί ο Συμεών Θεσσαλονίκης.

Στα Άπαντά του και στη σελίδα 217 διαβάζομε: «Απαγγέλλεται το «Κύριε, ελέησον» δώδεκα φορές «δια το δωδεκάωρον της ημέρας και το δωδεκάωρον της νύκτας, εις αγιασμόν ημών και κάθαρσιν» κατά τις ωρες αυτές, από τις αμαρτίες, που κάνουμε με το λόγια και τα έργα μας.

Όσο δε για την επανάληψη του «Κύριε, ελέησον» σαράντα φορές ο ίδιος πατήρ σημειώνει:
«Ως θυσίαν αποδεκατώσεως των ημερών ημών και ωρών τω Θεώ προσκομίζομεν. Και τούτο ποιούμεν εν πάσαις ταις προσευχαίς τον έκ Θεού πάντα επικαλούμενοι έλεον. Ότι ούτος ισχύει μόνον σώσαι ημάς.

Και ότι ελέους άξιοι πεπλημμεληκότες. Και ότι ουχ ικανοί άλλοθεν σωθήναι ει μη ελέει μόνω Θεού, ουδέν αφ' εαυτών έχοντες εξίλασμα, ει μη το παροργίζεσθαι μάλλον τον Θεόν δι' ων ενεργούμεν, λαλούμεν και διανοούμεθα».

Με άλλα λόγια: Προσφέρομε το «Κύριε, ελέησον» ως θυσία, η οποία δίδει το δέκατο των ημερών και ωρών της ζωής μας στο Θεό. Και αυτό το κάνομε σ' όλες τις προσευχές με το να επικαλούμαστε για όλα το έλεος του Θεού.

Διότι μόνο Αυτός μπορεί να μας σώσει. Και διότι είμαστε άξιοι του ελέους, επειδή είμαστε αμαρτωλοί. Και διότι είμαστε ανίκανοι να σωθούμε από πουθενά αλλού, παρά μόνο από το έλεος του Θεού, αφού από τον εαυτό μας καμία εξιλαστήρια προσφορά δεν ισχύει, έκτος από το να εξοργίζομε περισσότερο τον Θεό, με όσα πράττομε, λέγομε και σκεπτόμαστε.

Και αλλού ο ίδιος όσιος πατήρ γράφει: «Το Κύριε, ελέησον», τεσσαράκοντα εις αγιασμόν του καιρού παντός της ζωής ημών. Των γαρ τριακοσίων εξήκοντα πέντε ημερών αποδεκάτωσις, ώς φασί τίνες, αι τεσσαράκοντα, εν αις η μεγάλη νηστεία, και έν εκάστω καιρώ προσευχής, το «Κύριε, ελέησον» τεσσαράκοντα εις εξάλειψιν των εν πάση ημέρα και ώρα αμυθήτων ημών αμαρτιών. Διό και μετά το «Κύριε, ελέησον» την αναγκαιοτάτην λέγομεν πάντοτε ευχήν.

Το «έν παντί καιρώ και πάση ώρα» πάντα περιέχουσαν, και υπέρ πάντων ούσαν των ημετέρων και ψυχών και σωμάτων και λογισμών και εννοιών και έργων άπαντα αιτουμένη καθαγιάζεσθαι και παντός λυτρούσθαι πειρασμών. Και υπό των αγίων Αγγέλων τειχίζεσθαι και φυλάττεσθαι». Δηλαδή:

Λέγομε το «Κύριε, ελέησον» σαράντα φορές για τον αγιασμό του χρόνου όλης της ζωής μας. Και η δόση του δέκατου των 365 ημερών (δηλαδή το δέκατο του 365 είναι 36,5 αλλά ορίζεται το 40 για το στρογγυλό και εύκολο του αριθμού), όπως λένε μερικοί είναι οι σαράντα ημέρες, κατά τις οποίες διαρκεί η μεγάλη νηστεία, η οποία ορίσθηκε, διότι ο Κύριος νήστευσε στην έρημο 40 ήμερες και 40 νύχτες(Ματθ. δ' 2)· Και σε κάθε χρόνο προσευχής λέμε «Κύριε, ελέησον» 40 φορές σε εξάλειψη των αμέτρητων αμαρτιών μας, που διαπράττομε κάθε ημέρα και ώρα.

Γι' αυτό, έπειτα από το «Κύριε, ελέησον», λέμε την πολύ αναγκαία πάντοτε προσευχή, το «έν παντί καιρώ και πάση ώρα...», η οποία όλα τα περικλείει και ομιλεί για όλα τα δικά μας, δηλαδή και τίς ψυχές και τα σώματα και τους διαλογισμούς και τις σκέψεις και τα έργα. Και αυτό, γιατί όλα γενικά ζητεί να τα καθαγιάζομε και να λυτρωνόμαστε από κάθε πειρασμό. Και από τους αγγέλους να περιφρουρούμαστε και να προφυλασσόμαστε.

Όλα τα προηγούμενα τα οποία  αναπέμπονται κατα την ακολουθία του Μεσονυκτικού, αφήνουν να φανεί - έστω και μέσα από τη συνοπτική και επιλεκτική έκθεση και ερμηνεία τους - η κεκρυμμένη, αλλά άδυτη δόξα της Ορθοδοξίας.

Οι έννοιες - αρετές της εγρήγορσης - νήψης, της γνήσιας μετάνοιας, της βαθιάς ευγνωμοσύνης, της ακλόνητης πίστης, προβάλλονται και υπογραμμίζονται, για να βοηθήσουν κάθε χριστιανική ψυχή να αγρυπνεί και να μην επιτρέπει στον εαυτό της να απορροφάται από τις καθημερινές μέριμνες και φροντίδες· για να θυμάται, προ παντός, τον Νυμφίο Χριστό, ο Οποίος στέκεται έξω από τη θύρα της ψυχής κάθε χριστιανού, την κτυπά διακριτικά και ζητεί να Του ανοίξει.

Έτσι, ώστε με ψυχική ετοιμότητα και αγνότητα καρδίας να μπορεί να υποδέχεται την κάθε στιγμή της ζωής τον Μεγάλο Επισκέπτη, ο Οποίος και θα τον καταστήσει μόνιμα ευτυχισμένο. 

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Το Δόγμα της Αγίας Τριάδας

Το Δόγμα της Αγίας Τριάδας

Επιμέλεια: Sophia Siglitiki Drekou

Πρόλογος
Υπάρχουν στο διαδίκτυο, ορισμένα ερωτήματα σχετικά με το δόγμα της Αγίας Τριάδας,  τα οποία προβάλλονται από ανθρώπους αντιτριαδικούς. Μάλιστα, πιστεύουν ότι με αυτές τις ερωτήσεις το αναιρούν, γράφοντας ότι «[…]μένουν αναπάντητες από τους τριαδικούς […]». Επίσης, ισχυρίζονται ότι το «[…] δόγμα αυτό μορφώθηκε από ανθρώπους στα πρώτα χρόνια της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας […]».

Βέβαια, εμείς σε παλαιότερη ανάρτηση είχαμε δείξει ότι αυτό το δόγμα υπάρχει ανέκαθεν στην εκκλησία, αν και από μια εποχή και μετά επικράτησαν οι σχετικοί όροι, όταν πια αυτό διατυπώθηκε και επίσημα (Η Τριαδικότητα του Θεού και η θεότητα του Χριστού, πριν την Α’ Οικουμενική το 325 μ Χ.). 


Το μέγα αυτό μυστήριο της Πίστεως αναφέρεται αμυδρά και συνεσκιασμένα στην Παλαιά Διαθήκη, διατυπώνεται όμως σαφέστατα στα κείμενα της Καινής Διαθήκης αλλά και στα κείμενα των συνεχιστών των αγίων αποστόλων, και διατυπώνεται με ακόμα μεγαλύτερη σαφήνεια στο Σύμβολο της Πίστεως. Αυτοί που λένε αυτά τα πράγματα ανήκουν στον πεντηκοστιανό κίνημα των Jesus Only, αναβιώνουν αρχαίες αιρετικές δοξασίες, στις οποίες η Εκκλησία έχει δώσει απαντήσεις εδώ και αιώνες.

Μοναρχιανισμός

Η ετερόδοξη Εγκυκλοπαίδεια «Παγκόσμια Πεντηκοστή», αναφέρει ότι το κίνημα των Jesus Only έχει να κάνει με τον Μοναρχιανισμό· «[…] ο F. Ewart άρχισε να διδάσκει την ταύτιση Χριστού- Θεότητας και ένας πιστός της «αντικοσμικής μερίδας», ονόματι John G. Scheppe, μετά από μια νύχτα προσευχής έλαβε την «αποκάλυψη» ότι υπάρχει δύναμη στο «Όνομα του Ιησού» […] το Τριαδικό δόγμα άρχισε να αμφισβητείται. Έτσι, το Τριπρόσωπο της Θεότητας αντικαταστάθηκε από το Τρισυπόστατο. 

Δηλαδή, θεωρούντες ότι η Τριαδικότητα του Θεού συνδέεται με την Τριθεία, αρνήθηκαν ότι ο Θεός έχει τρία πρόσωπα, δεχόμενοι τρεις υποστάσεις […]. Η «νέα διδαχή» έφερε τεράστια αναστάτωση στην Πεντηκοστή […] θέτουν ως βάση δεδομένου την ενότητα του θεού και ζητούν να στηρίξουν, να ερμηνεύσουν και να κατανοήσουν το Τρισυπόστατο […] Οι μεν «Ενωτικοί» οδηγήθηκαν στο Μοναρχιανισμό, δηλ. τον Ένα Πατέρα Θεό που διευθύνει- εκπορεύει το Λόγο και το Άγ. Πνεύμα, και τον Σαβελλιανισμό, δηλ. την ταύτιση των τριών υποστάσεων- προσώπων […] (σελ. 616- 619).

Αυτή όμως η «αποκάλυψη» δεν είναι τίποτα άλλο παρά παλαιότερες αιρετικές διδασκαλίες που έχουν καταδικαστεί από τον στύλο και την βάση της αλήθειας, που είναι η Εκκλησία, κατά τον απ Παύλο (Α’ Τιμοθέου, γ 15).

Περί του Μοναρχιανισμού λοιπόν ο λόγος. Ας δούμε τι πίστευαν σε γενικές γραμμές οι αρχαιότεροι αιρετικοί.

Διαβάζουμε στον πρώτο τόμο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Βλ. Φειδά, ότι ο Μοναρχιανισμός δίδασκε ότι «[…] τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας αποτελούν «μοναρχία», «μονάδα», ένα πρόσωπο, το οποίο ταυτίζονταν πάντοτε με τον Πατέρα». Ο Μοναρχιανισμός υποδιαιρείτο «[…] στους Υιοθετιστές ή αλλιώς Δυναμικούς μοναρχιανιστές […] οι οποίοι αρνούντο την κατά φύση θεότητα του Υιού και εδέχοντο ότι ο Χριστός έλαβε απλώς θεία δύναμη ή και υιότητα κατά υιοθεσία […]», και στους Πατροπασχίτες «[…] οι οποίοι συνέφυραν τη θεότητα του Υιού στην ουσία του Πατρός και δεν διέκριναν την προσωπική υπόσταση του Υιού από την υπόσταση του Πατρός […] εφόσον θεωρούσαν την ενανθρώπιση του Υιού ως ένα απλό τρόπο υπάρξεως ή φανερώσεως του ιδίου του Πατρός» (σελ. 240- 241).

