Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Τῆς προδοσίας τὸ φίλημα. Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Τῆς προδοσίας τὸ φίλημα. Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου


Τῆς προδοσίας τὸ φίλημα

Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου.Πρ. Ἱεροῦ Ναοῦ Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιῶς 
Ὅπως ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής: «Τότε πορευθεῖς εἷς των δώδεκα, ὁ λεγόμενος Ἰούδας Ἰσκαριώτης, πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπε. Τί θέλετε μοὶ δοῦναι καὶ ἐγὼ ὑμὶν παραδώσω αὐτὸν» (Ματθ.26,14-15). «Τότε πορευθεῖς…», δηλαδὴ πότε; Ὅταν ἡ πόρνη γυναίκα, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγον ὁ εὐαγγελιστὴς στοὺς προηγούμενους στίχους, πλησίασε τὸν Χριστὸν καὶ ἄδειασε τὸ πολύτιμο μύρο, ποὺ εἶχε μαζί της πάνω στὴν κεφαλὴ τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ δείξει ἔτσι μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν βαθειὰ μετάνοιά της γιὰ τὴν μέχρι τότε ἁμαρτωλὴ καὶ ἄσωτη ζωή της, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν πίστη, τὴν λατρεία καὶ τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Διδάσκαλο.

Ἕνα ἀπὸ τὰ συγκλονιστικότερα γεγονότα τοῦ Θείου Πάθους ἀποτελεῖ χωρὶς ἀμφιβολία ἡ πράξις τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα, ἀφοῦ ἕνα μεγάλος μέρος τῶν τροπαρίων τοῦ ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης, τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἀναφέρονται ἀκριβῶς στὸ γεγονὸς αὐτό. Ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖο ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος περιγράφει μὲ σπάνια δεξιοτεχνία καὶ θεολογικὴ δύναμη ὡς τὸ στυγερότερο καὶ πλέον ἀποτρόπαιο ἔγκλημα, ποὺ γνώρισε ποτὲ ἡ ἀνθρωπότητα.
Τότε λοιπόν, ποὺ ἡ πὸρνη ἐλάμβανε τὴν ἄφεση, τῶν ἁμαρτιῶν της καθὼς μὲ δάκρυα ἐξομολογεῖτο τὶς ἁμαρτίες της, καθὼς καταφιλοῦσε τὰ ἄχραντα πόδια του καὶ τὰ ἀποσπόγγιζε μὲ τὰ μαλλιά της, τότε ὁ Ἰούδας ἔβαλε σὲ ἐφαρμογὴ τὸ βδελυρὸ καὶ ἀπαίσιο ἔργο τῆς προδοσίας. Καὶ ἐκείνη μὲν ἀνέβηκε ἀπὸ τὸν βυθὸ τῆς ἀπωλείας μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ ἐπέτυχε τὴν σωτηρία της, ἐκεῖνος δὲ ἐξέπεσε ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματος καὶ ἐγκρεμίστηκε στὸν βυθὸ τῆς κολάσεως.
 Αὐτὴν τὴν ἀντινομία, τὴν τραγικὴ ἀντίθεση μεταξύ των δύο προσώπων, παρουσιάζει μὲ πολὺ ἀριστοτεχνικὸ τρόπο ἕνα ἀπὸ τὰ τροπάρια τῶν αἴνων τῆς Μεγάλης Τετάρτης:
«Ὄτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ μύρον, τότε ὁ μαθητὴς συνεφώνει τοῖς παρανόμοις. Ἡ μὲν ἔχαιρε κενοῦσα τὸ πολύτιμον, ὁ δὲ ἔσπευδε πωλῆσαι τὸν ἀτίμητον. Αὕτη τὸν Δεσπότην ἐπεγίνωσκεν, οὗτος τοῦ Δεσπότου ἐχωρίζετο. Αὕτη ἠλευθεροῦτο καὶ ὁ Ἰούδας δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ. Δεινὸν ἡ ραθυμία, μεγάλη ἡ μετάνοια…».

Συγκλονιστικὸς ὁ παραλληλισμὸς τῶν δύο προσώπων. Στὰ πρόσωπα αὐτὰ ἀνακεφαλαιώνεται ὅλο το μυστήριον τῆς ἀπωλείας καὶ τῆς λυτρώσεως, τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ  τοῦ θανάτου. Δύο πλάσματα, δύο διαφορετικοὶ κόσμοι, πλησιάζουν τὸν Κύριον, γιὰ ἀντλήσουν ἀπὸ αὐτὸν τὴν ζωήν. Κοινὴ ἡ ἀφετηρία τους, ὁ Χριστός, καὶ ὅμως τελείως διαφορετικὴ ἡ τελικὴ κατάληξις τοῦ κάθε- νὸς ἐξ αὐτῶν καὶ παρὰ πάσαν προσδοκίαν ἀντίθετη πρὸς τὴν ἀναμενόμενη.

 «Τότε πορευθεῖς…». Δηλαδὴ δὲν τὸν ἐκάλεσαν ἄλλοι, οὔτε τὸν ἐξανάγκασε κανεῖς, ἀλλὰ ἐνήργησε μόνος του, κατόπιν ἰδικῆς τοῦ ἐπιλογῆς καὶ ἀποφάσεως. Ξεκὶνησε αὐτὸ τὸ ἐγκληματικὸ ἔργο μὲ ἰδικὴ του πρωτοβουλία καὶ προμελέτη. Δὲν ἦταν πράξις, στὴν ὁποία παρεσύρθη σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπροσεξίας κάτω ἀπὸ τὴν πίεση δυσχεριῶν καὶ δυσμενῶν περιστάσεων. Ἦταν πράξις, τὴν ὁποία ἐν ψυχρῶ ἐμελὲτησε, κατέστρωσε καὶ πραγματοποίησε.
Ἦταν ἔκφρασις ἑνὸς φοβεροῦ πάθους, ποὺ ἔκρυβε στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, τοῦ πάθους τῆς φιλαργυρίας. Τὸ πάθος αὐτὸ γεννήθηκε, ἀναπτύχθηκε καὶ ρίζωσε μέσα του σταδιακὰ καὶ προοδευτικά, μέχρις ὅτου διέβρωσε κατὰ τρόπον ἀνεπανόρθωτον, ὅλο τὸν ψυχικό του κόσμο. Ἐτύφλωσε τοὺς ψυχικούς του ὀφθαλμοὺς καὶ ἐσκλήρυνε τὴν καρδιά του σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μένει ἀσυγκίνητος καὶ ἀναίσθητος μπροστὰ στὴν ἀγάπη τοῦ Διδασκάλου του, μπροστὰ στὰ ἄπειρα θαύματα, τὰ ὁποῖα καθημερινὰ ἔβλεπε ἀπὸ Αὐτὸν καὶ τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσαν καὶ ἀπεδείκνυαν τὴν θεία ἐξουσία καὶ δύναμή του, τὴν μεσσιανική του ἰδιότητα.

«Τότε πορευθεῖς εἷς των δώδεκα…». Δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ τὸν πρόδωσε, δὲν ἦταν ἕνας τυχαῖος ἄνθρωπος, ἢ ἕνας ἀπὸ τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα μαθητῶν, ἀλλ’ ἀνῆκε στοὺς δώδεκα. Δηλαδὴ στοὺς ἐκλεκτούς, σ’ ἐκείνους ποὺ ἦταν κάθε μέρα μὲ τὸν Κύριο. Ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώθηκε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἕνδεκα νὰ ἀπολαὺσει τόσο πλούσια τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δὴ θαύματα, ποὺ δὲν τὰ εἶδαν πολλοὶ ἀπὸ τὸν ὄχλο.
Αὐτὸς ποὺ ἀξιώθηκε, νὰ κάνη καὶ ὁ ἴδιος θαύματα καὶ νὰ θεαραπεύει δαιμονισμένους μὲ τὴν δύναμη τοῦ Διδασκάλου του. Αὐτὸς, τοῦ ὁποίου τὰ πόδια ἔπλυνε ὁ Κύριος κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ Δεῖπνου. Αὐτὸς, στὸν ὁποῖο ἔδωσε ὁ Κύριος τὴν θεία Κοινωνία, τὸ ἅγιο Σῶμα καὶ τὸ τίμιο Αἷμα του.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Ἰούδας συνεφώνησε μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς τὰ τῆς προδοσίας, ζητοῦσε νὰ βρῆ τὴν κατάλληλη εὐκαιρία. Κατέστρωσε δὲ σχέδιο, στὸ ὁποῖο τὰ πάντα εἶχαν τακτοποιηθῆ μέχρι λεπτομερείας, ὥστε τὸ ἐγχείρημα νὰ ἔχει ἐπιτυχία. Ἀκόμη καὶ ὁ τρόπος τῆς προδοσίας εἶχε προβλεφθῆ. Ὅπως σημειώνει ὁ εὐαγγελιστής: «ὁ δὲ παραδοὺς αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σημεῖον λέγων, ὃν ἂν φιλήσω αὐτὸς ἐστίν, κρατήσατε αὐτόν. Καὶ εὐθέως προσελθών τῷ Ἰησοῦ εἶπε, χαῖρε ραββὶ καὶ κατεφίλησεν αὐτὸν» (στίχ.48,49).
Τὸ σημάδι ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ καταλάβαιναν, ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ἦταν τὸ φίλημα. Δηλαδὴ δὲν ἐπροτίμησε ἄλλο τρόπο προδοσίας, φερ’ εἰπεῖν νὰ τὸν δείξει μὲ τὸ δάκτυλο, ἢ μὲ κάποια ἄλλη χειρονομία, ἀλλὰ μὲ φίλημα. Μὲ μιὰ πράξη δηλαδὴ μὲ τὴν ὁποία ἐκδηλώνομε αἰσθήματα βαθειᾶς ἀγάπης καὶ ἐκτιμήσεως, καθώς ἀσπαζόμαστε ἕνα πρόσωπο.
Ποία σχέση ὅμως εἶχε τὸ φίλημα, τὸ σύμβολο αὐτὸ τῆς ἀγάπης μὲ τὸ ἐσωτερικὸ περιεχόμενο τῆς ψυχῆς του, ποὺ ἦταν γεμάτο μίσος καὶ πονηρία πρὸς τὸν Διδάσκαλο; «Ἀλοίμονο», παρατηρεῖ ἔκπληκτος ὁ ἱερὸς Χρυσὸστομος, «πόση πονηρία ἐδέχθηκε ἡ ψυχὴ τοῦ προδότου! Μὲ ποιὰ μάτια ἔβλεπε τότε τὸν Διδάσκαλον; Μὲ ποῖο στόμα τὸν φιλοῦσε;» Καὶ συνεχίζει παρὰ κάτω: «Παρὰξενος εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς προδοσίας, ποὺ συνοδεύεται μὲ φίλημα καὶ μὲ προσφώνηση («χαῖρε ραββί»).
Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπήντησε: Γι’ αὐτὸ ἦρθες ἐδῶ φίλε; Γιατί μου εὔχεσαι νὰ χαίρομαι, ἀφοῦ σκοπός σου εἶναι, νὰ μὲ λυπήσης; Γιατί μὲ περιποιεῖσαι μὲ τὰ λόγια, ἀφοῦ μὲ πληγώνεις μὲ τὰ ἔργα σου; Γιατί μὲ λὲς Διδὰσκαλό σου, χωρὶς νὰ εἶσαι μαθητής μου; Γιατί κακομεταχειρίζεσαι τὸ φίλημα, πού εἶναι ἐκδήλωση ἀγάπης; Γιατί ἔκαμες σύνθημα γιὰ τὴν προδοσία σου τὸ σύμβολο τῆς εἰρήνης;…Ξέρω ποιός σοῦ ἔδειξε τὸν δρόμο γιὰ τὸ δόλιο φίλημα. Ὁ διάβολός σοῦ ἔβαλε στὸ μυαλό σου νὰ νὰ μὲ φιλήσης μὲ τέτοιο τρόπο».