Οι κυριότεροι εκπρόσωποι των μεν ήταν, ο Αρτέμων, ο Άρειος και ο Παύλος ο Σαμοσατεύς, ενώ των δε, ο Πραξέας, ο Νοητός, και ο Σαβέλλιος, οι οποίοι ανέπτυξαν περαιτέρω τις βασικές θέσεις του Μοναρχιανισμού. Στον Μοναρχιανισμό βασίστηκαν και οι λοιπές αιρέσεις που είτε αρνούνται την θεότητα του Υιού, είτε του Αγίου Πνεύματος.


Τι πιστεύει η Ορθοδοξία για την Τριάδα

Σε αυτά, η Εκκλησία απάντησε επίσημα με τις Οικουμενικές συνόδους. Είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε ότι η αλήθεια είναι κατατεθειμένη στην Εκκλησία άπαξ από τον ίδιο τον ιδρυτή της, τον Ιησού Χριστό, δια των αγίων αποστόλων. Υπάρχει στην συνείδηση του πιστού λαού. Επειδή όμως κάποια αρρωστημένα μέλη της Εκκλησίας προσβάλουν την άπαξ αποκαλυφθείσα αλήθεια (συνήθως όταν προσπαθούν να ερμηνεύσουν την Θεία Αποκάλυψη δια της ανθρώπινης φιλοσοφίας) προβάλλοντας μια άλλη «αλήθεια» που όμως είναι κάτι νέο και ξένο, η Εκκλησία προκειμένου να απαντήσει στις κακοδοξίες, πολλές φορές χρησιμοποιεί νέα ορολογία για να εκφράσει την ήδη παραδεδομένη πίστη της και να γίνει κατανοητή και σαφής, με σκοπό να βοηθήσει.

Η Εκκλησία επομένως, δεν εφηύρε νέο δόγμα, αλλά συνόψισε την ήδη υπάρχουσα αλήθεια μέσα από την εν Αγίω Πνεύματι εμπειρία της. Έτσι, «[…] το έργο των Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας ευρίσκεται σε άμεση σχέση προς το έργο των Συνόδων, είτε αυτές είναι Οικουμενικές είτε τοπικές» (Πατρολογία Στ. Παπαδόπουλου, Ά τόμος σελ. 67), και «[…] Η Σύνοδος με το φωτισμό βεβαίως του Πνεύματος διακρίνει την ήδη εκφρασθείσα ορθή λύση (την εμπειρία της αληθείας επί του προκειμένου θέματος), τη διατυπωθείσα ορθή θεολογική σκέψη […]» (σελ. 68).

Στο Σύμβολο της Πίστεως διατυπώνεται επίσημα η πίστη στην Τριαδικότητα του Θεού.

«Πιστεύω εις Ένα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα […] και εις Ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων· φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί […] Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον […]».

Ο Χ. Ανδρούτσος, στην δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, αναφέρει σχετικά: «Κατά την πίστιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο εις Θεός την ουσίαν είναι Τριαδικός τας υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Τα τρία ταύτα πρόσωπα δεν είναι ούτε όψεις ή εκφάνσεις της μίας θεϊκής ουσίας, ως εξεδέχετο ο Σαβελλιανισμός, ούτε αυθυπόστατα κέντρα ή μορφαί αποκαλύψεως, εν οις μερίζεται ή εκφράζεται αδιακρίτως εν εκάστω σύνολος η θεία ουσία, ώστε να αποτελώνται τρείς θεοί αντί ενός, αλλά είναι τρόποι της αιδίου υπάρξεως του ενός Θεού […] πάσαι αι θείαι ιδιότητες αι εν τω Θεώ Πατρί συνυπάρχουσιν αι αυταί εν τω Θεώ Λόγω και εν τω Θεώ Πνεύματι, ουδέν ήττον ούτε τρεις Θεοί αποτελούνται, ούτε συγχέονται ή συναλείφονται τα πρόσωπα. Ο Πατήρ διακρίνεται των άλλων προσώπων, καθόσον γεννά φύσει αιδίως τον Υιόν και εκπορεύει το Πνεύμα, ο Υιός, καθόσον γεννάται εκ του Πατρός, και το Άγιον Πνεύμα, καθόσον εκπορεύεται παρά του Πατρός […] ενυπάρχουσι εν αλλήλοις ασυγχύτως […]» (σελ 72- 73).

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εκφράζει ως εξής την πίστη στην Αγία Τριάδα· «Ένα Θεό προσκυνώ, αλλά λατρεύω και τρεις υποστάσεις, Θεό Πατέρα και Θεό Υιό σαρκωμένο και Θεό άγιο Πνεύμα, όχι τρείς θεούς αλλά ένα, όχι διηρημένες υποστάσεις αλλά ενωμένες. Δεν προσφέρω τρείς προσκυνήσεις, αλλά μια, όχι στην κάθε υπόσταση χωριστά, αλλά ενιαία στις τρεις υποστάσεις, ως ένα Θεό, προσφέρω μία προσκύνηση» (Γ’ Λόγος περί των ιερών εικόνων, ΕΠΕ 3, σελ. 205).

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος την εκφράζει ως εξής· «Όταν αναφέρω τον Θεόν, ας σας φωτίζουν ένα και ταυτοχρόνως, τρία φώτα. Τρία μεν λόγω των ιδιοτήτων, δηλαδή των υποστάσεων […] Ένα δε λόγω της ενότητος της ουσίας, δηλαδή της θεότητος. Διότι διαιρούνται, ενώ παραμένουν αδιαίρετα, δια να το είπω έτσι, και ενώνονται, ενώ παραμένουν διηρημένα. Διότι η θεότις είναι εν, το οποίον διακρίνεται εις τρία, και τρία τα οποία είναι ένα» (Λόγος εις τα άγια Φώτα, ΕΠΕ 5, σελ. 91).

Ο Μ. Αθανάσιος εκφράζεται ως εξής· «Των Χριστιανών όμως η πίστις γνωρίζει την μακαρίαν Τριάδα ως άτρεπτον και τελείαν και ως πάντοτε έχουσα έτσι, και ούτε προσθέτει κάτι περισσότερον, ούτε πιστεύει ότι κάποτε υπήρξε ελλιπής, διότι οποιοδήποτε απ’ αυτά τα δύο είναι δυσσεβές. Δια τούτο την εκλαμβάνει ως ανεξάρτητον από τα δημιουργήματα, προσκυνεί δε αυτήν αδιαίρετον, φυλάττουσα την ενότητα της θεότητος» (Κατά Αρειανών Α’, ΕΠΕ 2, σελ. 81).

Όπως αναφέρει ο πατρολόγος Στ. Παπαδόπουλος, ο Μ. Αθανάσιος «[…] επισήμανε τον ρόλο του Πατέρα ως αρχής και πηγής, τον ρόλο του Υιού ως δημιουργού και τον ρόλο του Πνεύματος που ενεργεί στα πάντα […] Τριάς τοίνυ αγία και τελείαν εστί, εν Πατρί και Υιώ και αγίω Πνεύματι θεολογούμενη […] ομοία δε εαυτή και αδιαίρετος εστί τη φύσει […] Ο γαρ Πατήρ δια του Λόγου εν Πνεύματι αγίω τα πάντα ποιεί και ούτως η ενότης της Αγίας Τριάδος σώζεται και ούτως εις Θεός εν τη Εκκλησία κηρύττεται […]» (Β’ τόμος πατρολογίας, σελ. 291-292).

Ο Μ. Βασίλειος «[…] δεχόμενος διακεκριμένες και ομοούσιες τις θείες υποστάσεις, θεμελίωνε τώρα για πρώτη φορά την ιδιαίτερή τους ύπαρξη στις αποκλειστικές ιδιότητές (ή προσόντα) τους. Έτσι η Εκκλησία βρήκε πειστικό λόγο για την διδασκαλία της ότι το κάθε πρόσωπό της αγίας Τριάδας αποτελεί ιδιαίτερη υπόσταση, ενώ συγχρόνως και τα τρία έχουν κοινή φύση […] η ουσία νοείται ως το κοινόν και οι υποστάσεις ως το ίδιον (ή ιδιάζον) […] ο Βασίλειος υπογράμμισε την κοινότητα (ταυτότητα) της ουσίας των τριών υποστάσεων και άρα την ομοτιμία και την ισότητά τους, ώστε να αποκλείεται κάθε είδος φυσικής ή χρονικής μεταξύ τους ιεραρχήσεως […]» (ίδιο έργο σελ. 374- 376).

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως εξής· «[…] ένας Κύριος σε τριάδα υποστάσεων, μη διαιρούμενος κατά τη φύση, τη βουλή, και τη δόξα, τη δύναμη, την ενέργεια και όλα τα γνωρίσματα της θεότητος» (Δεκάλογος της Νομοθεσίας κατά Χριστόν, ΕΠΕ .

Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων ως εξής· «Η ελπίδα μας στηρίζεται στον Πατέρα στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Δεν ομολογούμε τρείς θεούς- ας κλείσουν το στόμα τους οι Μαρκιωνιστές- αλλά με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, δια του Ενός Υιού, ομολογούμε Έναν Θεό. Δεν χωρίζουμε την Αγία Τριάδα, όπως μερικοί, ούτε τη συγχέουμε, όπως ο Σαβέλλιος […]» (16η Κατήχηση, Β’ τόμος Γ. Μαυρομάτη, σελ. 423).

Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης ως εξής· «[…] εις εστί ο Θεός, όσο δε κατά την οικονομίαν, τριχής η επίδειξις […]» (ΒΕΠΕΣ 6, 16).

Πολλά χωρία μπορούμε να παρουσιάσουμε, όχι μόνο από την Καινή Διαθήκη, αλλά και από την Παλαιά. Εμείς θα αναφέρουμε μερικά από την Καινή Διαθήκη και πάλι ενδεικτικά.

«Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος […]» (Ματθαίος, κη 19).

Το ότι λέει «στο όνομα» και όχι «στα ονόματα» δηλώνει την μία φύση της Θεότητας. «Εν δε όνομα των τριών, υποδηλούν την μιαν φύσιν της Αγίας Τριάδος (Ζιγαβηνός).

Ενώ, ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει ότι δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να βαπτιζόμαστε στο όνομα ενός κτίσματος! «Το δε βάπτισμα ημών εστί […] εις όνομα Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, ουδενός κτίσματος […]».

Ο Π. Τρεμπέλας, αναφέρει· «[…] Η περί της θεότητος ως Πατρός, Υιού, και Αγίου Πνεύματος πίστις είναι τόσον παλαιόν, όσον και αυτή η χριστιανική κοινωνία. Ότι ο θείος Παύλος εισηγείται ταύτην παράβαλε Α’ Κορ. ιβ 4-6, Β’ Κορ. ιγ 13. Ως προς δε τον Πέτρον παράβαλε Α’ Πέτρου α 2 […] υπάρχουσι και άλλα χωρία, άτινα δύνανται να προστεθώσι: Β Θες/κεις β 13- 15, Εφες. β 18, γ 14-17, Εβραίους στ 4-6» (Υπόμνημα εις το Κατά Ματθαίον, σελ. 509).

Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης, μάλιστα πριν την Α’ Οικουμενική, βλέπει καθαρά το Τριαδικό του Θεού στο χωρίο του Ματθαίου που ήδη παραθέσαμε· «[…] πας ος αν τι τούτων εκλίπη, τελείως Θεόν ουκ εδόξασεν. Δια γαρ της Τριάδος ταύτης Πατήρ δοξάζεται. Πατήρ γαρ ηθέλησε, Υιός εποίησεν, Πνεύμα εφανέρωσεν» (ΒΕΠΕΣ 6,18).

Κατά την βάπτιση του Ιησού Χριστού, στα άγια Θεοφάνεια, έχουμε την φανέρωση των τριών υποστάσεων του Ενός Θεού και μάλιστα ταυτόχρονα. Βλέπουμε τον Ιησού (που είναι ο Λόγος που ενανθρώπισε) να βαπτίζεται στο νερό, ακούμε την φωνή του Πατέρα από τον ουρανό να λέει «Ούτος είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις τον οποίον ευηρεστήθην» (Ματθαίος, γ 17), και βλέπουμε το Άγιο Πνεύμα να εμφανίζεται «ως περιστερά». Όπως παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, «Το Πνεύμα ου φύσει ανέλαβε περιστεράς. Δια τούτο και ο ευαγγελιστής ουκ είπεν ότι εν φύσει περιστεράς, αλλά εν είδει περιστεράς […]» (Υπόμνημα εις το Κατά Ματθαίον, Π. Τρεμπέλας, σελ. 64).

Ο άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης αναφέρει για το γεγονός· «[…] να φανερώσει τη θεία και προσκυνητή Τριάδα της Θεότητας, που γνωρίζεται από τις ιδιαίτερες υποστάσεις της […] ενώ βαπτιζόταν ο Υιός, ο Πατέρας επιβεβαίωσε ότι είναι ο Υιός του, και το Άγιο Πνεύμα πετώντας από πάνω έδειχνε ότι αυτός που βαπτίζεται είναι ομοούσιος με το ίδιο και με τον Πατέρα» (Επιστολή 67, ΕΠΕ 1).

Το δόγμα της Τριάδος αρνούνταν ο αιρεσιάρχης Άρειος εφόσον «[…] εισάγει στην θεολογία την φιλοσοφική θεώρηση του «αγεννήτου» και ειδικά στην ζωή της Τριάδας την αρχή του χρόνου […]», τοποθετώντας έτσι εντός του χρόνου ότι γίνεται στους κόλπους της Τριάδας. (Β τόμος πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλου, σελ 269)


Για τον Θεό Πατέρα

Χαρακτηριστικά είναι τα παρακάτω αποσπάσματα, το ένα από τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων και το άλλο από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.

«[…] Δεν πρέπει να πιστεύουμε μόνο σε Έναν Θεό, αλλά να δεχόμαστε με ευσέβεια ότι Αυτός είναι και Πατέρας του Μονογενούς Κυρίου μας Ιησού Χριστού [...] «ο Κύριος είπε προς εμέ, Υιός μου είσαι σύ• εγώ σήμερον σε εγέννησα’’ (Ψαλμός β 7) […] Γιατί μόλις πούμε τη λέξη «Πατέρας», έρχεται στο νου μας και ο Υιός, όπως ακριβώς μόλις πούμε τη λέξη «Υιός», αμέσως εννοούμε και τον Πατέρα […] ονομάσαμε τον Θεό Πατέρα, ώστε όταν έχουμε στον νου τον Πατέρα, να φέρνουμε στον νου μας και τον Υιό. Διότι μεταξύ του Πατέρα και του Υιού δεν μπορεί να παρεμβληθεί κανένα δημιούργημα […] Δεν έγινε Πατέρας κάποια στιγμή, αλλά είναι πάντοτε Πατέρας του Μονογενούς Υιού. Γιατί δεν ήταν πρώτα άτεκνος, άλλαξε γνώμη, και έγινε μετά Πατέρας, αλλά πριν από κάθε άλλη ύπαρξη και πριν από κάθε τι το αισθητό, πριν από τη δημιουργία του χρόνου και των αιώνων, ο Θεός έχει το αξίωμα της πατρότητος, και σεμνύνεται περισσότερο γι’ αυτό παρά όλα τα υπόλοιπα αξιώματά Του. Δεν έγινε Πατέρας από κάποιο πάθος, ούτε με τον τρόπο της απόρροιας, ούτε με κάποια μείωση ή αλλοίωσή Του, γιατί «Πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον είναι άνωθεν καταβαίνον από του Πατρός των φώτων, εις τον οποίον δεν υπάρχει αλλοίωσις ή σκιά μεταβολής» (Ιακώβου, α 17) […]» (Από την 7η Κατήχηση του αγίου Κυρίλλου, πρώτος τόμος Γ. Μαυρομάτη).

«[…] Δεν έχει αρχή στην ύπαρξή Του, για να αρχίσει να είναι και Πατέρας και Βασιλιάς, αλλά καθώς πάντοτε υπάρχει, είναι πάντοτε και Πατέρας και Βασιλιάς, χωρίς να λάβει ποτέ αρχή να είναι Πατέρας και Βασιλιάς […] πάντοτε και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα συνυπάρχουν κατά την ουσία ως υποστάσεις με τον Πατέρα […] η σχέση μεταξύ των τριών Προσώπων υποδηλώνει τη συνύπαρξή Τους και δεν επιτρέπει αυτά, των οποίων είναι και λέγεται σχέση, να θεωρούνται μεταγενέστερα το ένα από το άλλο» (Άγιος Μάξιμος, «Ερμηνεία εις το Πάτερ ημών»).


Για τον Υιό και Λόγο

Και πάλι θα αναφέρουμε ορισμένα από όσα λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων.

«[…] Ακούγοντας πάλι Υιό, μη Τον νομίσεις θετό, αλλά φυσικό Υιό, Υιό μονογενή, ο Οποίος δεν έχει άλλο αδελφό, γι’ αυτό ακριβώς ονομάζεται και μονογενής […] να μην νομίσεις ότι είναι καταχρηστικά Υιός, αλλά ότι είναι αληθινός Υιός, φυσικός Υιός, άναρχος, που δεν έγινε προοδευτικά από δούλος Υιός, αλλά είναι Υιός που γεννήθηκε προαιώνια, κατά ανεξερεύνητο και ακατανόητο τρόπο […] Είναι, λοιπόν, Υιός του Θεού, από τη φύση Του και όχι με υιοθεσία, Υιός που γεννήθηκε από τον Πατέρα […] Όταν πάλι ακούσεις ότι ο Θεός γεννάει, μη φανταστείς σωματική γέννηση, για να μην πέσεις έτσι σε ασέβεια. Ο Θεός είναι Πνεύμα, και η γέννηση είναι πνευματική […] 
Ο Πατέρας γέννησε τον Υιό, όχι όπως στους ανθρώπους, γεννάει ο νους τον λόγο. Γιατί σε μας ο νους είναι ενυπόστατος, ενώ ο λόγος, μόλις ειπωθεί και σκορπιστεί στον αέρα, χάνεται. Εμείς όμως, γνωρίζουμε, ότι ο Χριστός γεννήθηκε Λόγος, όχι προφορικός, αλλά ενυπόστατος, ζωντανός, που δεν ειπώθηκε με χείλη και μετά σκόρπισε στον αέρα, αλλά γεννήθηκε από τον Πατέρα ως υπόσταση, προαιώνια με τρόπο απερίγραπτο. 

Διότι «Εν αρχή ήτο ο Λόγος, και ο Λόγος ήτο παρά τω Θεώ, και Θεός ήτο ο Λόγος» (Ιωάννης, α 1), ο Οποίος καθόταν στα δεξιά του Πατέρα. Λόγος, ο Οποίος εννοεί απόλυτα το θέλημα του Πατέρα και ο Οποίος δημιούργησε τα πάντα με τη συγκατάβαση Εκείνου […] Πιστεύουμε, λοιπόν, στον μονογενή Υιό του Θεού, ο Οποίος γεννήθηκε από τον Πατέρα, αληθινός Θεός. Γιατί ο αληθινός Θεός δεν γεννάει ψεύτικα, όπως έχει λεχθεί, ούτε προηγουμένως σκέφτηκε και μετά γέννησε, αλλά γέννησε προαιώνια και πολύ πιο γρήγορα από τα δικά μας λόγια ή νοήματα. Γιατί, εμείς, μιλώντας μέσα στον χρόνο, καταναλώνουμε χρόνο, όμως στη θεία δύναμη, η γέννηση είναι άχρονη» (Από την 11η Κατήχηση, πρώτος τόμος Γ. Μαυρομάτη).
Για την ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου

«[…] Άκουσε τώρα και μια άλλη μαρτυρία της θεότητας του Χριστού, που τώρα τελευταία διαβάστηκε· «Ο θρόνος σου, Θεέ, είναι εις τον αιώνα του αιώνος» (Ψαλμός ΜΕ 6). Και για να μη νομισθεί ότι έφτασε προοδευτικά στην κατάσταση της θεότητας, μετά την ένσαρκη παρουσία Του στη γη, λέει ξεκάθαρα· «διά τούτο έχρισέ σε ο Θεός, ο Θεός σου, έλαιον αγαλλιάσεως υπέρ τους μετόχους σου» (Ψαλμός με 7). Βλέπεις ότι ο Χριστός Θεός, χρίεται από τον Θεό Πατέρα; […] Βλέπεις ότι ο Υιός είναι Θεός που έχει μέσα Του τον Θεό Πατέρα; Και ότι κατά κάποιον τρόπο λέει, αυτό που λέει και το Ευαγγέλιο· «καθώς συ, Πάτερ, είσαι εν εμοί και εγώ εν σοι» (Ιωάννης ιζ 21). Δεν είπε· «Εγώ και ο Πατέρας είμαι ένα», αλλά «Εγώ και ο Πατήρ εν είμεθα» (Ιωάννης, ι 30). Ώστε, ούτε να τους αποξενώσουμε, ούτε να ταυτίσουμε τον Υιό με τον Πατέρα. Είναι «ένα» εξαιτίας του αξιώματος της Θεότητος, επειδή ο Θεός γέννησε Θεό. Είναι «ένα» εξαιτίας της Βασιλείας, γιατί δεν είναι βασιλιάς άλλων ο Πατήρ και άλλων ο Υιός […] Είναι «ένα»  γιατί δεν υπάρχει καμία διαφωνία και διάσταση μεταξύ τους, διότι δεν είναι άλλες οι βουλές του Πατέρα και άλλες του Υιού. Είναι «ένα» επειδή δεν είναι άλλα τα δημιουργήματα του Πατέρα και άλλα του Υιού, αλλά μία είναι η δημιουργία όλων, αυτή που έκανε ο Πατέρας δια μέσου του Υιού […] 
Είναι λοιπόν, αληθινός Θεός ο Υιός, ο Οποίος έχει μέσα Του τον Πατέρα, αλλά που δεν μεταβλήθηκε σε Πατέρα. Γιατί δεν έγινε ο Πατέρας άνθρωπος, αλλά ο Υιός. Ας λέγεται ελεύθερα η αλήθεια. Δεν έπαθε ο Πατέρας για μας, αλλά έστειλε Εκείνον που έπαθε για μας. Ούτε να λέμε ποτέ το «υπήρξε εποχή, κατά την οποία δεν υπήρχε ο Υιός». Ούτε να θεωρήσουμε ότι ο Πατέρας είναι και Υιός […] «Όστις είδεν εμέ είδε τον Πατέρα» (Ιωάννης, ιδ 9). Γιατί ο Υιός είναι όμοιος σε όλα με τον Πατέρα. Γεννήθηκε Ζωή από Ζωή, Φως από Φως, Δύναμη από Δύναμη, Θεός από Θεό και βρίσκονται στον Υιό απαράλλακτα όλα τα χαρακτηριστικά της θεότητας […] ούτε χωρίζουμε τον Υιό από τον Πατέρα, ούτε τους ταυτίζουμε. Και ποτέ να μην πεις ότι ο Υιός είναι ξένος από τον Πατέρα, ούτε να πιστέψεις αυτούς που λένε, ότι ο Πατέρας, άλλοτε είναι Πατέρας και άλλοτε Υιός. Γιατί αυτές οι διδασκαλίες είναι ξένες και ασεβείς και δεν είναι διδασκαλίες της Εκκλησίας […]» (Από την 11η Κατήχηση, πρώτος τόμος Γ. Μαυρομάτη ).