Φοβερὸ λοιπόν, ἀγαπητὲ φίλε ἀναγνώστα, τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας. Φοβερὸ καὶ ὀλέθριο ἀφοῦ κατώρθωσε, νὰ ἀποσπάση ἕναν ἀπὸ τοὺς μαθητᾶς ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ διδασκάλου καὶ νὰ τὸν ὁδηγήση στὴν ἀπώλεια. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸ θεωρεῖ «ρίζα πάντων των κακῶν» (Α΄Τιμ.6,10).
Πάθος, ποὺ σκοτίζει καὶ σκληρύνει τὴν ψυχὴ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μὴν διστάζει, νὰ διαπράττει τὰ στυγερότερα ἐγκλήματα. Πάθος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὅλοι κινδυνεύουμε. Καὶ ἃς μὴν πεῖ κανείς, πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ξαναγίνει ἕνας δεύτερος Ἰούδας, μιὰ ποὺ ὁ Χριστὸς τώρα πλέον βρίσκεται στοὺς Οὐρανοὺς καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ τὸν προδώσουμε, οὔτε νὰ τοῦ δώσουμε τῆς προδοσίας τὸ φίλημα.

Ὅπως λέγει ὁ μέγας ἅγιος της Ἐκκλησίας μας Μάξιμος ὁ ὁμολογητής, κάθε φορά ποὺ ἁμαρτάνομε μὲ τὴν θέλησή μας εἶναι, σὰν νὰ προδίδωμε τὸν Χριστό, ὅπως ὁ Ἰούδας. «Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνη χρησάμενον. Φεῦγε ἀκόρεστον ψυχήν, τὴν Διδασκάλω τοιαῦτα τολμήσασαν…», προειδοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸ ἐμπνευσμένο τροπάριο τοῦ ὄρθρου τῆς Μεγάλης Πέμπτης.
Ἡ πτῶσις τοῦ Ἰούδα μᾶς διδάσκει καὶ κάτι ἀκὸμη. Ὅτι κανένα ἐκκλησιαστικὸ ἀξίωμα, ὅσο μεγάλο καὶ ἂν εἶναι αὐτό, δὲν μᾶς ἑξασφαλίζει τὴν σωτηρία, ἐὰν δὲν προσέξωμε.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος ἔλεγε: «Ὁ δοκῶν ἐστάναι, βλεπέτω μὴ πέση» (Α΄Κορ.10,12). Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν ἰδέα, ὅτι στέκεται, ὅτι εἶναι ἑδραιωμένος στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ νομίζει, ὅτι δὲν διατρέχει κανέναν πνευματικὸ κίνδυνο πτώσεως, ἐκεῖνος ἃς προσέξει, μήπως πέση. Διότι ἡ αὐτοπεποίθηση, ποὺ ἔχει καλλιεργήσει μέσα του, θὰ ἀφαιρέση τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βρεθῆ στὸν κίνδυνο τῆς πτώσεως.
Ἡ Χάρις τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ νὰ εἶναι μαζί σας.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Περί τῆς εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως.

Περί τῆς εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως.





Τήν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τῆς Έγέρσεως τοῦ Κυρίου ἐκ τοῦ τάφου, προσκυνοῦμεν, ὡς ἰστοροῦσαν αὐτήν τήν Ζωηφόρον Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεχόμενοι τήν θέσιν τῆς  Ἐκκλη­σίας, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται εἰς τό Ἱερόν Πηδάλιον τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου:
« Τό νά ζωγραφίζουν τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, ὄχι ἐκ τοῦ τάφου τόν Χριστόν ἐξερχόμενον, καί τούς στρατιώτας περί τόν τάφον ὄντας καί φυλάττοντας, καί τόν Ἄγγελον ἐπί τοῦ λίθου καθήμενον, καθώς λέγει τό Εὐαγγέλιον, ἀλλά ζωγραφίζοντες τόν μέν Χριστόν εἰς ἅδην καταβαίνοντα, τόν δέ Ἀδάμ καί τήν Εὔαν κρατουμένους ὑπό τῶν χειρῶν αὐτοῦ, καί τάς πύλας καί κλεῖθρα τοῦ ἅδου συντετριμμένα, καί δαίμονας πολλούς σκοτεινούς ἐκεῖσε ὅντας, καί πά­ντας τούς Προπάτορας καί Προφήτας· τά ὁποια δέν είναι εἰκών τῆς Ἀναστάσεως ἀλλά εἰκών τῆς εἰς ἅδην καταβάσεως τοῦ Κυρίου.
Ἀνάστασις δέ καί εἰς ἅδην κατάβασις μεγάλην ἔχουσι τήν διαφοράν.
Ἐν γάρ τῆ εἰς ἅδην καταβάσει, χωρι­σμένη ἦτο ἡ ψυχή τοῦ Σωτῆρος ἀπό τό σῶμα.  καί ἡ μέν ψυχή μόνη κατῆλθεν εἰς τόν ἅδην, τό δέ σῶμα ἔκειτο νεκρόν εἰς τόν τάφον.
Ἐν δέ τῆ Ἀναστάσει, ἡνώθη πάλιν ἡ ψυχή μετά τοῦ σώματος, καί τοῦτό ἐστιν ἡ Ἀνάστασις»
                               (Πηδάλιον Ἁγίου Νικοδήμου, ἔκδ. Ἀστέρος, σελ.321)




Ἡ τοῦ Κυρίου Ἀνάστασις σώματος ἀφθαρτισθέντος καί ψυχῆς ἕνωσις ἦν
                           (ταῦτα γάρ τά διαιρεθέντα)
                                                      (Ἰωάν.Δαμασκηνοῦ ΕΠΕ 1, 566)

Λόγος περὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως (Λόγος ΙΓ´)

Λόγος περὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως (Λόγος ΙΓ´)


Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἤδη τὸ Πάσχα, ἡ χαρμόσυνος ἡμέρα, ἡ πάσης εὐφροσύνης καὶ θυμηδίας, τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως κατὰ περίοδον τοῦ χρόνου παραγινομένης ἀεὶ μᾶλλον δὲ καθ᾿ ἑκάστην καὶ ἀεννάως γινομένης ἐν τοῖς εἰδόσι τὸ μυστήριον ταύτης, χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως (Πρβ. Λουκ. α´ 14) ἀφάτου ἐπλήρωσε τὰς καρδίας ἡμῶν, λύσασα ἐπὶ τὸ αὐτὸ τῆς πανσέπτου νηστείας τὸν κόπον ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, τελειώσασα καὶ ἅμα παρακαλέσασα ἡμῶν τὰς ψυχάς, διὸ καὶ πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ εὐχαριστίαν πάντας ὁμοῦ τοὺς πιστοὺς προσκαλεσαμένη, ὡς ὁρᾶτε, διῆλθεν. Εὐχαριστήσωμεν οὖν τῷ Κυρίῳ, τῷ διαβιβάσαντι ἡμᾶς τὸ πέλαγος (Πρβ. Σ. Σολ. ι´ 18) τῆς νηστείας καὶ εἰς τὸν λιμένα τῆς αὐτοῦ ἀναστάσεως ἀγαγόντι μετ᾿ εὐθυμίας ἡμᾶς· εὐχαριστήσωμεν αὐτῷ, οἵ τε καλῶς καὶ προθύμως μετὰ ζεούσης προθέσεως καὶ ἀγώνων τῆς ἀρετῆς τὸν δρόμον διανύσαντες τῆς νηστείας καὶ οἱ ἀσθενήσαντες περὶ ταῦτα δι᾿ ὀλιγωρίαν καὶ ψυχῆς ἀσθένειαν, ἐπειδή αὐτός ἐστιν ὁ καὶ τοῖς σπουδαίοις ὑπὲρ ἐκ περισσοῦ διδοὺς τοὺς στεφάνους καὶ τοὺς ἀξίους μισθοὺς τῶν ἔργων αὐτῶν, καὶ συγγνώμην αὖθις τοῖς ἀσθενεστέροις, ὡς ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος, ἀπονέμων. Ὁρᾷ γὰρ τὰς διαθέσεις ἡμῶν τῶν ψυχῶν καὶ τὰς προαιρέσεις μᾶλλον ἢ τοὺς κόπους τοῦ σώματος, δι᾿ ὧν γυμνάζομεν πρὸς ἀρετὴν ἑαυτούς, ἢ πλεῖον τὴν ἄσκησιν προθυμίᾳ ψυχῆς ἐπιτείνοντες ἢ ἔλαττον δι᾿ ἀσθένειαν σώματος ταύτην τῶν σπουδαίων ποιούμενοι, καὶ κατὰ τὰς προθέσεις ἡμῶν ἀντιμετρεῖ τὰ ἔπαθλα καὶ τὰ τοῦ Πνεύματος ἑκάστῳ χαρίσματα, ποιῶν ἢ περίφημον καὶ ἔνδοξον τῶν σπουδαίων τινὰ ἢ ἐὼν ταπεινόν ἔτι καὶ δεόμενον ἐπιπονωτέρας καθάρσεως.
Ἀλλὰ γὰρ ἴδωμεν, εἰ δοκεῖ, καὶ καλῶς ἐξετάσωμεν, τί τὸ μυστήριον τῆς τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἀναστάσεως, ὅπερ ἀεὶ τοῖς βουλομένοις ἡμῖν μυστικῶς γίνεται, καὶ πῶς ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός ὡς ἐν μνήματι θάπτεται καὶ πῶς ἑνούμενος ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς ἐξανίσταται, συνανιστῶν καὶ ἡμᾶς ἑαυτῷ. Ἐστι δὲ ὁ σκοπός τοῦ λόγου τοιοῦτος.
Ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἡμῶν, ἐπὶ σταυροῦ κρεμασθεὶς καὶ προσηλώσας (Πρβ Κολασ. β´ 14) ἐν αὐτῷ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου (Πρβ Ἰω, α´ 29), θανάτου γευσάμενος (Πρβ Ἑβρ. β´ 9), κατῆλθεν ἐν τοῖς κατωτάτοις τοῦ ᾅδου (Πρβ Ἐφ. Δ´ 9, Ψαλ. πε´ 13). Ὥσπερ οὖν ἐξ ᾅδου πάλιν ἀνελθὼν εἰς τὸ ἄχραντον ἑαυτοῦ σῶμα εἰσῆλθεν, οὗ κατελθὼν ἐκεῖσε οὐδαμῶς ἐχωρίσθη, καὶ εὐθὺς ἀνέστη ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ μετὰ ταῦτα ἀνῆλθεν εἰς οὐρανοὺς μετὰ δόξης πολλῆς καὶ δυνάμεως (Πρβ Ματθ. κδ´ 30, Λουκ. κα´ 27), οὕτω δὴ καὶ νῦν ἐξερχομένων ἡμῶν ἐκ τοῦ κόσμου καὶ εἰσερχομένων διὰ τῆς τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου ἐξομοιώσεως (Πρβ. Ρωμ. ς´ 5, Β´ Κορ. α´ 5, Φιλιπ. γ´ 10 κ.α.) ἐν τῷ τῆς μετανοίας καὶ ταπεινώσεως μνήματι, αὐτὸς ἐκεῖνος ἐξ οὐρανῶν κατερχόμενος, εἰσέρχεται ὡς ἐν τάφῳ ἐν τῷ ἡμῶν σώματι, καὶ ἑνούμενος ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς ἐξανιστᾷ νεκρὰς οὔσας ὁμολογουμένως αὐτάς, καὶ τηνικαῦτα βλέπειν ἐμπαρέχει τῷ οὕτως ἀναστάντι σύν τῷ Χριστῷ τὴν δόξαν τῆς μυστικῆς αὐτοῦ ἀναστάσεως. Ἀνάστασις οὖν Χριστοῦ ἡ ἡμετέρα ὑπάρχει ἀνάστασις, τῶν κάτω κειμένων. Ἐκεῖνος γὰρ μὴ πεσὼν εἰς ἁμαρτίαν ποτέ (Πρβ. Ἰω. η´ 46, Ἑβρ. Δ´ 15, ζ´ 26 κ.α.), καθὰ γέγραπται, μηδὲ ἀλλοιωθεὶς τῆς ἰδίας δόξης κἂν ὁπωσοῦν, πῶς ἀναστήσεταί ποτε ἢ δοξασθήσεται, ὁ ἀεὶ ὢν ὑπερδεδοξασμένος καὶ ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας (Ἐφ. α´ 21) διαμένων ὡσαύτως; Ἀνάστασις καὶ δόξα Χριστοῦ ἡ ἡμετέρα, καθάπερ εἴρηται, δόξα ὑπάρχει, ἡ διὰ τῆς ἐν ἡμῖν αὐτοῦ ἀναστάσεως γινομένη καὶ δεικνυμένη καὶ ὁρωμένη ἡμῖν. Ἅπαξ γὰρ οἰκειωσάμενος τὰ ἡμέτερα, ἃ ποιεῖν ἐν ἡμῖν αὐτός, ταῦτα ἑαυτῷ ἐπιγράφεται.
Ἀνάστασις δὲ ψυχῆς ἡ ἕνωσίς ἐστι τῆς ζωῆς· ὥσπερ γὰρ τὸ νεκρόν σῶμα, εἰ μὴ δέξεται ἐν ἑαυτῷ τὴν ζῶσαν ψυχὴν καὶ ἀμίκτως ταύτῃ μιγῇ, ζῆν οὐ λέγεται οὐδὲ δύναται, οὕτως οὐδὲ ψυχὴ μόνη ζῆν αὐτὴ καθ᾿ ἑαυτὴν δύναται, εἰ μὴ ἀρρήτως καὶ ἀσυγχύτως ἑνωθῇ Θεῷ, τῇ ὄντως αἰωνίᾳ ζωῇ (Πρβ Α´ Ἰω. ε´ 20). Πρὸ γὰρ τῆς ἐν γνώσει καὶ ὁράσει καὶ αἰσθήσει ἑνώσεως νεκρά ἐστιν, εἰ καὶ νοερὰ ὑπάρχει καὶ τῇ φύσει ἀθάνατος. Οὔτε γὰρ γνῶσις δίχα ὁράσεως, οὔτε ὅρασις δίχα αἰσθήσεως. Ἔστι δὲ τὸ λεγόμενον οὕτως· ὅρασις καὶ ἐν τῇ ὁράσει γνῶσις καὶ αἴσθησις (ἐν τοῖς πνευματικοῖς δὲ τοῦτό φημι, ἐν γὰρ τοῖς σωματικοῖς καὶ δίχα ὁράσεως αἴσθησις γίνεται). Οἷόν τι λέγω; Τυφλὸς εἰς λίθον τὸν πόδα κρούων αἰσθάνεται, ὁ δὲ νεκρός οὔ· ἐν τοῖς πνευματικοῖς δὲ εἰ μὴ εἰς θεωρίαν ἔλθῃ ὁ νοῦς τῶν ὑπὲρ ἔννοιαν, τῆς μυστικῆς ἐνεργείας οὐκ αἰσθάνεται. Ὁ οὖν πρὸ τῆς θεωρίας τῶν ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον καὶ ἔννοιαν ἐπαισθάνεσθαι λέγων ἐν τοῖς πνευματικοῖς, τῷ τὰς ὄψεις πηρῷ ἔοικεν, ὃς ἐν οἷς μὲν πάσχει ἀγαθοῖς ἢ κακοῖς ἐπαισθάνεται, ἀγνοεῖ δὲ τὰ ἐν χερσὶν ἢ ποσὶ καὶ τὰ παραίτια ζωῆς ἢ θανάτου τούτῳ γενόμενα· τὰ γὰρ ἐπερχόμενα αὐτῷ κακὰ ἢ ἀγαθὰ οὐδαμῶς ἐπαισθάνεται τῆς ὀπτικῆς ἐστερημένος δυνάμεως καὶ αἰσθήσεως, ὅθεν καὶ πολλάκις τὴν ῥάβδον ἐπάρας πρὸς τὴν τοῦ ἐχθροῦ ἄμυναν, ἀντ᾿ ἐκείνου ἔσθ᾿ ὅτε τὸν ἑαυτοῦ φίλον μᾶλλον ἐτύπτησε, τοῦ ἐχθροῦ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ἱσταμένου καὶ διαγελῶντος αὐτόν.
Ἀνάστασιν Χριστοῦ οἱ πλείονες μὲν τῶν ἀνθρώπων πιστεύουσιν, ὀλίγοι δὲ λίαν εἰσὶν οἱ καὶ ταύτην βλέποντες καθαρῶς, οἱ δέ γε μὴ θεασάμενοι οὐδὲ προσκυνεῖν δύνανται, ὡς ἅγιον καὶ Κύριον, τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν· «Οὐδεὶς γάρ, φησί, δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α´ Κορ. ιβ´ 3), καὶ ἀλλαχοῦ· «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰω. δ´ 24). Οὐδὲ γὰρ λέγει τὸ ἱερώτατον λόγιον, ὃ καθ᾿ ἑκάστην ἐπὶ στόματος περιφέρομεν· Ἀνάστασιν Χριστοῦ πιστεύσαντες, ἀλλὰ τί; «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, τὸν μόνον ἀναμάρτητον». Πῶς οὖν προτρέπεται νῦν ἡμᾶς τὸ Πνεῦμα λέγειν τὸ Ἅγιον – ὡς αὐτὴν ἰδόντες, ἥνπερ οὐκ εἴδομεν· «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», ἅπαξ πρὸ χιλίων ἐτῶν ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ καὶ μηδὲ τότε τοῦτον ἀνιστάμενον ἰδόντος τινός; Ἆρα μὴ ψεύδεσθαι ἡμᾶς βούλεται ἡ θεία Γραφή; Ἄπαγε, ἀλλ᾿ ἀληθεύειν μᾶλλον παρεγγυᾷ, ὡς ἐν ἑνὶ ἑκάστῳ ἡμῶν τῶν πιστῶν ἐγγινομένης δηλονότι τῆς Χριστοῦ ἀναστάσεως καὶ τοῦτο οὐχ ἁπλῶς, ἀλλά καθ᾿ ὥραν, ὡς εἰπεῖν, αὐτοῦ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἐν ἡμῖν ἐξανισταμένου, λαμπροφοροῦντος καὶ ἀπαστράπτοντος τὰς τῆς ἀφθαρσίας καὶ Θεότητος ἀστραπάς. Ἡ φωτοφόρος γὰρ παρουσία τοῦ Πνεύματος τὴν ἀνάστασιν ἡμῖν, ὡς ἐν πρωΐᾳ (Πρβ Ἰω. κα´ 4) ὑποδεικνύει, μᾶλλον δὲ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν ἀναστάντα ὁρᾷν χαρίζεται. Διὸ καὶ λέγομεν· «Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν» (Ψαλ. ριζ´ 27), καὶ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ὑποσημαίνοντες παρουσίαν ἐπιφέροντες οὕτω λέγομεν· «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ψαλ. ριζ´ 26). Οἷς οὖν ἐπιφανῇ ὁ Χριστὸς ἐξαναστάς, πάντως πνευματικῶς αὐτοῖς τοῖς πνευματικοῖς ὄμμασι ὁρώμενος δείκνυται. Ὅταν γὰρ ἐν ἡμῖν διὰ τοῦ Πνεύματος γένηται, ἀνιστᾷ ἡμᾶς ἐκ νεκρῶν καὶ ζωοποιεῖ καὶ αὐτὸν ἐν ἡμῖν ὅλον ὁρᾷν ζῶντα δίδωσι, τὸν ἀθάνατον καὶ ἀνώλεθρον, οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ συνανιστῶντα (Πρβ. Ἐφ. β´ 6) καὶ συνδοξάζοντα (Πρβ. Ρωμ. η´ 17) ἡμᾶς ἑαυτῷ τρανῶς γινώσκειν χαρίζεται, καθώς πᾶσα θεία Γραφὴ μαρτυρεῖ.
Ταῦτα τοίνυν εἰσὶ τὰ τῶν χριστιανῶν θεῖα μυστήρια, αὕτη ἡ ἐγκεκρυμμένη τῆς πίστεως ἡμῶν δύναμις, ἣν οἱ ἄπιστοι ἢ δύσπιστοι ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἡμίπιστοι οὐχ ὁρῶσιν, οὔτε μὴν ἰδεῖν οὐδαμῶς δύνανται (Πρβ. Α´ Τιμ. ς´ 16). Ἄπιστοι δέ, δύσπιστοι καὶ ἡμίπιστοι, οὗτοί εἰσιν οἱ μὴ διά τῶν ἔργων τὴν πίστιν ἐπιδεικνύμενοι (Πρβ. Ἰακ. β´ 18). Ἔργων γὰρ δίχα καὶ οἱ δαίμονες πιστεύουσι (Πρβ. Ἰακ. β´ 19) καὶ Θεὸν εἶναι τὸν Δεσπότην ὁμολογοῦσι Χριστόν·
«Οἴδαμεν γὰρ σε (Πρβ. Μαρκ. α´ 24, Λουκ. δ´ 34), φασί, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ» (Πρβ. Ματθ. η´ 29 κ.α.), καὶ ἀλλαχοῦ· «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν»(Πραξ. ις´ 17). Ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε τοὺς δαίμονας οὔτε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἡ τοιαύτη πίστις ὠφελήσει. Οὐδὲ γὰρ τῆς πίστεως ταύτης ὄφελος, νεκρὰ γὰρ ἐστι κατὰ τὸν θεῖον ἀπόστολον· «Ἡ πίστις γὰρ, φησί, δίχα τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν» (Ἰακ. β´ 26), ὥσπερ καὶ τὰ ἔργα δίχα πίστεως. Νεκρὰ δὲ πῶς; Ὅτι τὸν ζωογονοῦντα Θεὸν (Πρβ. Α´ Τιμ. ς´ 13) οὐκ ἔχει ἐν ἑαυτῇ, ὅτι τὸν εἰπόντα· «Ὁ ἀγαπῶν με τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσει (Πρβ. Ἰω. ιδ´ 21, 23), καὶ ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιησόμεθα» (Ἰω. ιδ´ 23) οὐκ ἐκτήσατο ἐν ἑαυτῇ, ἵνα τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ ἐξαναστήσῃ τὸν κεκτημένον αὐτὴν ἐκ νεκρῶν καὶ ζωοποιήσῃ αὐτὸν καὶ τὸν ἀναστάντα ἐν αὐτῷ καὶ αὐτὸν ἀναστήσαντα κατιδεῖν χαρίσηται. Νεκρὰ οὖν ἐστιν ἡ τοιαύτη πίστις τούτου γε ἕνεκα, μᾶλλον δὲ νεκροὶ οἱ ταύτην χωρὶς τῶν ἔργων κεκτημένοι εἰσίν. Ἡ γὰρ πίστις, ἡ εἰς Θεόν, ἀεὶ ζῇ καὶ ζῶσα ζωοποιεῖ τοὺς ἐκ προθέσεως ἀγαθῆς προσερχομένους καὶ ὑποδεχομένους αὐτήν, ἥτις καὶ πρὸ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν πολλοὺς ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν ἀνήγαγε καὶ τὸν Χριστὸν καὶ Θεὸν ὑπέδειξε. Καὶ ἔμελλον ἄν, εἰ ἐνέμειναν ταῖς αὐτοῦ ἐντολαῖς καὶ ταύτας μέχρι θανάτου (Πρβ. Φιλιπ. β´ 8) ἐφύλαξαν, διαφυλαχθῆναι καὶ αὐτοὶ ὑπ᾿ αὐτῶν – οἷοι δηλονότι γεγόνασιν ὑπὸ μόνης τῆς πίστεως· ἐπεὶ δὲ μετεστράφησαν ὡς τόξον στρεβλὸν (Ψαλ. οζ´ 57) καὶ ταῖς προτέραις αὐτῶν περιεπάρησαν πράξεσιν, εἰκότως εὐθὺς καὶ περὶ τὴν πίστιν εὑρέθησαν ναυαγήσαντες (Α´ Τιμ. α´ 19) καὶ τοῦ ἀληθινοῦ πλούτου, ὅς ἐστι Χριστὸς ὁ Θεός, ἑαυτοὺς δυστυχῶς ἀπεστέρησαν. Ὅπερ ἵνα μὴ πάθωμεν καὶ ἡμεῖς, τηρήσωμεν, ἀξιῶ, τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ ὅση δύναμις, ἵνα καὶ τῶν παρόντων καὶ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, λέγω δὴ αὐτῆς τῆς τοῦ Χριστοῦ θέας, ἐπαπολαύσωμεν, ἧς Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου… Η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου… Η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.






Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Μακαρίου Γρινιεζάκη.