«[…] Οι ακροατές των αγίων Ευαγγελίων, ας πιστέψουμε στον Ιωάννη τον Θεολόγο, που είπε· «Εν αρχή ήτο ο Λόγος, και ο Λόγος ήτο παρά τω Θεώ, και Θεός ήτο ο Λόγος» (Ιωάννης, α 1). Και πρόσθεσε· «Και ο Λόγος έγινε σαρξ» (Ιωάννης, α 14). Γιατί δεν είναι ευσεβές να Τον προσκυνούμε ως απλό άνθρωπο, ούτε να Τον ομολογούμε μόνο Θεό, χωρίς την ανθρώπινη φύση Του. Γιατί αν ο Χριστός είναι αληθινά Θεός όπως φυσικά και είναι, όμως δεν έχει προσλάβει ανθρώπινη φύση, εμείς δεν είναι δυνατόν να σωθούμε […] ούτε το να λέμε ότι είναι άνθρωπος, χωρίς την θεότητα μας ωφελεί, ούτε το να ομολογούμε μόνο τη θεότητά Του, μας οδηγεί προς τη σωτηρία […]» (Από την 12 Κατήχηση, πρώτος τόμος Γ. Μαυρομάτη).

Στο πρόσωπο του Χριστού έχουμε δύο φύσεις (την θεία και την ανθρώπινη), ενωμένες ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, σε μία υποστατική ένωση. Η διδασκαλία περί των δύο φύσεων απαντά σε όλες τις αιρέσεις που είχαν μονοφυσιτικές τάσεις που αρνούνταν είτε την θεότητα του Χριστού, είτε την ανθρωπότητά Του. Η διδασκαλία περί μιας υποστατικής ένωσης, απαντά στις αιρέσεις που ισχυρίζονταν ότι υπήρχαν δύο Χριστοί, ο άνθρωπος Χριστός και ο Λόγος Χριστός.

Επίσης, είναι σημαντικό να τονιστεί τι σημαίνει ότι ο Λόγος έγινε σάρξ.
Κατά τον Μ Αθανάσιο λοιπόν, «[…] τα χρησιμοποιούμενα ρήματα «εγένετο» και «έλαβε» προϋποθέτουν χρόνο και θεία βούληση. Σημαίνουν κάτι που έγινε στον Λόγο και δια του Λόγου στην διάρκεια της ιστορίας. Το γεγονός ανήκει στην θεία οικονομία και όχι στην 
αϊδιότητα, επομένως όχι στην φύση του Λόγου. Πρόκειται για ενέργεια του Θεού προς τα έξω, όχι για διαδικασία στην ζωή και την φύση της θεότητας. Για αυτό η ενέργεια αυτή, το ότι ο Λόγος έγινε άνθρωπος, δεν επηρεάζει την θεία ουσία του, που μένει άτρεπτη. Δεν γίνεται η ουσία του Λόγου άνθρωπος […] Το γεγονός ότι ο Λόγος έγινε άνθρωπος δεν σημαίνει ότι ετράπη, έγινε, η φύση του Λόγου κάτι άλλο. Αντίθετα, ο Λόγος ήταν πάντα Θεός, είναι πάντα Υιός του Πατέρα και σε ορισμένο χρόνο γίνεται άνθρωπος, άνθρωπος επίσης απόλυτα πραγματικός» (Β’ τόμος πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλου, σελ 283).

Ο Λόγος προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, σώμα και ψυχή.


Για το Άγιο Πνεύμα

«Ένα και μόνο είναι το Άγιο Πνεύμα, ο Παράκλητος. Και όπως είναι Ένας ο Θεός, ο Πατέρας, και δεν υπάρχει δεύτερος Πατέρας, και όπως ακριβώς Ένας είναι ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, και δεν έχει αδελφό, έτσι και το Άγιο Πνεύμα, μόνο Ένα, και δεν υπάρχει δεύτερο Πνεύμα ισότιμο με Αυτό. Το Άγιο Πνεύμα είναι πάρα πολύ μεγάλη δύναμη, είναι κάτι θεϊκό και ανεξιχνίαστο. Ζει, βέβαια, και είναι λογικό και αγιάζει όλα εκείνα που δημιούργησε ο Θεός μέσω του Χριστού. Αυτό φωτίζει τις ψυχές των δικαίων, Αυτό λαλεί μέσω των προφητών, των αποστόλων και της Καινής Διαθήκης […] το Άγιο Πνεύμα, αν και είναι Ένα, και μονοειδές και αδιαίρετο, διανέμει στον καθένα τη Χάρη, όπως θέλει. Και όπως το ξερό ξύλο, όταν ποτισθεί βγάζει βλαστούς, έτσι και η αμαρτωλή ψυχή, αφού με τη μετάνοια αξιωθεί να λάβει Άγιο Πνεύμα, αποδίδει σταφύλια δικαιοσύνης […] Θέλεις να μάθεις ότι το Άγιο Πνεύμα ομιλεί και λαλεί; Ο Φίλιππος με αποκάλυψη αγγέλου κατέβηκε στον δρόμο που οδηγούσε από την Ιερουσαλήμ στη Γάζα, όταν ερχόταν ο ευνούχος.

 «Είπε δε το Πνεύμα προς τον Φίλιππον• Πλησίασον και προσκολλήθητι εις την άμαξαν ταύτην» (Πράξεις, η 29). Βλέπεις ότι μιλάει το Πνεύμα σε αυτόν που ακούει; Και ο Ιεζεκιήλ λέει κάτι τέτοιο· «Και πνεύμα Κυρίου έπεσεν επ' εμέ και μοι είπε» (Ιεζεκιήλ, ια 5). Και αλλού· «είπε το Πνεύμα το Αγιον• Χωρίσατε εις εμέ τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον διά το έργον, εις το οποίον προσεκάλεσα αυτούς» (Πράξεις, ιγ 2). Βλέπεις Πνεύμα ζωντανό, που διαλέγει και προσκαλεί και αποστέλλει με εξουσία; Και ο Παύλος έλεγε· «το Πνεύμα το Άγιον μαρτυρεί εν πάση πόλει λέγον, ότι δεσμά και θλίψεις με περιμένουσι» (Πράξεις, κ 23). Ο καλός, λοιπόν, αυτός αγιοποιός και βοηθός και δάσκαλος της Εκκλησίας είναι το Άγιο Πνεύμα, ο Παράκλητος, για τον Οποίον είπε ο Σωτήρας· «Εκείνος θέλει σας διδάξει πάντα και θέλει σας υπενθυμίσει πάντα όσα είπον προς εσάς» (Ιωάννης, ιδ 26), και δεν είπε θα σας διδάξει μόνο, αλλά και «θέλει σας υπενθυμίσει πάντα όσα είπον προς εσάς». Διότι δεν είναι άλλα τα διδάγματα του Χριστού και άλλα του Αγίου Πνεύματος, αλλά τα ίδια […]» (Από την 16η Κατήχηση, δεύτερος τόμος Γ. Μαυρομάτη).

Περνώντας τις ερωτήσεις των αντιτριαδικών πεντηκοστιανών.

Ερώτηση:
1. «Ποιος ήταν ο Πατέρας του μωρού στη φάτνη της Βηθλεέμ;
Ο Πατέρας ή το 'Άγιο Πνεύμα;
Ο Χριστός σαν παιδί είχε δύο πατέρες;».

Απάντηση:
Το μωρό στην φάτνη της Βηθλεέμ ήταν ο ενανθρωπίσας Λόγος του Θεού, ο οποίος γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία κατά σάρκα και πέρασε από τις φάσεις της ανθρώπινης ζωής, ως τα 33 περίπου χρόνια. Ο Πατέρας του είναι ο Πατέρας Θεός, ενώ κατά την ανθρωπότητά του, ο Ιωσήφ ήταν ο νομιζόμενος πατέρας του. Η Γραφή αναφέρει: «Εν αρχή ήτο ο Λόγος, και ο Λόγος ήτο παρά τω Θεώ, και Θεός ήτο ο Λόγος […] Και ο Λόγος έγεινε σαρξ και κατώκησε μεταξύ ημών, και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιωάννης α 1. 14). Ο Λόγος είναι δίπλα στον Θεό, και είναι Θεός και ο ίδιος. Εδώ έχουμε μία ουσία (η θεότητα) και δύο υποστάσεις (ο Λόγος Θεός και ο Θεός Πατέρας). Αυτός ο Θεός Λόγος έγινε σάρξ. Επίσης, χαρακτηρίζεται ως «μονογενής» και ο Θεός (στον οποίος ο Λόγος βρίσκεται δίπλα) χαρακτηρίζεται ως «πατήρ». Εδώ, βλέπουμε καθαρά δύο υποστάσεις στην θεότητα. Ο Χριστός ως παιδί είχε κατά την ανθρώπινη φύση τον Ιωσήφ ως νομιζόμενο πατέρα του («ο Ιησούς ήρχιζε να ήναι ως τριάκοντα ετών, ων καθώς ενομίζετο, υιός Ιωσήφ» - Λουκάς γ 23), και κατά την θεία φύση τον Θεό Πατέρα. Λέει πάλι η Γραφή: «περί του Υιού αυτού, όστις εγεννήθη εκ σπέρματος Δαβίδ κατά σάρκα, και απεδείχθη Υιός Θεού εν δυνάμει» (Ρωμαίους, α 3-4).

Ερώτηση: 2. «Πώς μπορεί ο Πατέρας να είναι μεγαλύτερος του Υιού εάν υποτίθεται ότι και οι δύο είναι ίσοι;
«ο πατήρ μείζον (μεγαλύτερος) μου έστιν» (Ιωάν.ιδ:28)
Ο Θεός προσεύχεται; Πώς μπορεί να είναι Θεός και να χρειάζεται την προσευχή;»

Απάντηση: Ο Πατέρας είναι μεγαλύτερος του Χριστού κατά την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Κατά την θεία φύση όμως είναι ίσοι. Λέει η Γραφή: «διά να τιμώσι πάντες τον Υιόν καθώς τιμώσι τον Πατέρα» (Ιωάννης, ε 23). Εξισώνει την τιμή προς τον Θεό με την τιμή προς τον Υιό. Στην μία περίπτωση μιλάει κατά την ανθρώπινη φύση, ενώ στην άλλη κατά την θεία. Κατά την ανθρώπινη φύση ο Χριστός έφτασε στην άκρα ταπείνωση. Ταπεινώθηκε με το να λάβει δούλου μορφή, και επίσης σε δεύτερο επίπεδο με το να θανατωθεί σταυρικά (Φιλιππησίους, β 5-8). Άλλωστε, από τα λόγια του Χριστού, οι Φαρισαίοι της εποχής είχαν καταλάβει ότι ο Χριστός εξισώνει τον Εαυτό του με τον Θεό και αυτό το θεώρησαν ως βλασφημία. Ο Χριστός, ποτέ δεν τους διόρθωσε, διότι ορθά κατάλαβαν (Ιωάννης, ε 18).