«Ἰδοῦ καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδοῦ καιρός μετανοίας».
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εἶναι περίοδος μεταμόρφωσης. Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται καθημερινά «τόν καλόν ἀγώνα», πού ἀποβλέπει στήν ἀλλαγή, στήν ὁλοκληρωτική πνευματική ἀλλοίωση τῶν αἰσθήσεων, τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν ἀναγκῶν καί τῆς σάρκας. Μέσα ἀπό μιά θαυμάσια, ἄνετη, εἰρηνική, μυσταγωγική καί προσευχητική διαδικασία ὅλα μεταμορφώνονται κατά τήν περιόδο αὐτή. Γι᾽ αὐτό ὁ καιρός τοῦ κατανυκτικοῦ Τριωδίου, «καιρός εὐπρόσδεκτος καιρός μετανοίας», εἶναι ξεχωριστός, γίνεται γιά ὅλους μας «ὁ εὐλογημένος καιρός» μέσα στήν τραγικότητα τῆς ἱστορίας μας, ἀφοῦ ἀναζητοῦμε τό ἄλλο, τό διαφορετικό ἀπό αὐτό πού ἐπαγγέλεται ὁ κόσμος, ἀφοῦ καλλούμαστε νά  χορτάσουμε πνευματικά, ἐνῶ θά πεινοῦμε σωματικά, ἀφοῦ αἰσθανόμαστε τό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκουσίως πορεύεται πρός τή σταύρωση, ἀφοῦ τέλος, προσπαθοῦμε νά γίνουμε κοινωνοί τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς ὡραιότητας Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας. Μιᾶς ὡραιότητας μοναδικῆς καί ἀνεπανάληπτης πού βιώνεται μόνο ὅταν ὑπάρχει τό πνεῦμα καί τό ἦθος τῆς Σαρακοστῆς, τό ὁποῖο μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ὡς «πόθος ψυχῆς δρυμίς καί ἀφόρητος» γιά τό Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας μας Ἰησοῦ Χριστό.
Ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου πού ἐπανειλημμένα θά ἀκούγεται τήν περίοδο αὐτή χαρακτηρίζεται ὡς ἡ προσευχή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, γιατί ἀκριβῶς συνοψίζει ὅλο τό πνεῦμα καί τό ἦθος αὐτῆς τῆς περιόδου, πού εἶναι ἀσκητικό καί προσευχητικό[1].
Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή καθίσταται στάδιο ἀγώνα προσωπικοῦ καί ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ ἀποτελεῖ ἕνα κανόνα ἐλέγχου, ἕνα μέτρο ἀξιολόγησης τοῦ προσωπικοῦ μας ἀγώνα, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει στό νά μᾶς ἀπελευθερώσει ἀπό κάποιες βασικές πνευματικές ἀσθένειες, πού διαμορφώνουν τή ζωή μας καί μᾶς κάνουν πραγματικά ἀνίσχυρους, ἐνῶ προσδοκᾶ νά μᾶς ὁδηγήσει στή μετάνοια, στήν ἐλευθερία, στήν ἐμπειρία τῶν ἀρετῶν, πού θά μεταμορφώσουν τελικά τή χριστιανική μας ζωή τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό, ἀλλά καί τόν σύμπαντα κόσμο[2].
Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου.
Ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ξεκινᾶ μέ μιά ἐπίκληση στό Θεό, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ πονεμένου καί ταλαιπωρημένου ἀνθρώπου: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου». Μέ αὐτή τήν ἐπίκληση ἤ ἄν θέλετε μέ αὐτή τήν ἐσωτερική κραυγή συντριβῆς καί ἀγωνίας ὁ ἄνθρωπος δηλώνει τή μηδαμηνότητά του, καταθέτει ἐνώπιον τοῦ «Κυρίου καί Δεσπότου» τῆς ζωῆς του ὅτι αἰσθάνεται τήν ἁμαρτωλότητά του καί τήν ἀδυναμία του, ἐνῶ ἐμμέσως πλήν σαφῶς ἀναγνωρίζει τόν ἑαυτό του ὡς δούλο ἔναντι τοῦ Κυρίου του. Ἔτσι ὁ Χριστός γιά τόν προσευχόμενο δέν καθίσταται ἁπλᾶ καί μόνο ἕνας Θεός ἤ ἕνας σπουδαῖος ἄνθρωπος πού πέρασε ἀπό τήν ἱστορία τοῦ κόσμου ἤ ἀκόμη ἕνας μεγάλος φιλόσοφος, ὁ ὁποῖος πραγματοποίησε τεράστιες κοινωνικές τομές καί μεταρρυθμίσεις, ἀλλά ὁ Χριστός γίνεται ὁ «Κύριος καί Δεσπότης τῆς ζωῆς του». Ἀπό τήν ἀρχή, ἑπομένως, τῆς προσευχῆς αὐτῆς δίδεται τό στίγμα τοῦ προσευχομένου ἀνθρώπου, ὅτι ἀφενός ἀνήκει στήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός τόν ὁποῖο ἐπικαλεῖτε, καί ἀφετέρου ὅτι ἀποδέχετε τήν κυριότητα τοῦ Χριστοῦ στή ζωή του ἀποκαλύπτοντας διά τῆς ἐπικλήσεως αὐτῆς τήν πίστη καί τήν ἀφοσίωση στή θεότητά Του[3].
Ἡ ἀποδοχή τοῦ Χριστοῦ ὡς «Κυρίου καί Δεσπότου τῆς ζωῆς μας» ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιά ὅλους μας κυρίως ὅμως γι᾽ αὐτούς οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας τήν τάση τῆς αὐτονομίας καί αὐτοειδωλοποιήσεως, πολλές φορές χωρίζουν τήν ζωή τους ἀπό τό Θεό, ἀπομονώνονται καί ἀπομακρύνονται, γεγονός πού δηλώνει ὅτι κατ᾽ οὐσίαν δέν Τόν ἀναγνωρίζουν ὡς «Κύριο καί Δεσπότη τῆς ζωῆς τους». Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἔχοντας τή ροπή τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, τολμᾶ μέ θράσσος μέσα στήν καθημερινότητά του, νά αὐτοανακηρύσσεται Θεός γιά νά ἔχει ἔτσι τήν δυνατότητα νά γνωρίσει τά πάντα καί νά γευτεῖ ὅλους τούς καρπούς, δίχως ἀναστολές καί ἠθικούς ἐνδοιασμούς, ἀφοῦ «χωρίς Θεό ὅλα ἐπιτρέπονται».
Δέν χρειάζεται βέβαια πολύς χρόνος γιά νά διαπιστώσει κανείς ὅτι αὐτή ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τό Θεό καί ἡ προσωπική αὐτονόμηση ὄχι μόνο δέν προσφέρει στόν ἄνθρωπο χαρά καί ἐσωτερική πληρότητα ἀλλά καταθλιπτικά περιορίζει καί συνθλίψει τή ζωή του. Γι᾽ αὐτό ὁ αὐτονομημένος καί ἐγωιστής ἄνθρωπος, ὁ αὐτοθεούμενος καί αὐτολατρευόμενος καταντᾶ νά ζεῖ ἀνελεύθερα. Οἱ ἀπολαύσεις του γίνονται πόνος. Οἱ ἠδονές του καταλήγουν σέ ὀδύνες. Οἱ χαρές του εἶναι ἄγευστες. Ἡ ζωή του ὅλη εἶναι μιά κατάθλιψη χωρίς νόημα καί ἐνθουσιασμό.
Μέ ἄνεση κατανοοῦνται οἱ παραπάνω ἀλήθειες ἐάν προχωρήσουμε στά λόγια τῆς εὐχῆς τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, τά ὁποῖα μᾶς παρουσιάζουν ἕνα σύμπλεγμα παθῶν, ἀρνητικῶν στοιχείων τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πού ἀπομακρύνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ὁδό τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν ἐργασία τῶν ἀρετῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σημειώνει, ἐπικαλούμενος τόν «Κύριο καί Δεσπότη τῆς ζωῆς του», ὁ ὅσιος πατήρ: «Πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς», δηλαδή μή μοῦ δώσεις Κύριε πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας.
Ὅπως εὔκολα διαπιστώνουμε τά πάθη αὐτά: ἡ ἀργία, ἡ περιέργεια, ἡ φιλαρχία, καί ἡ ἀργολογία, εἶναι πάθη τῆς καρδιᾶς καί ὄχι τοῦ σώματος. Κι αὐτό πρέπει νά τό προσέξουμε ἰδιαίτερα, ἀποδεχόμενοι ὅτι τό κείμενο τῆς Εὐχῆς τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, καθώς καί ὁλόκληρη ἡ παράδοση τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, δέν δίνει πρωτεύουσα σημασία στά ἁμαρτήματα τῆς σάρκας, ὅπως λανθασμένα νομίζουμε, ἀλλά στά ἁμαρτήματα τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς. Ἐκεῖ δίδονται οἱ λεπτές πνευματικές μάχες καί ἀπό τή διάκριση αὐτή ἐξαρτᾶται τό δράμα τῆς ἀπώλειάς μας ἤ ἡ ὀμορφιά τῆς σωτηρίας μας[4].
Πνεῦμα ἀργίας…. μή μοι δῷς.
Ἡ πρώτη πρός ἀποφυγή πνευματική ἀσθένεια πού παρουσιάζεται εἶναι ἡ ἀργία, ἡ ὁποία ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ πηγή κάθε κακίας καί ἡ θύρα ἀπό τήν ὁποία μπαίνουν οἱ δαίμονες στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Γι᾽ αὐτό ἐν ἐπιγνώσει παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μήν μᾶς δώσει πνεῦμα ἀργίας, πού αὐτόματα σημαίνει ὅτι δέν ἐπιθυμοῦμε νά γίνομε ἄπρακτοι, ὀκνηροί, νωθροί, ἀδρανεῖς ἤ ἀδιάφοροι[5].
Ἡ ἀργία, ὅπως καί κάθε πνευματικό παράπτωμα, μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τό Θεό, κυρίως ὅμως συνιστᾶ μιά βασική ἄρνηση τῆς κλήσεώς μας καί ἀπόρριψη τῆς εὐθύνης μας νά διακονήσουμε ὡς συνδημιουργοί τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσίν Του. Ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος, ἐπί τῇ βάσει τῶν προδιαγραφῶν του, δημιουργεῖ καί ἐργάζεται ὅπως τόν Δημιουργό Θεό. Ὁ χριστιανός δέν ζεῖ ἀπλά μέσα στή δημιουργία, ἀλλά ἐργάζεται γι᾽ αὐτήν, τή φροντίζει καί ἔχει ἀναλάβει τήν διαχείρησή της, μιά εὐθύνη ἀρκετά ὑψηλή καί ἐπίπονη, παράλληλα ὅμως καί τιμητική ἐφόσον κανένα ἄλλο δημιούργημα δέν ἔχει αὐτό τό ἰδιαίτερο χάρισμα.
Μέ αὐτά τά δεδομένα ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι κάθε παθητικότητα καί ἀδράνεια, κάθε μορφῆς ἀργία καί ἀδιαφορία εἶναι φαινόμενα ξένα πρός τό πνεῦμα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀλλά καί πρός τό ἦθος τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας. Ὁ χριστιανός ὀφείλει νά καταθέτει καθημερινά τήν μαρτυρία του, πού πρέπει νά εἶναι μαρτυρία δυναμική, ἔμπρακτη, δημιουργική, συμμετοχική στό δημιουργικό ἔργο τοῦ Θεοῦ. Πόσο δυσάρεστο εἶναι τό γεγονός νά ἐπιτρέπουμε ἤ νά ἀποδεχόμαστε ὡς πρόσωπα ἀλλά καί ὡς κοινωνία ἡ ἀργία νά γίνεται τρόπος ζωῆς. Ὡς πρόσωπα, δυστυχῶς, δέν ἐπιθυμοῦμε νά ἐργαζόμαστε, δέν χαιρόμαστε τή δουλειά, δέν ἔχουμε τόν πόθο νά μετέχουμε στήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί στήν ζωή τοῦ πλησίον. Κι αὐτό συμβαίνει σέ τέτοια βαθμό ὥστε τό μεγάλο ἀστικό πρόβλημα πού παρουσιάζεται σήμερα εἶναι τό τί θά κάνουμε τίς ἐλεύθερες ὥρες μας, γεγονός πού δηλώνει ὅτι ταυτίζουμε τή ζωή μας μέ τήν ξεκούραση, τήν ἀργία καί τήν ἀπόλαυση[6].