Ο ιερός Χρυσόστομος, εξηγεί το χωρίο στην συνάφειά του (και όχι αποκομμένο όπως το χρησιμοποιούν οι αιρετικοί): «Τι σημαίνει λοιπόν το λεχθέν; Δεν εγνώριζον ακόμη περί της αναστάσεώς του, ούτε είχον περί αυτού την γνώμην που έπρεπε (διότι πως θα ημπορούσε να συμβεί αυτό την στιγμήν που δεν εγνώριζον ούτε καν ότι θα αναστηθεί;), ενώ τον Πατέρα τον θεωρούσαν μέγαν. Λέγει λοιπόν ότι αν και φοβείσθε δι’ εμένα, με την σκέψιν ότι δεν ημπορώ να προφυλάξω τον εαυτό μου, ούτε πιστεύετε ότι μετά τον σταυρόν πάλι θα σας ιδώ, αλλά ακούσαντες ότι μεταβαίνω προς τον Πατέρα μου, έπρεπε να χαίρεσθε πλέον, διότι πηγαίνω προς εκείνον που είναι μεγαλύτερος και δυνατός να εξαλείψει όλα τα δεινά […] Είδες ότι ο λόγος του είναι γεμάτος από συγκατάβασιν; […] ομιλεί ανάλογα με την πνευματικήν ωριμότητα των ακροατών […]» (Ομιλία 75, στο Κατά Ιωάννην, ΕΠΕ 14).

Ο Χριστός προσευχόταν ως άνθρωπος και όχι ως Θεός. Και αυτό είναι απόλυτα σαφές από τις διηγήσεις των ευαγγελίων. «Και αυτός εχωρίσθη απ' αυτών ως λίθου βολήν, και γονατίσας προσηύχετο, λέγων• Πάτερ, εάν θέλης να απομακρύνης το ποτήριον τούτο απ' εμού• πλην ουχί το θέλημά μου, αλλά το σον ας γείνη. Εφάνη δε εις αυτόν άγγελος απ' ουρανού ενισχύων αυτόν. Και ελθών εις αγωνίαν, προσηύχετο θερμότερον, έγεινε δε ο ιδρώς αυτού ως θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες εις την γην» (Λουκάς, κβ 41-44)

Η εμφάνιση αγγέλου που ενίσχυε τον Χριστό, το ότι υποτάχθηκε στο θέλημα του Πατρός, η αγωνία, ο ιδρώτας, είναι χαρακτηριστικά που αποδεικνύουν την ανθρωπότητά του. Ως θεός, δεν είχε ανάγκη προσευχής. Ως άνθρωπος όμως, προσευχήθηκε για να μας διδάξει έμπρακτά την προσευχή. Ότι συμβαίνει στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, είναι πλέον δυνατό να συμβεί στον άνθρωπο γενικά. Ο Χριστός αντιπροσωπεύει πλέον όλη την ανθρωπότητα. Αυτή είναι η ασύλληπτη σημασία και αξία της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου. Δια του θανάτου Του ως ανθρώπου, κατάργησε την εξουσία του διαβόλου πάνω στο ανθρώπινο γένος. «Διότι έπρεπεν εις αυτόν, διά τον οποίον είναι τα πάντα και διά του οποίου έγειναν τα πάντα, φέρων εις την δόξαν πολλούς υιούς, να κάμη τέλειον τον αρχηγόν της σωτηρίας αυτών διά των παθημάτων. Επειδή και ο αγιάζων και οι αγιαζόμενοι εξ ενός είναι πάντες• δι' ην αιτίαν δεν επαισχύνεται να ονομάζη αυτούς αδελφούς, λέγων• Θέλω απαγγείλει το όνομά σου προς τους αδελφούς μου, εν μέσω εκκλησίας θέλω σε υμνήσει• και πάλιν• Εγώ θέλω έχει την πεποίθησίν μου επ' αυτόν• και πάλιν• Ιδού, εγώ και τα παιδία, τα οποία μοι έδωκεν ο Θεός. Επειδή λοιπόν τα παιδία εμέθεξαν από σαρκός και αίματος, και αυτός παρομοίως μετέλαβεν από των αυτών, διά να καταργήση διά του θανάτου τον έχοντα το κράτος του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και ελευθερώση εκείνους, όσοι διά τον φόβον του θανάτου ήσαν διά παντός του βίου υποκείμενοι εις την δουλείαν. Διότι βεβαίως δεν ανέλαβεν αγγέλων φύσιν, αλλά σπέρματος Αβραάμ ανέλαβεν. Όθεν έπρεπε να ομοιωθή κατά πάντα με τους αδελφούς, διά να γείνη ελεήμων και πιστός αρχιερεύς εις τα προς τον Θεόν, διά να κάμνη εξιλέωσιν υπέρ των αμαρτιών του λαού. Επειδή καθ' ότι αυτός έπαθε πειρασθείς, δύναται να βοηθήση τους πειραζομένους» (Εβραίους, β 10-18).

Ερώτηση: 
3. «Μπορεί ο Θεός να πεθάνει; Εάν ο Υιός είναι Θεός πώς μπορεί να πεθάνει;».

Απάντηση: 
Ο Θεός δεν πεθαίνει διότι είναι πνεύμα. Δεν πέθανε ο Θεός Λόγος, αλλά ο άνθρωπος Χριστός Ιησούς. Η ανθρώπινη φύση Του θανατώθηκε. Η Γραφή είναι σαφέστατη: «Επειδή ο Δαβίδ λέγει περί αυτού• Έβλεπον τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός, διότι είναι εκ δεξιών μου διά να μη σαλευθώ. Διά τούτο ευφράνθη η καρδία μου και ηγαλλίασεν η γλώσσα μου• έτι δε και η σαρξ μου θέλει αναπαυθή επ' ελπίδι. Διότι δεν θέλεις εγκαταλείψει την ψυχήν μου εν τω άδη ουδέ θέλεις αφήσει τον όσιόν σου να ίδη διαφθοράν. Εφανέρωσας εις εμέ οδούς ζωής, θέλεις με χορτάσει από ευφροσύνης διά του προσώπου σου. Άνδρες αδελφοί, δύναμαι να σας είπω μετά παρρησίας περί του πατριάρχου Δαβίδ ότι και ετελεύτησε και ετάφη, και το μνήμα αυτού είναι παρ' ημίν μέχρι της ημέρας ταύτης. Επειδή λοιπόν ήτο προφήτης και ήξευρεν ότι μεθ' όρκου ώμοσε προς αυτόν ο Θεός, ότι εκ του καρπού της οσφύος αυτού θέλει αναστήσει κατά σάρκα τον Χριστόν διά να καθίση αυτόν επί του θρόνου αυτού, προϊδών ελάλησε περί της αναστάσεως του Χριστού ότι δεν εγκατελείφθη η ψυχή αυτού εν τω άδη ουδέ η σαρξ αυτού είδε διαφθοράν. Τούτον τον Ιησούν ανέστησεν ο Θεός, του οποίου πάντες ημείς είμεθα μάρτυρες» (Πράξεις, β 25-32)

Ο Υιός είναι Θεός και πέθανε κατά την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε. Ο απ Παύλος λέει καθαρά ότι ο Θεός απέκτησε την εκκλησία με το ίδιο Του το αίμα. Είναι Θεός ο Χριστός αλλά και άνθρωπος που έχει αίμα που το χύνει για μας. (Πράξεις, κ 28).

Ερώτηση:
4. «Είναι η Μαρία η μητέρα του Θεού; Γιατί τότε θα μπορούσε να ήταν λάθος ο όρος, το αίμα του Θεού;».


Απάντηση:
Η Μαρία είναι η μητέρα του Θεού υπό την έννοια ότι μέσα της έλαβε σάρκα ο Λόγος, ο οποίος είναι Θεός «Θεος ην ο Λογος» (Ιωάννης, α 1). Η Ελισάβετ, όταν είδε την Μαρία την αποκάλεσε «μητέρα του Κυρίου μου» (Λουκάς, α 43). Στον Νόμο ήταν γραμμένο· «Άκουε, Ισραήλ• Κύριος ο Θεός ημών είναι εις Κύριος» (Δευτερονόμιο, στ 4). Επομένως, ο Κύριος είναι ο Θεός. Συνεπώς, η Μαρία είναι μητέρα του Θεού.
Η φράση «το αίμα του Θεού» (ο απ Παύλος λέει: «[…] διά να ποιμαίνητε την εκκλησίαν του Θεού, την οποίαν απέκτησε διά του ιδίου αυτού αίματος» (Πράξεις, κ 28), έχει την έννοια ότι το αίμα του Χριστού δεν είναι αίμα κοινό (Εβραίους, ι 29). Επίσης, με το παραπάνω χωρίο του απ Παύλου, γίνεται σαφές ότι έχουμε μία υποστατική ένωση στο πρόσωπο του Χριστού (δεν έχουμε δύο Χριστούς) που από την μία επειδή είναι τέλειος άνθρωπος χύνει το αίμα του, και από την άλλη επειδή είναι τέλειος Θεός, αποκτά με το αίμα Του την Εκκλησία Του.

Ερώτηση:
5. «Εάν υπάρχουν τρία ήδη πρόσωπα στη Θεότητα, τότε γιατί να είναι λάθος να προσθέσουμε και τέταρτο; Γιατί όχι και η θεοποίηση της Μαρίας;».

Απάντηση: Το ότι υπάρχουν Τρία πρόσωπα στην Θεότητα φαίνεται από το ότι η Γραφή αποκαλεί θεό και τον Πατέρα, και τον Υιό, και το Άγιο Πνεύμα (Εφεσίους ε 20, Ρωμαίους θ 5, και Πράξεις ε 3-4 αντίστοιχα). Μάλιστα, αυτή η Τριάδα φανερώθηκε ταυτόχρονα κατά την Βάπτιση του Χριστού. Είναι λάθος να προσθέσουμε και τέταρτο, διότι αφού θα το προσθέσουμε εμείς, επόμενο είναι ότι δεν θα αποτελεί Θεία Αποκάλυψη, όπως ισχύει με το Τριαδικό Δόγμα. Ο άνθρωπος (και η Θεοτόκος Μαρία), μπορεί να θεωθεί όχι στην ουσία αλλά κατά χάρη. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει μέτοχος της φύσης του Θεού, διότι είναι απρόσιτη η φύση και ξένη από τον κόσμο (διαφορετικά οδηγούμαστε στον πανθεϊσμό). Μπορεί όμως να φτάσει την ομοίωση του Θεού (θέωση) κατά χάρη με το να μετέχει της ενέργειας του Θεού. Ο Ίδιος ο Κύριος ανέφερε σχετικό χωρίο από τους Ψαλμούς· «Δεν είναι γεγραμμένον εν τω νόμω υμών, Εγώ είπα, θεοί είσθε;» (Ιωάννης, ι 34). Εκτός και ο Κύριος δίδασκε τον πολυθεϊσμό, κάτι άτοπο και βλάσφημο.

Ερώτηση:
6. «Ποιόν υποτίθεται ότι πρέπει να λατρεύουμε;».


Απάντηση:
Τον Θεό. Αλλά ο Θεός είναι Τριαδικός. Επομένως, λατρεύοντας τον Θεό, λατρεύουμε ταυτόχρονα και τις τρεις υποστάσεις.