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ἡ καταναλωτική κοινωνία μας ἔχει τήν τάση νά μειώνει τήν ἐργασία, νά αὐξάνει τήν ἀπόλαυση, νά ἐξαφανίζει σχεδόν τήν δημιουργηκότητα τοῦ ἀνθρώπου καί τό χειρότερο νά μεταποιεῖ τίς ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας σέ ἀργίες, πού λειτουργοῦν ὡς εὐκαιρίες ξεκούρασης, ἐκτόνοσης, διασκέδασης καί ἀπόλαυσης. Ἔτσι μέ πολλή λύπη διαπιστώνουμε ὅτι ἡ Κυριακή καί σχεδόν ὅλες οἱ ἐκκλησιαστικές ἑορτές γιά πολλούς ἀπό τούς συνανθρώπους μας ἔχουν χάσει τό σκοπό καί τό νοημά τους, ἀφοῦ ἀργούμε ἀλλά δέν ἑορτάζουμε, ξεκουραζόμαστε σωματικά ἀλλά ἀσθενούμε πνευματικά. Καί βέβαια ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἑορτάζει ἀλλά δέν ἀργεῖ γιατί ἡ ἀργία εἶναι σημεῖο ἀπομόνωσης, ἐγωισμοῦ καί ἐσωστρέφειας ἐνῶ ἡ ἑορτή εἶναι κοινωνία μέ τή χαρά τοῦ Θεοῦ, τή χαρά τῶν Ἁγίων καί τῆς Ἐκκλησίας[7].
Πνεῦμα περιεργείας…. μή μοι δῷς.
Ἡ ἀργία ὡς ἀπραξία ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ στήν περιέργεια. Ἤδη ἀπό τά ἀποστολικά χρόνια ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καυτηριάζει τήν περίπτωση τῶν γυναικῶν ἐκείνων πού εἶχαν περιέργεια σημειώνοντας ὅτι «καί ἀργαί…. οὐ μόνον δέ ἀργαί, ἀλλά καί φλύαροι καί περίεργοι, λαλοῦσαι τά μή δέοντα»[8]. Εἶναι σαφές καί μόνο ἀπό τούς λόγους τοῦ Ἀποστόλου ὅτι ἡ περιέργεια εἶναι ἕνα πάθος πού ἐκφράζει τήν ἐσωτερική ἀκαταστασία καί ἀταξία αὐτοῦ πού τό ἔχει. Γιατί ὁ περίεργος εἶναι συνεχῶς συγχυσμένος, ἀνήσυχος καί ταραγμένος. Διακατέχεται ἀπό ἐπιπολαιότητα, ἀταξία, ἀνευθυνότητα, παραμονή στήν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων καί τῶν καταστάσεων. Ὁ περίεργος χάνει τήν προσοχή του, διασπᾶ καί ἐκδαπανᾶ τό νοῦ καί τήν καρδιά του σέ ἀλλότρια καί μή σπουδαῖα πράγματα, μέ ἀποτέλεσμα νά χάνει τήν πορεία του πρός τόν οὐρανό, νά ἐκτροχιάζεται ἀπό τό δρόμο τοῦ Εὐαγγελίου, νά ματαιοπονεῖ, καί νά ἐγκλωβίζει τήν καρδιά του σέ ἀνούσια καί ἀνώφελα θέματα[9].
Πέραν τοῦτων ὅμως ἡ περιέργεια δηλώνει ὅτι ὡς ἄνθρωποι δέν ἔχουμε γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας, γι᾽ αὐτό μέ ἄνεση ἐγκαταλείπουμε τά δικά μας θέματα, τά προβλήματά μας, τά πάθη μας καί τίς ἁμαρτίες μας, τίς ὑποχρεώσεις μας καί τίς ἐργασίες μας καί μέ τρόπο αὐθάδη καί κυνικό εἰσερχόμαστε στή ζωή τῶν ἄλλων. Ἔτσι, τό πάθος αὐτό τῆς ψυχῆς μᾶς αἰχμαλωτίζει στόν πειρασμό τῆς κρίσεως καί τῆς κατακρίσεως, τοῦ χλευασμοῦ καί τῆς γελειοποιήσεως τῶν ἄλλων, ἀφοῦ δέν ἐργαζόμαστε γιά τούς ἄλλους, ἀλλά περιεργαζόμαστε τούς ἄλλους[10].
Πνεῦμα φιλαρχίας…. μή μοι δῷς.
Τό νά ἐγκαταλείπει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά ἀσχολεῖται μέ ἀλλοτρια πράγματα εἶναι καθαρά δεῖγμα ἐγωισμοῦ. Γιά τό λόγο αὐτό τό ἐπόμενο πάθος πού παρακαλοῦμε τόν «Κύριο καί Δεσπότη τῆς ζωῆς μας» νά ἀπαλλαγοῦμε εἶναι ἡ φιλαρχία. «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας μή μοι δῷς».
Ἡ φιλαρχία εἶναι ἡ οἴηση, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ φιλοδοξία γιά ἀρχηγία, ἡ δίψα γιά ἐξουσία καί ἡ ἀγωνία γιά καταδυνάστευση. Πρόκειται γιά ἕνα πάθος πού κυριεύει τόν ἄνθρωπο ὅταν αὐτός χάσει τήν αὐτογνωσία του καί τήν κυριαρχία πάνω στόν ἑαυτό του. Μάλιστα ἡ φιλαρχία συνιστᾶ τό ἀποτέλεσμα τῶν δύο παθῶν πού ἀναφέρθηκαν προηγουμένως: τῆς ἀργίας καί τῆς περιεργείας, γιατί οἱ ἀργοί καί οἱ περίεργοι ἐπιθυμοῦν νά καλύψουν τήν ἔνδειά τους καί τά ἐσωτερικά τους κενά μέ τό νά θέλουν νά γίνουν φίλαρχοι. Αἰχμαλωτίζονται σέ μιά ζωή πού φθείρεται στήν ἀργία καί τήν ὀκνηρία, ἐνῶ παράλληλα ἐγκλωβίζονται στήν περιέργειά τους γιά τά θέματα τῶν ἄλλων κι αὐτή ἡ νοσηρή κατάσταση ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ στήν ἀπομόνωση, στήν εὐτέλεια, στήν ὑπερηφάνεια, στόν ἐγωισμό, στήν φιλαυτία καί στήν φιλαρχία[11].
Ἡ ἀργία, ἡ περιέργεια καί ἡ φιλαρχία κλονίζουν τή σχέση μας μέ τό Θεό καί τόν πλησίον. Κι ὅταν αὐτή ἡ σχέση διαστρέφεται «τότε ἀναγκαστικά ὠθούμαστε νά ἀναζητήσουμε ἀντιστάθμισμα σέ μιά ριζικά λανθασμένη στάση ἀπέναντι στά πρόσωπα τῶν ἄλλων καί στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ ζωή μας χωρίς Θεό ἤ δίχως ἄφθαρτα ἀγαθά, ἐκ τῶν πραγμάτων θά γίνει ἐγωιστική καί ἐγωκεντρική καί αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι θά πρέπει νά γίνονται τά μέσα γιά τή δική μας αὐτοϊκανοποίηση ἤ φιλοδοξία. Ἄν ὁ Θεός δέν εἶναι ὁ Κύριος καί Δεσπότης τῆς ζωῆς μας, τότε τό ἐγώ μας εἶναι αὐτό πού θά γίνει ὁ Κύριος καί Δεσπότης τῆς ζωῆς μας, τό ἀπόλυτο κέντρο τοῦ κόσμου μας, τό μοναδικό μέτρο ὅλων τῶν πραγμάτων, μέ βάση τίς δικές μας ἀνάγκες, ἰδέες, ἐπιθυμίες καί κρίσεις. Ἔτσι ἡ ἐπιθυμία τῆς φιλαρχίας γίνεται ἡ βασική μας ἁμαρτία στίς σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους, ἀφοῦ συνήθως ἀπαιτοῦμε τήν ὑποταγή τῶν ἄλλων σέ μας»[12].
Ὡστόσο, ἡ φιλαρχία συνιστᾶ τελείως διαφορετική ἔννοια ἀπό αὐτήν τῆς ἀρχῆς. Ἡ φιλαρχία εἶναι ἡ νοθευμένη καί διεστραμμένη μορφή τῆς ἀρχῆς. Γιατί ἡ ἀρχή εἶναι χάρισμα πού προέρχεται ἀπό τήν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Κατά τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία τό νά ἄρχουμε εἶναι διακονία, εἶναι θυσία εἶναι προσφορά καί εὐλογία. Ὁ ἄρχων χαίρεται τούς καρπούς τοῦ πόνου καί τῆς θυσίας καί ὄχι τή δόξα τοῦ ἀξιώματός του, ἐνῶ ἐπιδιώκει τή φροντίδα καί τή μέριμνα γιά ὅλους τούς ἄλλους ἀγνοώντας τήν δική του ἀπόλαυση, ἄνεση καί ξεκούραση[13]. Γι᾽ αὐτό πολύ σοφά θά σημειώσει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός: «Οὐκ ἔστι κακόν τό ἄρχειν, ἀλλ᾽ ἡ φιλαρχία, οὐδέ ἡ δόξα ἀλλ᾽ ἡ φιλοδοξία καί χείρων ταύτης κενοδοξία»[14].
Πνεῦμα ἀργολογίας…. μή μοι δῷς.
Τό τελευταῖο πνευματικό ἐμπόδιο πού ἀναφέρεται στήν εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου εἶναι ἡ ἀργολογία. Καί ἀναφέρεται στό τέλος τῶν πρός ἀποφυγήν παθῶν ὄχι διότι εἶναι ὑποδεέστερο τῶν ἄλλων ἀλλά ἀκριβῶς διότι ἡ ἀργολογία εἶναι τό πιό διαδεδομένο πνευματικό νόσημα τῶν ἀνρθώπων, ἀκόμη καί τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας.
«Ἀργολογία σημαίνει νά φλυαροῦμε ὑπέρμετρα ἤ ἀπεριόριστα, νά ἐκστομίζουμε λέξεις πού δέν εἶναι λόγοι καρδιᾶς, νά λέμε λόγους κενούς, μάταιους, μωρούς, εὐτράπελους, κατακριτικούς, ἄσαρκους καί ἀνεύθυνους, χωρίς ἐπίγνωση καί σεβασμό στόν ἄνθρωπο καί τή ζωή του. Ὁ λόγος ἀσφαλῶς εἶναι ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά θεῖα χαρίσματα τοῦ ἀνθρώπου, πού μπορεῖ ὅμως νά διαστραφεῖ καί νά μεταστραφεῖ σέ τρομακτικό κίνδυνο, σέ ὅπλο καταστροφικό, ἀφοῦ μπορεῖ νά γίνει συκοφαντία, κατάκριση, ὕβρη, βλασφημία, αἵρεση κι ἔτσι νά ὁδηγήσει στήν πτώση καί τήν καταδίκη τόν ἄνθρωπο. Ὁ λόγος ὅταν δέν χωρίζεται ἀπό τήν θεία καταγωγή καί τό θεῖο σκοπό του εἶναι λόγος παρακλήσεως, ἐπικλήσεως, ἱκεσίας, δοξολογίας καί εὐχαριστίας, ὅταν ὅμως χωριστεῖ ἀπό τό Θεό τότε μπορεῖ νά καταντήσει λόγος ἀργός καί νά γίνει ἀκριβῶς ἀργολογία»[15].
Οἱ πατέρες τῆς Ἐκλκησίας μας καί κυρίως οἱ πατέρες τῆς ἀσκήσεως ὄχι μόνο δέν ἀγαπούσαν τήν ἀργολογία ἀλλά ἀντιθέτως χρησιμοποιούσαν τόν λόγο ὅταν αὐτό πού ἐπρόκειτο νά ποῦν ἦταν πιό πολύτιμο ἀπό τή σιωπή. Γι᾽ αὐτό ἐκείνο πού ἐκφράζει τήν ὀρθόδοξη παράδοση δέν εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν λόγων ἀλλά ἡ διδασκαλία τῶν ἔργων, δηλαδή ἡ μαρτυρία τῆς ζωῆς μας τήν ὁποία τόσο ἔχει ἀνάγκη ἡ σημερινή κοινωνία μας.
Ἡ παράκληση πού ἀπευθύνουμε στό Θεό: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς» προσβλέπει στό νά μᾶς εἰσαγάγει στήν ἐμπειρία καί στό βίωμα τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι στή θεωρία καί στό στεγνό συναίσθημα, πού δέν ἀναζωογονοῦν τήν ψυχή καί δέν μεταμορφώνοῦν τόν ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτό στή συνέχεια τῆς εὐχῆς παρακαλοῦμε τό Θεό, τόν «Κύριο καί Δεσπότης καί Βασιλέα τῆς ζωῆς μας», νά μᾶς χαρίζει «πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης», στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιά τήν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου.