Ερώτηση:
7. «Σε ποιόν υποτίθεται προσευχόμαστε;»


Απάντηση:
Ο Χριστός μας το εξήγησε πολύ καθαρά: «Ούτω λοιπόν προσεύχεσθε σείς• Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς» (Ματθαίος, στ 9). Επίσης, μας είπε· «ό,τι αν ζητήσητε παρά του Πατρός εν τω ονόματί μου, να σας δώση αυτό» (Ιωάννης, ιε 16). Ακόμα, ο απ Παύλος γράφει: «προσευχόμενοι εν παντί καιρώ μετά πάσης προσευχής και δεήσεως διά του Πνεύματος» (Εφεσίους, στ 18). Δηλαδή, απευθυνόμαστε στον Πατέρα, δια του Υιού, εν Πνεύματι Αγίω. Να πως λειτουργεί η Αγία Τριάδα. Ο Ένας Τριαδικός Θεός.

Ερώτηση:
8. «Πόσους θα δούμε στον Ουρανό; Πόσοι θρόνοι βρίσκονται εκεί;»


Απάντηση: 
Στον ουρανό θα δούμε μόνο τον Υιό Λόγο, διότι μόνο Εκείνος σαρκώθηκε. Επίσης, θα απολαμβάνουμε το φως της Τριάδας κατά ένα άρρητο τρόπο. Ο θρόνος είναι ένας, διότι ένας είναι ο Θεός. Όμως η Γραφή αναφέρει ότι ενώ είναι ένας ο θρόνος, ανήκει στον Θεό και στο Αρνίο, στον Πατέρα δηλαδή και στον Χριστό. «ο θρόνος του Θεού και του Αρνίου θέλει είσθαι εν αυτή» (Αποκάλυψη, κβ 3). Αυτά βέβαια γράφονται ανθρωποπαθώς. Οι κτιστές λέξεις και έννοιες δεν μπορούν να περιγράψουν τα άρρητα και τα ουράνια πράγματα. Το Άγιο Πνεύμα, περιβάλει τα πάντα, εφόσον «η βασιλεία του Θεού δεν είναι βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω» (Ρωμαίους, ιδ 17).

Ερώτηση:
9. «Γιατί ο Ιησούς δεν γνωρίζει το πότε θα ξαναέρθει;» 
Βλ. Μαρκ.ιγ:32

Απάντηση:
«Περί δε της ημέρας εκείνης και της ώρας ουδείς γινώσκει, ουδέ οι άγγελοι οι εν ουρανώ, ουδέ ο Υιός, ειμή ο Πατήρ» (Μάρκος, ιγ 32).

Ο Υιός σαφώς γνωρίζει την ημέρα εκείνη. Το χωρίο δεν έχει την έννοια ότι ο Υιός αγνοεί όσα ξέρει ο Πατέρας, διότι σε άλλο σημείο ο Χριστός αναφέρει ξεκάθαρα ότι όπως γνωρίζει ο Πατέρας τον Υιό, έτσι και ο Υιός τον Πατέρα. «καθώς με γνωρίζει ο Πατήρ και εγώ γνωρίζω τον Πατέρα» (Ιωάννης, ι 15). Επόμενο είναι να ξέρει ο Υιός και την ημέρα και ώρα που ξέρει ο Πατέρας.

Κατά τον Μ. Βασίλειο, ο Χριστός με τα λόγια αυτά δείχνει την αρχή, που είναι ο Πατέρας· «Ούτω και το ‘’ουδείς οίδε’’ την πρώτην είδησιν των τε όντων και των εσομένων επί τον Πατέρα ανάγοντος και δια πάντων την πρώτην αιτίαν τοις ανθρώποις υποδεικνύοντος» (Επιστολή 236).

Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, προσθέτει ότι θέλει να δείξει στους αποστόλους Του ότι η γνώση της Δευτέρας Παρουσίας είναι «υπέρ φύση», παραπάνω δηλαδή από την ανθρώπινη φύση. «[…] ίνα νοής ούτως• ει και κέκληται προς υιοθεσίαν ο άνθρωπος και υιός ανεδείχθει νέος, αλλά μη ζητείτω τα υπέρ φύσιν, μηδέ αξιούτω μαθείν άπερ μηδέ τοις αγγέλοις απεκάλυψεν ο Πατήρ» (Ομιλία εις το «Ευθέως δε μετά την θλίψιν των ημερών εκείνων»).

«Ανθρωπότητος γαρ ίδιον το μη ειδέναι τα μέλλοντα».

Ο π Α. Αλεβιζόπουλος, συνοψίζει την διδασκαλία της Εκκλησίας στο συγκεκριμένο θέμα• «Αν διαιρέσουμε θεωρητικά αυτά που αληθινά είναι αχώριστα, την ανθρώπινη φύση από την θεία, τότε η ανθρώπινη φύση θα έμενε μέσα στην άγνοια. «Αλλά χάρις εις την υποστατικήν ένωσιν με τον Θεόν Λόγον» η ανθρώπινη φύση ‘’ούτε δούλη ήταν, ούτε αγνοούσε» (Η Ορθοδοξία μας, σελ. 176).

Ο Μ Αθανάσιος επίσης σχολιάζει: «[…]ουδενός εστί περιεργάζεσθαι, α σεσιώπηκε αυτός […] ότι ουδέ ο Υιός οίδε, ουδένα των πιστών αγνοείν οίμαι , ότι και τούτο ουδέν ήττον δια την σάρκα ως άνθρωπος έλεγεν. Ουδέ γαρ ουδέ τούτο ελάττωμα του Λόγου εστίν, αλλά της ανθρωπίνης φύσεως ης εστίν ίδιον και το αγνοείν» 
(3ος Λόγος κατά Αρειανών).

Ο Μ. Αθανάσιος αναφέρει ρητά και ξεκάθαρα βάζοντας την ταφόπλακα σε κάθε εσχατολογική δήθεν μελέτη για τον ακριβή υπολογισμό της Β’ Παρουσίας, λέγοντας ότι δεν ανήκει σε κανέναν να περιεργάζεται όσα ο Κύριος σιώπησε. Και το αιτιολογεί με την ρήση του Χριστού ότι ούτε ο ίδιος ως άνθρωπος γνώριζε, δείχνοντας γενικά ότι η ανθρωπινή φύση αγνοεί. Ο ίδιος όμως ο Χριστός δεν αγνοούσε.

Ο ιερός Χρυσόστομος, αναφέρει ότι ο Υιός γνωρίζει την ημέρα, αφού Εκείνος έφτιαξε τα πάντα. Πως είναι δυνατόν να αγνοεί την ημέρα εκείνη, αναρωτιέται ο ιερός Πατέρας. Από την στιγμή που έφτιαξε τους αιώνες, έφτιαξε και τους χρόνους, και επομένως και την ημέρα εκείνη. Επομένως δεν την αγνοεί. Αυτό που λέει ο Κύριος, το αναφέρει για να κόψει την φόρα σε όλους όσους θέλουν να μάθουν ή να ζητήσουν να βρουν. Ο Κύριος ήθελε πολύ να τιμήσει τους μαθητές και να μην τους αποκρύψει τίποτα. Αλλά η ημέρα αυτή ανήκει στα βάθη του Θεού, για αυτό και μεταθέτει το ζήτημα αυτό στον Πατέρα.

«Πως ουν το μείζον εαυτοίς διδόντες, ουδέ το έλαττον συγχωρείτε τω Υιώ, εν ω εισίν πάντες οι θησαυροι της σοφίας και της γνώσεως απόκρυφοι; […] ούτε ο Υιός αγνοεί την ημέραν, αλλά και σφόδρα επίσταται […] Ότι μεν γαρ ουκ αγνοώ, δια πολλών έδειξα, διαστήματα ειπών, και τα συμβησόμενα άπαντα, και όσον από τούδε του χρόνου μέχρι της ημέρας αυτής […] »

Ο ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας τα λόγια του Χριστού, αναφέρει ότι η Δευτέρα Παρουσία θα έρθει αιφνιδίως και απροσδόκητα.

Ερώτηση:
10.»Πώς μπορεί να είναι Υιός και να μην έχει αρχή;».


Απάντηση:
Το ερώτημα είναι πονηρό, διότι δεν διευκρινίζει για ποια φύση του Υιού γίνεται λόγος, την θεία ή την ανθρώπινη. Θα απαντήσουμε και για τις δύο φύσεις.

Για την θεία φύση:
Αυτό θα το λέγαμε αν σκεφτόμασταν την γέννηση του Υιού ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ. Τότε, πραγματικά, ο Υιός θα είχε αρχή. Όμως, η γέννηση του Υιού είναι ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει χρόνος, άρα δεν υπάρχει και αρχή. Απόδειξη ότι ο Υιός Λόγος δεν έχει αρχή ύπαρξης αλλά γεννάται προ αιώνια, είναι το γεγονός ότι ο Υιός Λόγος έφτιαξε τον χρόνο. Καθίσταται σαφές λοιπόν, ότι πρώτα υπάρχει ο Υιός Λόγος και μετά ο χρόνος, άρα γεννάται προαιώνια. Η Γραφή είναι ξεκάθαρη: «Ο Θεός, αφού ελάλησε το πάλαι προς τους πατέρας ημών διά των προφητών πολλάκις και πολυτρόπως, εν ταις εσχάταις ταύταις ημέραις ελάλησε προς ημάς διά του Υιού, τον οποίον έθεσε κληρονόμον πάντων, δι' ου έκαμε και τους αιώνας» (Εβραίους, α 1-2).

Μόνο κατά την ανθρώπινη φύση Του ο Χριστός έχει αρχή, διότι έλαβε σώμα εν χρόνω.

Ο Μ. Αθανάσιος συνοψίζει: «Εάν δηλαδή κάθε χρονικόν διάστημα μετρείται εντός των αιώνων, όλων δε των αιώνων βασιλεύς και δημιουργός είναι ο Λόγος, κατά ανάγκη, αφού δεν υπήρχε κανένα είδος χρονικού διαστήματος προ αυτού, είναι τρέλα το να λέγει κανείς, υπήρχε κάποτε εποχή, κατά την οποίαν δεν υπήρχεν ο αιώνιος, και ότι ο Υιός προέρχεται εκ του μηδενός» (‘Α Λόγος Κατά Αρειανών, 12).

Ερώτηση:
11.»Υπάρχουν τρία διαφορετικά πνεύματα που μένουν στην καρδιά όταν το Πνεύμα πληρεί τους Χριστιανούς;»
.

Απάντηση: 
Όχι. Ένας είναι ο Θεός. Όμως, λέει ο Χριστός: «Εάν τις με αγαπά, τον λόγον μου θέλει φυλάξει, και ο Πατήρ μου θέλει αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν θέλομεν ελθεί και εν αυτώ θέλομεν κατοικήσει» (Ιωάννης, ιδ 23).

Εδώ, φαίνεται ξεκάθαρα ότι άλλη υπόσταση είναι ο Πατήρ, και άλλη ο Υιός. Επίσης, φαίνεται καθαρά η πανταχού παρουσία τόσο του Πατρός όσο και του Υιού, διότι αυτά που λέει ισχύουν για όλους όσους τηρούν το θέλημα του Θεού. Για το Άγιο Πνεύμα, αναφέρει η Γραφή: «σεις όμως γνωρίζετε αυτό, διότι μένει μεθ' υμών και εν υμίν θέλει είσθαι» (Ιωάννης, ιδ 17).

Να λοιπόν, που ολόκληρη η Αγία Τριάδα μπορεί να κατοικήσει ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ στην καρδιά του πιστού ανθρώπου.

Επιμέλεια: Sophia Siglitiki Drekou

Πάρτε Φως καθαρότερο και δυνατότερο από την Αγία Τριάδα (Θεοφάνεια)

Πάρτε Φως καθαρότερο και δυνατότερο από την Αγία Τριάδα (Θεοφάνεια)

Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.
Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί,
παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.

«Εις τα Άγια Φώτα»,

επιλεγμένα αποσπάσματα από τον λόγο

του αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου.


«Πάλιν ο Ιησούς μου, και πάλιν μυστήριον. Μυστήριον το οποίο δεν είναι ψεύτικον ούτε απρεπές, ούτε προέρχεται από την ελληνικήν (σημ. ειδωλολατρική) πλάνην και την μέθην (διότι εγώ έτσι αποκαλώ τα της λατρείας των και νομίζω ότι αυτό κάνει και κάθε λογικός άνθρωπος), αλλά και μυστήριον και θείον και υψηλόν και δημιουργεί λαμπρότητα. Διότι η αγία ημέρα των Φώτων, 
εις την οποίαν έχομεν φτάσει και την οποίαν έχομεν αξιωθή να εορτάσωμεν σήμερα, έχει μεν ως αρχήν το βάπτισμα του Χριστού μου, του αληθινού φωτός το οποίον φωτίζει κάθε άνθρωπο ο οποίος έρχεται εις τον κόσμον, πραγματοποιεί δε τον καθαρισμόν μου και βοηθεί το φως το οποίον έχομεν λάβει από τον Θεόν κατά την δημιουργίαν και το οποίον έχομεν κάνει να σκοτεινιάση και να αδυνατίση. Ακούσατε λοιπόν την φωνήν του Θεού, η οποία εις εμένα μεν, τον οπαδό και τον εξηγητήν των τοιούτων πραγμάτων, ακούγεται πολύ δυνατά, μακάρι δε να ακουσθή και σε σας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» και δια τον λόγον αυτόν· «πλησιάσετέ τον και πάρετε φως, και τα πρόσωπά σας δεν θα σκιασθούν από εντροπήν», επειδή έχουν την σφραγίδα του αληθινού φωτός. Να, ευκαιρία αναγεννήσεως, ας γίνωμεν ουράνιοι.

Να, καιρός αναδημιουργίας, ας ξαναβρούμε τον πρώτον Αδάμ. Να μην μείνωμεν εκείνο το οποίον είμεθα, αλλά να γίνωμεν εκείνο το οποίον ήμεθα κάποτε. Το φως φωτίζει μέσα εις το σκοτάδι με την παρούσαν ζωήν και την σάρκα. Και το καταδιώκει μεν, αλλά δεν κατορθώνει να το εξουδετερώση το σκοτάδι, η εχθρική δηλαδή δύναμις, η οποία επιτίθεται μεν από θρασύτητα εις εκείνον ο οποίος ομοιάζει προς τον Αδάμ, αλλά πέφτει επάνω εις τον Θεόν και νικάται, δια να ρίπτωμεν από πάνω μας το σκοτάδι και να πλησιάζωμεν προς το φως και να γινώμεθα τέλειον φως, τέκνα τελείου φωτός. Βλέπετε την ωραιότητα της ημέρας; Βλέπετε την δύναμιν του μυστηρίου; Δεν έχετε υψωθή από την γην; Δεν έχετε τοποθετηθή καθαρά επάνω, αφού ανυψωθήκατε από την φωνήν και τους πνευματικούς μου λόγους;

[…] Ο ίδιος Λόγος είναι και φοβερός εξ αιτίας της φύσεώς του, δι’ εκείνους οι οποίοι δεν είναι άξιοι και ικανός, εξ αιτίας της αγάπης του προς τον άνθρωπον, να εισέλθει εις εκείνους οι οποίοι έχουν προετοιμασθή κατ’ αυτόν τον τρόπον και εις όσους, αφού έχουν εκδιώξει το ακάθαρτον και υλικόν πνεύμα των ψυχών, εκαθάρισαν τας ψυχάς των και τας εστόλισαν με την καθαράν γνώσιν, την οποίαν δεν άφησαν ούτε αργήν ούτε άπρακτον, ώστε να κυριευθή πάλιν από τα επτά πνεύματα της κακίας, τα οποία είναι τόσα όσα και τα πνεύματα της αρετής και τα οποία επιτίθενται με μεγαλυτέραν ορμήν (διότι είναι πιο αξιέπαινον εκείνο το οποίο κατορθώνεται δυσκολώτερα). Και εις εκείνους οι οποίοι, εκτός από το να αποφεύγουν την κακίαν εργάζονται και την αρετήν, αφού έβαλαν μέσα των όσον περισσότερον ημπόρουν ολόκληρον τον Χριστόν, εις τρόπον ώστε να μην εύρη η πονηρά δύναμις κανένα κενόν δια να εισέλθη και να τα συμπληρώση, και να γίνουν τα τελευταία χειρότερα από τα πρώτα, λόγω του ότι η επίθεσις είναι πιο ισχυρά και η φρουρά πιο ασφαλής και δυσκολοκυρίευτος. Όταν θα φυλάξωμεν πολύ προσεκτικά την ψυχήν μας και ετοιμάσωμεν την καρδία μας δια πνευματικάς αναβάσεις, και ετοιμάσωμεν εις τους εαυτούς μας πρωτοκαλλιέργητα χωράφια, και σπείρωμεν καρπόν δικαιοσύνης…

[…] Επειδή η ουσία της εορτής είναι το να ενθυμούμεθα τον Θεόν, ας σκεφτούμε τον Θεόν. Διότι νομίζω ότι και ο ήχος από εκείνους οι οποίοι εορτάζουν εις την άλλην ζωήν, όπου είναι η κατοικία όλων όσων ευφραίνονται, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Θεός, ο οποίος υμνείται και δοξάζεται από εκείνους οι οποίοι έχουν αξιωθή να εισέλθουν εις τον τόπον αυτόν […]. Όταν αναφέρω τον Θεόν, ας σας φωτίζουν ένα και, ταυτοχρόνως τρία φώτα. Τρία μεν λόγω των ιδιοτήτων, δηλαδή υποστάσεων, εάν προτιμά κανείς να τους ονομάζει έτσι, ή των προσώπων (διότι δεν πρόκειται να φιλονικήσωμεν δια τα ονόματα, όταν αι λέξεις έχουν την ίδιαν σημασίαν). Ένα δε λόγω της ενότητος της ουσίας, δηλαδή της θεότητος.

Διότι διαιρούνται και παραμένουν αδιαίρετα, δια να το ειπώ έτσι, και ενώνονται, ενώ παραμένουν διαιρεμένα. Διότι η θεότης είναι εν, το οποίον διακρίνεται εις τρία, και τρία τα οποία είναι ένα. Εκείνα εις τα οποία υπάρχει η θεότης, ή, δια να ακριβολογήσω περισσότερον, εκείνα τα οποία αποτελούν την θεότητα. Θα αποφύγωμεν τας υπερβολάς και τας παραλείψεις, χωρίς να κάμωμεν ούτε την ένωσιν σύγχυσιν, ούτε την διαίρεσιν αποξένωσιν. Ας μείνει το ίδιο μακριά από μας και η συναίρεσις του Σαβελλίου και ο διαχωρισμός του Αρείου, τα δύο αυτά εκ διαμέτρου αντίθετα κακά, τα ισάξια ως προς την ασέβειαν.


[…] Και ποιο είναι το φοβερόν μυστήριον το οποίο γίνεται προς χάριν μας; Ανανεώνονται αι φύσεις και ο Θεός γίνεται άνθρωπος. Και εκείνος ο οποίος είχε ανέβει επάνω από τους ουρανούς των ουρανών, εις την ανατολήν της δόξης και της λαμπρότητός του, δοξάζεται εις την δύσιν από την ιδικήν μας ασημαντότητα και ταπεινότητα, και ο Υιός του Θεού δέχεται και να γίνει και να ονομασθεί υιός ανθρώπου. Όχι επειδή μετεβλήθη εκείνο το οποίο ήτο (διότι είναι αμετάβλητον), αλλ’ επειδή προσέλαβεν εκείνο το οποίο δεν ήτο (διότι αγαπούσε τον άνθρωπον), δια να γίνει χωρητός ο αχώρητος και να έλθη εις επικοινωνίαν μαζί μας με την σάρκα, σαν μέσα από κάποιο παραπέτασμα, επειδή δεν ημπορούσε η ανθρώπινη φύσις, η οποία υπέκειτο εις δημιουργίαν και φθοράν, να αντέξει την θεότητά του.

Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.

Δια τον λόγον αυτόν ενώνονται τα πιο αντίθετα πράγματα. Όχι μόνο ο Θεός με την δημιουργίαν, ούτε ο νους με την σάρκα, ούτε το έξω από τον χρόνον με τον χρόνον, ούτε το απεριόριστο με το μέτρον, αλλά και η γέννησις με την παρθενίαν, και το υψηλότερον από κάθε τιμήν με την ατιμίαν, και το μη υποκείμενον εις πάθος με το πάθος, και το αθάνατον με το φθαρτόν. Επειδή ο εφευρέτης της κακίας ενόμιζεν ότι είναι ανίκητος, εφ’ όσον μας είχε δελεάσει με την ελπίδα να γίνωμεν θεοί, δελεάζεται ο ίδιος από την εμφάνισιν της σαρκός, δια να επιτεθεί εις τον Αδάμ και να προσκρούση εις τον Θεόν, και έτσι να σώση ο νέος Αδάμ τον παλαιόν, και να λυθή η καταδίκη της σαρκός, αφού θα έχη θανατωθή από την σάρκα ο θάνατος.

[…] Τώρα πρόκειται δι’ άλλην πράξιν του Χριστού και δι’ άλλο μυστήριον. Δεν ημπορώ να συγκρατήσω την χαράν μου. Νιώθω να γεμίζω από Θεόν. Λίγο ακόμη και θα αρχίσω να κηρύσσω την ευχάριστον αγγελίαν, όπως ο Ιωάννης, έστω και αν δεν είμαι πρόδρομος, πάντως θα το κάμω από την ερημίαν. Ο Χριστός φωτίζεται, ας φωτισθώμεν μαζί του. Ο Χριστός βαπτίζεται, ας κατέβωμεν μαζί του εις τον ποταμόν δια να ανεβώμεν και μαζί του. Ο Ιησούς βαπτίζεται. Θα πρέπει να προσέξωμεν μόνο το βάπτισμα ή και όλα τα άλλα; Δηλαδή ποιος ήτο, από ποιον εβαπτίσθη και πότε εβαπτίσθη; Ότι ήτο καθαρός, ότι εβαπτίσθη από τον Ιωάννην και ότι μετά ήρχισε τα θαύματα; Δια να μάθωμεν τι και δια να διαπαιδαγωγηθώμεν εις τι; Ότι πρέπει να καθαριζώμεθα προηγουμένως, να είμεθα ταπεινόφρονες και να κηρύσσωμεν μόνον όταν είμεθα ολοκληρωμένοι κατά την πνευματικήν και σωματικήν ηλικίαν.