Πνεῦμα σωφροσύνης… χάρησαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ἡ πρώτη ἀπό αὐτές τίς ἀρετές πού προτείνεται εἶναι ἡ σωφροσύνη που σημαίνει «νά ἔχει κανείς σῶο φρόνημα, σεμνότητα, κοσμιότητα, νηφαλιότητα, σοφία, ἐγκράτεια, ἀκεραιότητα, ἁγνότητα ψυχῆς καί σώματος. Ἡ σωφροσύνη εἶναι τό ἀντίδοτο τῆς ἀλογίας, τῆς παραφροσύνης, τῆς ἀθεΐας, τῆς ἀκολασίας, τῆς ρυπαρότητας καί τῆς ἀθλιότητας, μέ τά ὁποῖα εἶναι πλήρης ὁ οἶκος τοῦ ἄφρονος ἀνθρώπου καί δι᾽ αὐτοῦ πλήρης ὁ οἶκος τῆς ἀλόγου κοινωνίας μας»[16].
Ὁ σημερινός κόσμος φαίνεται νά ἀπεχθάνεται τήν σωφροσύνη, γι᾽ αὐτό ἐπιδιώκει μόνο τήν ἄνεση, ἐπικροτεῖ τόν πολιτισμό τῶν ἀπολαύσεων, τῆς εὐμάρειας καί τῆς εὐημερίας, ἐπιδιώκει σκανδαλωδῶς τίς ἠδονές τῆς σάρκας καί ἀνέχεται τήν διαστροφή τοῦ καταναλωτισμοῦ. Λείπει παντελῶς ἀπό τόν κόσμο μας ἡ ἐγκράτεια, ἡ νηστεία, τό μέτρο, δηλαδή ἡ σωφροσύνη. Γι᾽ αὐτό ὁ ἄνθρωπος καλεῖται διά τῆς ἐπικλήσεως: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου χάρισαί μοι τῷ δούλῳ πνεῦμα σωφροσύνης», πού σημαίνει ὅτι «καλεῖται νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό ἀκάθαρτους καί αἰσχρούς λογισμούς, ἀπό σαρκικές ἐπιθυμίες καί ἡδονές, ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος, ἀπό κάθε ἀπρεπές βλέμμα καί ἄτακτο γέλιο, ἀπό κάθε ἀκολασία καί ἀφροσύνη καρδιακή». Καί τονίζεται ἰδιαίτερα ἡ ἀποχή ἀπό κάθε ἀκολασία καί ἀφροσύνη καρδιακή διότι ὅπως προαναφέρθηκε ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔχει νά κάνει μέ τήν καλλιέργεια τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Ἐξάλλου, σωφροσύνη δέν εἶναι μόνο ἡ ἀποχή ἀπό τήν πορνεία καί τά σαρκικά ἁμαρτήματα, ἀλλά ἡ ἀποχή ὅλων τῶν κακῶν ἐπιθυμιῶν καί παθῶν, ὅπως εἶναι ἡ φιλοχρηματία, ἡ φιλαργυρία, ἡ πλεονεξία, ἡ ἐσωστρέφεια καί γενικά ὅλα τά πάθη πού μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τό Θεό καί μειώνουν τήν ἀγάπη μας γιά τόν πλησίον[17].
Πνεῦμα ταπεινοφροσύνης… χάρησαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Γιά νά ὑπάρξει σωσφροσύνη πρέπει ἀπαραίτητα νά ὑπάρχει ὡς βάση ἡ ταπεινοφροσύνη καί ἀντίθετα δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ταπεινοφροσύνη δίχως τήν προϋπόθεση τῆς σωφροσύνης. Εἶναι δύο ἀρετές ἀλληλένδετες καί ἄμεσα συνδεδεμένες ὅπως τό φῶς μέ τή θερμότητα. Ὅπου ὑπάρχει φῶς ὑπάρχει καί θερμότητα καί ὅπου ὑπάρχει θερμότητα ὑπάρχει καί φῶς.
Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ δεύτερη στή σειρά τῶν ἀρετῶν πού ἐπικαλούμαστε διά τῆς εὐχῆς τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ: «Πνεῦμα δέ σωφροσύνης καί ταπεινοφροσύνης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ». Πρόκειται γιά τό ἀντίθετο τῆς ὑπερηφανείας, τῆς ἀλαζονείας, τῆς ἐπάρσεως, τῆς οἰήσεως, τῆς κενοδοξίας, τῆς αὐτοδικαιώσεως, τοῦ ἑωσφορικοῦ ἐγωισμοῦ. Ἡ ταπεινοφροσύνη ταυτίζεται μέ τήν ἐπίγνωση τοῦ ἑαυτοῦ μας, μέ τό αἴσθημα τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, μέ τό ταπεινό φρόνημα, πού ἐκφράζεται καί συνοδεύεται ἀπό συντριβή καί μετάνοια γιά τά λάθη καί τίς ἁμαρτίες μας[18].
Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ ἀρετή πού προσελκύει τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἀφοῦ «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν»[19]. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μέ σαφήνεια μᾶς διδάσκουν ὅτι ταπεινοφροσύνη δέν εἶναι ἁπλῶς καί μόνο ἡ κακουχία τοῦ σώματος, τήν ὁποία μπορεῖ νά ἔχουν κάποιοι ἀλλά παράλληλα νά μήν εἶναι ταπεινοί. Ταπεινοφροσύνη δέν ἔχει κάποιος ὅταν ἀπό ἀνάγκη ἤ ἀπό συμφέρον ταπεινώνεται, ἀκόμη δέν εἶναι ταπεινοφροσύνη τό νά μεμψημιρεῖ κανείς μέ τόν ἑαυτό του νομίζοντας ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, ἐνῶ τήν ἴδια στιγμή ἐπιμένει νά εἶναι ἀμετανόητος γιά τίς ἁμαρτίες του καί τά λάθη του. Καί βέβαια ταπεινοφροσύνη δέν εἶναι ἡ ταπεινοσχημία, δηλαδή τό νά ὑποδύεται κανείς τήν ταπείνωση. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι φρόνημα καρδιακό, πού σημαίνει ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τίς ἀρετές του καί τά χαρίσματά του καί τά ἀνάγει στό Θεό παράλληλα ὅμως ἀντιλαβμάνεται τίς ἀδυναμίες του καί τά λάθη του τά ὁποῖα δίχως καμιά δυσκολία ἀποδίδει στόν ἑαυτό του[20].
Πνεῦμα ὑπομονῆς… χάρησαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Καρπός τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι ἡ ὑπομονή γιατί ἄν δέν ἔχεις ταπεινοφροσύνη δέν μπορεῖς νά ὑπομείνεις, νά μείνεις ἀτάραχος καί σταθερός, νά ἐλέγχξεις τίς δυνάμεις σου ἀλλά καί τίς ἀδυναμίες σου. Ὁ ὑπομένων εἶναι αὐτός πού καρτερικά ἀφήνεται στό Θεό καί ἀναμένει νά ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ γιά νά ἐκπληρωθεῖ τό θέλημά Του, πού εἶναι πρός τό συμφέρον τῆς ψυχῆς του. Κι ἡ ὥρα αὐτή τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά καθυστερήσει καί νά χρειαστεῖ πολλή ὑπομονή.
Μέ ἄνεση κατανοεῖται αὐτή ἡ μεγάλη ἀλήθεια ἄν μάλιστα θυμηθοῦμε τήν περίπτωση τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδᾶ, ὁ ὁποῖος γιά τριανταοκτώ ὁλόκληρα χρόνια ὑπέμεινε τό σταυρό τῆς δοκιμασίας του. Ὅμως μετά ἀπό τόσα χρόνια ὑπομονῆς ἔφτασε ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου παρακαλεῖ τόν «Κύριο καί Δεσπότη τῆς ζωῆς μας» νά μᾶς χαρίσει, μετά ἀπό τήν σωφροσύνη καί τήν ταπεινοφροσύνη, τήν ὑπομονή. Γιατί ἡ ὑπομονή εἶναι ἡ δύναμη πού θά βοηθήσει τόν καθένα ἀπό μᾶς νά ἀναμένει καρτερικά τήν ὥρα τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία μπορεῖ νά εἶναι μετά ἀπό τριανταοκτώ χρόνια ὅπως συναίβει στόν Παράλυτο, μπορεῖ νά εἶναι αὔριο, μπορεῖ νά εἶναι τώρα, ἀλλά μπορεῖ νά εἶναι καί πέντα λεπτά πρίν σφραγίσουμε τά μάτια μας σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο[21].
Ἐξάλλου ὅλοι γνωρίζουν ἀπό προσωπική ἐμπερία ὅτι ἡ ὑπομονή δοκιμάζεται στίς δύσκολες περιστάσεις τῆς ζωῆς, στίς ἀσθένειες, στόν καρκίνο, στίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες, σέ κάθε στιγμή πού καλούμαστε νά σηκώσουμε τό σταυρό μας καί νά ἀκολουθήσουμε τό δρόμο τοῦ Θεοῦ πού εἶναι σταυρικός, στενός, ἐνδεχομένως τεθλιμένος καί σίγουρα ὄχι ἄνετος.
Πνεῦμα ἀγάπης… χάρησαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ἡ ὑπομονή οἰκοδομεῖ. Εἶναι στοιχεῖο καλῆς ἐπικοινωνίας, συμβάλει στήν προαγωγή τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων κυρίως ὅμως ἐνισχύει τό σύνδεσμο τῆς ἀγάπης. Οἱ ἀρετές γιά τίς ὁποίες ἤδη ἀναφερθήκαμε κορυφώνονται καί τελειώνονται μέ τήν ἀγάπη πού εἶναι ἡ τελευταία στήν ἐπίκληση τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ. «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ». Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Χωρίς αὐτήν ὁ ἀγώνας μας εἶναι ἀτελής, δέν ἐπιφέρει καρπούς πνευματικούς.
Ἡ ἀγάπη εἶναι τό τελευταῖο χάρισμα πού ζητᾶ ὁ πιστός ἀλλά οὐσιαστικά ἐπειδή αὐτή ἀποτελεῖ τό ἐπιστέγασμα τῶν ἀρετῶν ἔρχεται στό τέλος γιά νά κατανοήσουμε προσευχητικά ὅτι ὅλες οἱ ἀρετές εἶναι χριστιανικές καί καρποφόρες ἀνάλογα μέ τό βαθμό πού μετέχουν καί ἐκφράζουν τήν ἀγάπη.
Κύριο γνώρισμά της εἶναι ἡ ἄνευ ὅρων θυσία τοῦ ἑνός γιά τόν ἄλλο. Θυσία σέ τέτοιο βαθμό πού μόνο ὁ θάνατος μπορεῖ νά περιορίσει. Ἀκόμη καί τό πρόσωπο τοῦ ἐχθροῦ πρέπει νά ἀγαπήσουμε, ἀφοῦ ὁ ἀγαπών ἄνθρωπος παραιτήται ἀπό κάθε δικαίωμα καί κάθε διεκδίκηση καί ἀξίωση γιά τόν ἑαυτό του. Στήν ἀσκητική φιλοσοφία ἡ διεκδίκηση τοῦ δικαιώματος μᾶς χωρίζει ἀπό τό Θεό καί μᾶς ἐγκλωβίζει στόν ἑαυτό μας γιατί ἀποτελεῖ ἔκφραση ἐγωισμοῦ. Καί βέβαια εὔκολα ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὁ κόσμος πού διεκδικεῖ μετά μανίας τά λεγόμενα ἀνθρώπινα δικαιώματα, στό βάθος ἀγωνίζεται γιά τήν ἀνισότητα. Ἔτσι παρατηροῦμε ὅτι οἱ ἰσχυροί τῆς Γῆς σήμερα μιλοῦν γιά ἰσότητα, εὐημερία καί εἰρήνη ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη ἀνέχονται ἤ στή χειρότερη περίπτωση οἱ ἴδιοι δημιουργοῦν τήν ἔνδοια, τήν φτώχεια, τήν πείνα, τό ρατσισμό, τήν σπατάλη, τόν πόλεμο, τόν καπιταλισμό καί τόν πλουτισμό. Μιλοῦν γιά ἀνθρώπινα δικαιώματα ἀλλά προσπαθοῦν νά ἐπιβάλλουν τή δικαιοσύνη μέ τή θυσία τῶν ἄλλων ἀλλά ὄχι τή δική τους.
Τίποτε δέν ὑπάρχει στήν Ἐκκλησία καί στή Θεολογία πού νά μήν πηγάζει ἀπό τήν ἀγάπη. Ὁ Θεός κυρίως καί πρωτίστως εἶναι ἀγάπη[22]. Ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ δηλώνει τήν κενωτική Του ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο. Ὁ σταυρός εἶναι δεῖγμα θυσιαστικῆς ἀγάπης. Ἡ ὕπαρξη καί ἡ σύσταση τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι δεῖγμα προνοητικῆς ἀγάπης. Ἡ κάθοδος τοῦ Παναγίου Πνεύματος δηλώνει τήν χαρισματική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο καί στόν ἄνθρωπο.
Ἐμεῖς ἁγιαζόμαστε καί σωζόμαστε κατά χάριν μόνο ὅταν μετέχουμε στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία πρέπει νά τονίσουμε δέν συνιστᾶ ἕνα ἰδίωμα ἤ μιά ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἀλλά τό Εἶναι Του. Γι᾽ αὐτό ἡ Εὐαγγελική ἀγάπη συνίσταται στό νά δίνεις κυρίως τόν ἑαυτό σου στόν ἄλλο. «Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν»[23] σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί προσθέτει παρακάτω ὅτι «μείζονα ταύτης οὐδείς ἔχει, ἵνα τίς τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ»[24]. Ἡ ἀγάπη δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει στήν ἀπομόνωση ἀλλά προϋποθέτει τόν ἄλλο, τόν πλησίον. Κι ὅποιος ἀγαπᾶ προσλαμβάνει τόν πλησίον, ἐνστερνίζεται τή ζωή του καί δίνει αὐτό πού εἶναι καί ὄχι αὐτό πού ἔχει[25].
Δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου.
Γιά νά ἀποκτήσει κάποιος τήν ἀγάπη πρέπει νά ἀρχίσει νά βλέπει τόν ἑαυτό του εἰς βάθος καί νά σταματήσει νά ἀσχολεῖται μέ τούς ἄλλους. «Ναί Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου» εἶναι τό τελευταίο μέρος τῶν ἱκεσιῶν πρός τό Θεό τῆς προσευχῆς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ ἀναφορά αὐτή εἶναι μία ἔμεση νύξη γιά μετάνοια καί συγχώρηση. Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο τό γεγονός ὅτι ἡ εὐχή τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ, ἀκούγεται γιά πρώτη φορά στόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό, τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς, πού εἶναι γνωστή σέ ὅλους τούς χριστιανιούς ὡς ἡ Κυριακή τῆς συγχώρησης.
Εἶναι σαφές ὅτι ἡ στροφή στόν ἑαυτό μας ἡ ὁποία πραγματοποιείται μέ τήν ὅραση τῶν ἐμῶν πταισμάτων, ἀποτελεῖ τήν ἀρχή τῆς σωτηρίας, γιατί βλέποντας τόν πραγματικό μας ἑαυτό πού εἶναι ἁμαρτωλός, γεμάτος πάθη καί ἀδυναμίες, συνειδητοποιοῦμε ὅτι τό μόνο πού μπορεῖ νά μᾶς σώσει εἶναι τό ἔλεος καί ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ἁγνοεῖ τά δικά του σφάλματα εἶναι τυφλός πνευματικά. Ὁποιος κατακρίνει τόν ἀδελφό του σημαίνει πως βλέπει μόνο τά σφάλματα τοῦ πλησίον καί ὄχι τά δικά του καί ἑπομένως ἔχει φρόνημα φαρισαϊκό. Ἀκόμη κι ἄν διαπιστώνουμε λάθη καί ἀδυναμίες στόν ἄλλο, δέν πρέπει νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας ὅτι ὁ πλησίον δέν εἶναι ὁ ἄγνωστος, ὁ ξένος, ὁ ἐχθρός, ὁ ἀντίδικος ἀλλά ὁ ἀδελφός μας, ὁ φίλος μας. Εἶναι ἡ χαρά μας. Ὁ πλησίον εἶναι τό μέσο γιά νά δοῦμε τό Θεό καί νά γευτοῦμε τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου. Ἡ κρίση καί ἡ κατάκριση ἐκφράζουν ἑωσφορικό ἐγωισμό καί ἐσωτερική ἀκαταστασία. Εἶναι δεῖγμα αὐθάδειας καί ἐλειψης σεβασμοῦ πρός τό Δημιουργό, ἀφοῦ ἐμεῖς ἐπιχειροῦμε νά οἰκειοποιηθοῦμε τό ἔργο τῆς κρίσεως πού ἀνήκει στό Θεό, ἕνα ἔργο τό ὁποῖο γίνεται ἐγκληματικό ὅταν περιορίζεται στά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης δικαιοσύνης. Γιατί ὁ Θεός εἶναι μέν κριτής, ἀλλα στήν κρίση Του ὑπερισχύει ἡ ἀγαθότητα καί ὄχι ἡ δικαιοσύνη[26].
Κατά συνέπεια τό βάρος σύμφωνα μέ τόν συγγραφέα τῆς εὐχῆς πέφτει στό νά βλέπουμε τά δικά μας πταίσματα καί ὄχι τοῦ πλησίον πού εἶναι ὁ ἀδελφός μας. Πρωταρχικό καί ἐπείγον εἶναι νά ἀποκτήσουμε ἐπίγνωση καί αὐτομεμψία, νά ἀποκτήσουμε τήν εὐλογημένη ἀρετή τοῦ αὐτοελέγχου τῶν ἀδυναμιῶν καί ἁμαρτιῶν μας. Εἶναι σωτήριο νά μήν κατακρίνουμε. Ἀκόμη καί ἄν μέ τά ἴδια μας τά μάτια δοῦμε κάποιον νά ἁμαρτάνει ἄς μήν τον καταδικάσουμε ἀλλά ἄς καλύψουμε στοργικά καί σιωπηλά τό σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ μας. Εἶναι χαρακτηριστική ἐν προκειμένῳ ἡ ἀναφορά τοῦ Γεροντικοῦ: «Ἔλεγον περί τοῦ Ἀββᾶ Μακαρίου ὅτι γέγονε θεός ἐπίγειος, ὅτι ὥσπερ ἐστίν ὁ Θεός σκεπάζειν τόν κόσμον, οὕτω γέγονεν ὁ Ἀββᾶς Μακάριος, σκεπάζειν τά ἐλαττώματα, ἅ ἔβλεπεν ὡς μή βλέπων καί ἅ ἤκουεν ὡς μή ἀκούων».
Ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἡ προσευχή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς θά ἀκούγεται καθημερινά στούς Ὀρθόδοξους ναούς μας πολλοί δέ ἀπό μας θά τήν ψελλίζουν μέ τό στόμα καί θά τήν αἰσθάνονται μέ τήν καρδιᾶ τους. Ἡ εὐχή αὐτή ἐκφράζει τό ἀσκητικό φρόνημα πού πρέπει νά ἔχουμε αὐτή τήν περίοδο καί περικλείει τό ὀρθόδοξο ἦθος τῆς Ἐκκλησίας μας. Θά πορευθοῦμε μέχρι τή Ἀνάσταση ἔχοντας συντροφιά αὐτή τήν εὐχή καί καθημερινά θά παρακαλοῦμε τό Θεό νά μᾶς ἐλεήσει μέ τήν ἀπαλλαγή τῶν παθῶν καί νά μᾶς εὐλογήσει μέ τή δωρεά τῶν ἀρετῶν.
Ἡ εὐχή ὁλοκληρώνεται μέ τήν προσφορά τῆς εὐχαριστίας πρός τόν Θεό: «ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Καί εἶναι σά νά λέει ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ: μετά τήν ἱκεσία μου νά ἀπαλλαγῶ ἀπό τά πάθη τῆς ἀργίας, τῆς περιεργείας, τῆς φιλαρχίας καί τῆς ἀργολογίας, μετά ἀπό τή θερμή μου παράκληση νά βιώσω τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου με σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, ὑπομονή καί ἀγάπη, καί ὅταν τελικά καταφέρω νά ἔλθω εἰς ἑαυτόν καί ἀρχίσω νά βλέπω τά ἐμά πταίσματα δίχως νά κατακρίνω τόν ἀδελφό μου, τότε θά εἶμαι ἔτοιμος ἐν εὐγνωμοσύνῃ πολλῇ νά εὐχαριστήσω καί νά δοξολογήσω τό Θεό λέγοντας «ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Κύριος καί Δεσπότης καί Βασιλεύς τῆς ζωῆς μας, εἶναι ὅμως καί «ὁ εὐλογητός τῶν αἰώνων». Κι αὐτό εἶναι σημαντικό διότι γιά νά φτάσει κάποιος νά χαρακτηρίζει ἔτσι τό Θεό σημαίνει ὅτι ἔχει ἀρχίσει τήν πνευματική του ἐργασία καί πορεύεται σταυρωαναστάσιμα, μετανοόντας γιά τά πλήθη τῶν πεπραγμένων του δεινῶν. Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ εὐχή ἀρχίζει ἀλλά καί τελειώνει μέ τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι καί ὁ κάθε πιστός ἀρχίζει τήν ἐν ἐπιγνώσει πορεία του πρός τό Θεό, μέ τό Θεό, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς βεβαιότητας καί ἐλπίδα γιά τή σωτηρία του.
Τόν Θεό φωνάζουμε, Αὐτόν ποθοῦμε, ἐπιθυμοῦμε νά μᾶς ἀποκαλυφθεῖ, προσβλέπουμε νά γίνει ὁ ἐλευθερωτής μας, παρακαλοῦμε νά πλουτίσει τή φτώχεια μας καί νά μᾶς γεμίσει μέ χαρά ἀνεξάντλητη, ὅπως εἶναι ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως, γιατί Αὐτός εἶναι «ὁ εὐλογητός εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Ἀμήν.
[1] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», Ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἔκδοση 1η, Ἀθήνα, Μάρτιος 1988, σελ. 43.
[2] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 44.
[3] Δομπραράκη Γεωργίου Πρωτοπρεσβυτέρου,  «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου….», Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Γ´ Ἔκδοση, Νέα Σμύρνη 2005, σελ. 11.
[4] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 53.
[5] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 54.
[6] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 57.
[7] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 58.
[8] Β´ Τιμ. 5, 13.
[9] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 59.
[10] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 60.
[11] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 61.
[12] Σμέμαν π. Ἀλεξάνδρου. Βλέπε και: Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 62.
[13] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 62.
[14] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 63.
[15] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 63.
[16] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 72.
[17] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 75.
[18] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 76.
[19] Α´  Πέτρου 5, 5.
[20] Δομπραράκη Γεωργίου Πρωτοπρεσβυτέρου,  «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου….», ὅπ. π., σελ. 41.
[21] Νικολάου Μητροπολίτου Μεσογαίας κάι Λαυρεωτικῆς, Ἐκεῖ πού δέν φαίνεται ὁ Θεός, Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, Γ´ Ἔκδοση, 2010, σελ. 29.
[22] Α´ Ἰωάν. 4, 16.
[24] Ἰωάν. 15, 12-13.
[25] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 87.
[26] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 90.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Προσευχή στον κύριο Ιησού Χριστό