Το πρώτο (πρέπει να το είπωμεν) προς εκείνους οι οποίοι σκοπεύουν να βαπτισθούν, ενώ δεν έχουν προηγουμένως προετοιμασθή και ενώ δεν παρέχουν εγγυήσεις με την συνήθειάν των να πράττουν το καλόν, ότι η λύτρωσίς των θα παραμείνει σταθερά. Διότι εάν το χάρισμα (διότι πράγματι είναι χάρισμα) παρέχει άφεσιν των παρελθόντων, τότε είναι περισσότερον ταιριαστόν προς την ευσέβειαν το να μην ξαναγυρίσωμεν εις εκείνα τα οποία έχομεν εμέσει. Το δεύτερον αναφέρεται εις εκείνους οι οποίοι υπερηφανεύονται έναντι των ιερέων, αν είναι κάπως ανώτεροι από αυτούς. Το τρίτον δε προς εκείνους οι οποίοι βασίζονται εις τον νεανικόν των ενθουσιασμόν και νομίζουν ότι η κάθε περίστασις είναι κατάλληλος δια διδασκαλίαν ή κατάληψιν της πρωτοκαθεδρίας.


Ο Ιησούς υποβάλλεται εις κάθαρσιν και συ την περιφρονείς; (Καθαρίζεται) υπό του Ιωάννου, και συ επαναστατείς εναντίον του κήρυκός σου; Καθαρίζεται όταν είναι ήδη τριάκοντα ετών, και συ προτού καν βγάλεις γένια διδάσκεις τους γέροντας ή τουλάχιστον νομίζεις ότι τους διδάσκεις,ενώ ούτε η ηλικία ούτε και ενδεχομένως, η συμπεριφορά σου σε κάνουν άξιον σεβασμού; Εις την περίπτωσιν αυτή έρχονται εις την γλώσσαν τα παραδείγματα του Δανιήλ και των άλλων νέων κριτών, επειδή καθένας ο οποίος αδικεί, εύκολα βρίσκει δικαιολογίας. Δεν αποτελεί όμως νόμον της Εκκλησίας εκείνο το οποίον είναι κάτι σπάνιον, όπως την άνοιξιν δεν την φέρει ένα μόνον χελιδόνι, όπως δεν κάνει και μια μόνον γραμμή τον γεωμέτρην, ή ένα μόνον ταξίδι τον ναυτικόν.

[…] Ο Ιωάννης όμως βαπτίζει και έρχεται να βαπτισθή ο Ιησούς, δια να αγιάση μεν ενδεχομένως και τον βαπτιστήν, όπως είναι καταφανές, δια να θάψη μέσα εις το ύδωρ όλον τον παλαιόν Αδάμ και να αγιάση πριν απ’ αυτούς και χάριν αυτών τον Ιορδάνην. Όπως ο ίδιος ήταν πνεύμα και σάρξ, έτσι δίδει πνευματικήν ολοκλήρωσιν με Πνεύμα και ύδωρ. Ο βαπτιστής δεν δέχεται και ο Ιησούς αγωνίζεται να τον πείση. «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα», λέγει ο λύχνος εις τον Ήλιον, η φωνή εις τον Λόγον, ο φίλος εις τον Νυμφίον, ο ανώτερος από κάθε άλλο γέννημα γυναικός εις τον Πρωτότοκον ολοκλήρου της δημιουργίας, εκείνος ο οποίος εσκίρτησεν ενώ ευρίσκετο μέσα εις την κοιλίαν εις εκείνον ο οποίος επροσκυνήθη μέσα εις την κοιλίαν, εκείνος ο οποίος προέτρεξε και ο οποίος θα προτρέξει εις εκείνον ο οποίος εφάνη και θα φανή […]

Τι δε είναι το φτυάρι; Η κάθαρσις. Τι είναι δε το πυρ; Το κάψιμον κάθε νοητού πράγματος και η αναζωπύρωσις του πνεύματος. Τι είναι δε αξίνη; Το κόψιμον της ψυχής, η οποία, αφού γεμίσει με ακαθαρσίας, έχει καταστή αθεράπευτος. Τι είναι η μάχαιρα; Η τομή την οποία κάνει ο Λόγος και η οποία ξεχωρίζει το κακόν από το καλόν και τον πιστόν από τον άπιστον και η οποία κάνει τον υιόν και την θυγατέρα και την νύμφην να επαναστατούν κατά του πατρός και της μητρός και της πενθεράς, και τα νέα και πρόσφατα (να επαναστατούν) κατά των παλαιών τα οποία είναι σκιώδη…


Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.

[…] Αλλά και ανεβαίνει από το ύδωρ ο Ιησούς. Ανεβάζει μαζί του και τον κόσμο και βλέπει να σχίζωνται οι ουρανοί, τους οποίους ο Αδάμ είχε κλείσει δια τον εαυτό του και δια τους απογόνους του, όπως είχε κλείσει και με την μάχαιραν του πυρός τον παράδεισον. Και το Πνεύμα μαρτυρεί την Θεότητα (διότι το όμοιον σπεύδει προς το όμοιον) και η φωνή από τους ουρανούς (διότι απ’ εκεί προέρχονταν εκείνος δια τον οποίον εδίδετο η μαρτυρία). Εμφανίζεται δε ωσάν περιστέρι (διότι τιμά το σώμα, αφού και αυτό γίνεται Θεός με την θέωσιν, όταν αυτή θεωρήται από την πλευράν του σώματος) και λόγω του ότι είναι από πολύ παλαιά συνηθισμένο να φέρη την ευχάριστον αγγελίαν της παύσεως του κατακλυσμού το περιστέρι. Εάν κρίνης την θεότητα με όγκους και με σταθμά, και δια τον λόγον αυτόν σου φαίνεται μικρόν το Πνεύμα, επειδή παρουσιάζεται με την μορφή περιστεριού, ω ανόητε και μικρόψυχε δια τα πιο μεγάλα, είναι καιρός να δυσφημίσης και την βασιλείαν των ουρανών, επειδή παρομοιάζεται με ένα σπειρί από σινάπι, και να υπερυψώνεις τον διάβολον πιο πολύ από την μεγαλειότητα του Ιησού, επειδή αυτός μεν ονομάζεται βουνό μέγα και Λεβιάθαν και βασιλεύς όσων ευρίσκονται εις τα ύδατα, ενώ ο Ιησούς ονομάζεται αρνίον και μαργαρίτης και σταγών και άλλα παρόμοια.

[…] Εμείς ας τιμήσωμεν σήμερα το βάπτισμα του Χριστού και ας το εορτάσωμεν σωστά με το να ευφραινόμεθα πνευματικά και όχι να περιποιούμεθα την κοιλίαν μας. Θα ευφρανθούμεν δε με ποίον τρόπον; Λουσθήτε δια να καθαρισθήτε. Αν μεν είστε κόκκινοι από την αμαρτίαν και ολιγώτερον κόκκινοι από το αίμα, τότε να γίνετε λευκοί όπως το χιόνι. Αν είσθε κόκκινοι και άνθρωποι γεμάτοι από αίματα, τότε ας φθάσετε έστω και την λευκότητα του μαλλιού. Πάντως καθαρισθήτε και φροντίζετε να καθαρίζεστε, επειδή με τίποτε άλλο δεν χαίρεται τόσον πολύ ο Θεός, όσο με την διόρθωσιν και την σωτηρίαν του ανθρώπου, χάριν του οποίου έχουν λεχθή τα πάντα και έχουν δοθή όλα τα μυστήρια, δια να γίνετε φωτεινά αστέρια δια τον κόσμον και δύναμις ζωτική δια τους άλλους ανθρώπους. Δια να παρουσιασθήτε ωσάν τέλεια φώτα εις το μεγάλο φως, και να μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα, της οποίας σήμερα έχετε υποδεχθή την μια αυγήν από την μία Θεότητα, εις το πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η εξουσία εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

(Έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5). 

Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.

Προεόρτιοι ὕμνοι τῶν Φώτων. α) Προσόμοια πρός τό «Αἱ Ἀγγελικαὶ», ψαλλόμενα εἰς τούς Αἴνους τῆς 2ας Ἰανουαρίου. Ἦχος πλ.β΄ εἰρμολογικός. β) Προσόμοια πρός τό «Οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ», ψαλλόμενα εἰς τόν Στίχον τῶν Αἴνων τῆς 5ης Ἰανουαρίου.
Ψάλλει ὁ ἱερομόναχος Ῥωμανός Ἀναστασιάδης, ἀδελφός τῆς Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Προφήτου Ἠλιού Ῥουστίκων, εὑρισκομένης εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Ῥεθύμνης καί Αὐλοποτάμου ἐν Κρήτῃ. Ἡ ἠχογράφησις ἔγινε τό 2005.

Τό κείμενο τῶν ψαλλομένων:

Αἱ Ἀγγελικαί, προπορεύεσθε Δυνάμεις, ἐκ τῆς Βηθλεέμ, πρὸς τὰ ῥεῖθρα Ἰορδάνου. Προέρχου Ἰωάννη, καταλείψας τὴν ἔρημον. Χαῖρε ποταμὲ καὶ εὐτρεπίζου. Πᾶσα δὲ γῆ ἀγαλλιάσθω. Χριστὸς ἔρχεται, τὴν ἁμαρτίαν τοῦ Ἀδάμ, καθᾶραι ὡς εὔσπλαγχνος.// Στόμασιν ἁγνοῖς, καὶ ψυχαῖς κεκαθαρμέναις, δεῦτε μυστικῶς, Βηθλεὲμ μεταχωροῦντες, καὶ πρὸς τὸν Ἰορδάνην, σὺν Χριστῷ ἐπειγόμενοι, ᾄσωμεν αὐτῷ μετ' εὐφροσύνης, αἱ πατριαὶ τῆς γῆς νῦν πᾶσαι, πιστῶς λέγουσαι· Εὐλογημένος ὁ ἐλθών, Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.// Μέγα καὶ φρικτόν, τὸ μυστήριον ὑπάρχει! ὅτι ὁ Θεός, τοῖς ἀνθρώποις ὡμοιώθη, καὶ ἁμαρτίαν ὅλως, μὴ εἰδὼς ὁ ἀνεύθυνος, ὑπὸ Ἰωάννου βαπτισθῆναι, ἐν ποταμῷ τῷ Ἰορδάνῃ, αἰτεῖ σήμερον· Εὐλογημένος ὁ φανείς, Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.// Ἄνθος ἐκ Δαυῒδ, ἀνατείλας τῆς Παρθένου, ἦλθεν ὁ Χριστός, πρὸς τὰ ῥεῖθρα Ἰορδάνου, τάς ἁμαρτίας πλῦναι, τοῦ Προπάτορος ὕδασι. Χόρευσον Ἀδάμ, εὐφραίνου Εὔα, ὁ οὐρανὸς ἀγαλλιάσθω, λαοὶ εἴπωμεν· Εὐλογημένος ὁ ἐλθών, Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.

Ἴδε ὁ Βασιλεύς, ἰδοὺ ἡ προσδοκία, τοῦ Ἰσραὴλ ἐπέστη• Λαοὶ ἀγαλλιᾶσθε, τὸ φῶς γὰρ ἐπιφαίνεται.// Ὦπται τοῖς ἐπὶ γῆς, μετὰ σαρκὸς τὸ θεῖον, νῦν φῶς τοῖς ἐν τῷ σκότει, ἐπέφανε καὶ πᾶσιν, ἡ χάρις ἑξανέτειλεν.// Ὁ λύχνος τῷ Φωτί, ἡ αὐγὴ τῷ Ἡλίῳ, ὁ Πρόδρομος τῷ Λόγῳ, ὁ φίλος τῷ Νυμφίῳ, Προφῆτα καθυπούργησον.