Προσευχή στον κύριο Ιησού Χριστό

Ιησού, Συ που δημιούργησες τους Αγγέλους, και είσαι Κύριος αυτών των αυλών όντων, που σε δοξολογούν ασίγητα, Σε δοξολογώ, Ιησού, που καλλώπισες όλα τα κτίσματα, Σ᾿ ευχαριστώ, γιατί με το λογικό που μου έδωσες τα βλέπω και τα χαίρομαι.

Ιησού, που μ᾿ ένα Σου νεύμα έφτιαξες τον ουρανό, εξομολογούμαι ότι με το βάρος των αμαρτιών μου δεν μπορώ να σηκώσω το βλέμμα να τον δω.
Ιησού, που κατασκεύασες τον ήλιο και τη σελήνη, φώτισε την ψυχή μου.

Ιησού, που διακόσμησες τον ουρανό με τ᾿ άστρα, κόσμησέ με, με τα χαρίσματά Σου.

Ιησού, που ζωγράφισες τη γη με τα πολύχρωμα κι ευωδιαστά λουλούδια, κάνε να βλαστάνει κι η ψυχή μου άνθη των αρετών.

Ιησού, που έκανες να βγάζουν τα δέντρα διαφόρους ωραίους καρπούς, πλούτισε με, με τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Γνώριζε αδελφέ μου


Ισαάκ-του-ΣύρουΤου Αγίου Ισαάκ του Σύρου

Γνώριζε, αδελφέ μου ότι γι’; αυτό πρέπει να καθόμαστε μέσα στο κελί μας, για να μη μαθαίνουμε τα κακά έργα των ανθρώπων, και τότε τους βλέπουμε όλους ως άγιους· αλλά αν ελέγχουμε, και παιδεύουμε και κρίνουμε και εξετάζουμε και αδικούμε και μεμψιμοιρούμε, τότε λοιπόν σε τι διαφέρει η ζωή στην ησυχία από τη ζωή στις πόλεις;

Και τι άλλο υπάρχει χειρότερο από τη ζωή στην έρημο, αν δεν απαλλαγούμε από όλα αυτά; αν δεν ησυχάζεις στην καρδιά σου, ησύχασε τουλάχιστον με την γλώσσα σου· και αν δεν μπορέσεις να τακτοποιήσεις τους λογισμούς σου, τακτοποίησε τουλάχιστον τις σωματικές σου αισθήσεις· και αν δεν είσαι μόνος με τη διάνοια σου, μείνε τουλάχιστον μόνος με το σώμα σου· 

και αν δεν θέλεις να εργάζεσαι σωματικά, να λυπάσαι τουλάχιστον με τη διάνοια σου· και αν δεν μπορείς να αγρυπνάς όρθιος, αγρύπνησε καθιστός ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι σου· και αν δεν μπορείς να νηστεύσεις δύο ημέρες, νήστευσε τουλάχιστον ως το απόγευμα· και αν δεν μπορείς πάλι ως το απόγευμα, μη χορταίνεις την κοιλιά σου· και αν δεν είσαι άγιος στην καρδιά, γίνε καθαρός στο σώμα σου· 

και αν δεν πενθεί η καρδιά σου, ας πενθεί το πρόσωπο σου· και αν δεν μπορείς να ελεήσεις, μίλησε τουλάχιστον ως αμαρτωλός· και αν δεν είσαι ειρηνοποιός, μη γίνεσαι τουλάχιστον φιλοτάραχος· και αν δεν υπάρχεις ικανός και έμπειρος, γίνε ακούραστος στο φρόνημα·

και αν δεν είσαι νικητής, μη υπερηφανεύεσαι μπροστά στους αίτιους και υπεύθυνους· και αν δεν μπορείς να φράξεις το στόμα εκείνου του κατηγορεί τον αδελφό του, φύλαξε τουλάχιστον το δικό σου, και μη συμφωνήσεις μαζί του. 
agiosmgefiras.blogspot.gr

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

"Θεολογικές προεκτάσεις της ακολουθίας του Μεσονυκτικού"

"Θεολογικές προεκτάσεις της ακολουθίας του Μεσονυκτικού"


(Πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός)

Είναι γνωστόν ότι ο Προφήτης Δαβίδ στους Ψαλμούς του λέει ότι «επτάκις της ημέρας ήνεσά σε, επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» και ότι αυτή η φράση αποτέλεσε την βάση για να οργανωθεί από τους Πατέρες της Εκκλησίας και τους υπευθύνους των μοναστικών τυπικών το πρόγραμμα εκκλησιαστικής προσευχής και λατρείας του Θεού στα μοναστήρια, αλλά και σε ενοριακό επίπεδο, μολονότι εκεί έχουμε συγκεκομμένο το γεγονός της λατρείας.


Μια σειρά από ακολουθίες, του Μεσονυκτικού, του Όρθρου, των 4 Ωρών και του Εσπερινού (η ακολουθία του Αποδείπνου δεν μπαίνει στον ημερήσιο κύκλο προσευχής, διότι και θεωρείται ιδιωτική ακολουθία, ασχέτως αν σήμερα γίνεται στο Καθολικό της Μονής, αλλά και πολλαχού επισυνάπτεται στην ακολουθία του Εσπερινού) καλύπτουν την ημέρα και τη νύκτα του ανθρώπινου χρόνου. Ο άνθρωπος, και ιδίως ο μοναχός, ζει και τρέφεται με τη λατρεία του Θεού, λατρεία η οποία έχει ως κύριο συστατικό της τη προσευχή. Και είναι ευτύχημα ότι και στον κόσμο, τα τελευταία χρόνια, έχει εγκαταλειφθεί εκείνο το σύστημα των αυτοσχέδιων προσευχών που προήλθε κατ’ επίδραση των μισσιοναρίων προτεσταντών ιεραποστόλων, οι οποίοι κατέκλυσαν τον ελλαδικό χώρο στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας και συνετέλεσαν στην εκκλησιαστική αλλοτρίωση της ορθόδοξης Παράδοσης, αλλοιώνοντας το ορθόδοξο φρόνημα του λαού μας! Και είναι ευτύχημα πάλι ότι ο κόσμος έχει αρχίσει να προσεύχεται με τον τρόπο της Εκκλησίας, κάνοντας Όρθρο και Εσπερινό, αλλά και Απόδειπνο, μπαίνουν ξανά αυτοί οι παραδοσιακοί τρόπο λατρείας που στο κάτω-κάτω έχουν και το αληθινό νόημα της προσευχής μας, αλλά και διασώζουν το ήθος της ελληνορθόδοξης λατρείας!

Να περάσουμε τώρα στην ακολουθία του Μεσονυκτικού. Οδηγός μας θα είναι ο άγιος Συμεών, επίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο οποίος στα Άπαντά του έχει γράψει ένα ολόκληρο πόνημα σχετικά με τον κύκλο της προσευχής και της λατρείας προς το Θεό. Συνοδός ακόμη σ’ αυτή την αναζήτηση θα είναι και ο άγιος Μάρκος Εφέσου, ο οποίος έχει γράψει ένα πολύ ενδιαφέρον πόνημα περί των Ακολουθιών του Νυχθημέρου. Να πούμε προκαταβολικά ότι η ακολουθία του Μεσονυκτικού σήμερα θεωρείται ως μια ακολουθία που διεξάγεται κυρίως στα Μοναστήρια και όχι στις ενορίες του κόσμου, όμως, αν την παρακολουθήσουμε στα βήματά της, θα πεισθούμε ότι πρόκειται για μια ακολουθία που έχει πολύ μεγάλη σπουδαιότητα για την καθ’ όλη ζωή ενός προσευχόμενου ανθρώπου. Σχετικά μ’ αυτό το θέμα, μπορούμε ίσως να κουβεντιάσουμε στο τέλος της εισήγησης.

Κατά το Μεσονύκτιο ή μετά από λίγο (μεσονύκτιο στα μοναστήρια του Αγίου Όρους δεν είναι η 12 της νύχτας, όπως στον κοσμικό χρόνο, αλλά η μέση της νύχτας κατά τον Αγιορείτικο χρόνο, ο οποίος υπολογίζεται με τη δύση του ήλιου, δηλαδή το χειμώνα συμπίπτει περίπου η ώρα του Μεσονυκτίου με την κοσμική ώρα) κρούεται το ξύλο του σημάντρου, χτυπά το τάλαντο με λίγα λόγια, σαν την τελευταία σάλπιγγα του Αγγέλου πριν τη Δευτέρα Παρουσία και όλοι σηκωνόμαστε από τον ύπνο, σα να σηκωνόμαστε από το θάνατο κατά τη Δευτέρα Παρουσία, άλλωστε τι είναι ο ύπνος παρά κάτι που μοιάζει με έναν μικρό θάνατο του σώματος, αλλά αγρυπνία της ψυχής, οι αρχαίοι μιλούσαν για τους δίδυμους αδελφούς, τον Ύπνο και το Θάνατο, όταν πεθαίνουμε υπνώττει το σώμα αλλά η ψυχή βρίσκεται εν εγρηγόρσει, πηγαίνουμε όλοι στην Εκκλησία και μάλιστα στο μπροστινό τμήμα του Ναού, στο νάρθηκα ή Λιτή, όπου περιμένει ο ιερέας.

Άλλοι θεολογικοί συμβολισμοί της ακολουθίας του Μεσονυκτικού είναι ότι η ακολουθία αυτή συμβολίζει την μετάθεσή μας από το σκότος της πλάνης και του ύπνου στην κατά Χριστόν ελεύθερη και φωτεινή ζωή, ξυπνούμε από τη νύκτα της αμαρτίας και βλέπουμε το φως το αληθινόν και αρχίζουμε να υμνούμε το Θεό κατά το «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα» του προφήτου. Επίσης, ο Χριστός ήρθε στη μέση της νύκτας του σκοτεινού κόσμου της αμαρτίας και έκοψε την ιστορία στα δυο, με το φως που έφερε, αλλά και επειδή μέσης νυκτός θα έρθει ο Νυμφίος, γι’ αυτό και τελούμε την ακολουθία αυτή.

Ο ιερέας συμβολίζει το Χριστό και στέκεται στην κλειστή είσοδο του Νάρθηκα προς το Ναό. Ο νάρθηκας συμβολίζει τη γη, ο ναός τον ουρανό και ο ιερέας το Χριστό που ενώνει τον ουρανό και τη γη. Ο ιερέας ευλογεί το Θεό και μετά λέει το Βασιλεύ ουράνιε, επικαλείται δηλαδή το Πανάγιο Πνεύμα να μας καθοδηγήσει και να μας δώσει τη Χάρη του Θεού. Στη συνέχεια ψάλλουμε τον ύμνο των Αγγέλων, τον Τρισάγιο και μετά το Παναγία Τριάς, ζητούμε το έλεος και δοξολογούμε το Θεό, αυτά είναι άλλωστε που μας λέει και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας που πρέπει να κάνουμε στην προσευχή μας, και στη συνέχεια λέμε το Πάτερ ημών, την προσευχή που ο ίδιος ο Κύριός μας υπέδειξε να λέμε στο Θεό. Κατόπιν, λέμε τα Δεύτε προσκυνήσωμεν, δείχνοντας ότι δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά δούλοι του Θεού και του μοναδικού βασιλιά μας, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Ο πρώτος Ψαλμός που περιλαμβάνεται στην ακολουθία του Μεσονυκτικού δεν είναι άλλος παρά ο γνωστός μας πεντηκοστός, το «Ελέησόν με ο Θεός», αλλιώς ο ψαλμός της μετανοίας, ο ψαλμός του προφήτη Δαβίδ, ο οποίος είναι εις τύπον του κάθε ανθρώπου, η ικεσία που κάνουμε στον Κύριό μας να μας συγχωρέσει και να μας πάρει το Πνεύμα Του το Άγιον, να μας αφήσει μέλη της εκλεκτής του ποίμνης, παρά το πλήθος των αμαρτιών μας. Στο Γεροντικό υπάρχει η διήγηση για έναν μπαλωματή που δίδαξε τον Μέγα Αντώνιο, όταν στην ερώτησή του τι κάνει καθημερινά, του απάντησε ότι ξεκινά τη μέρα του και την περνά με τη σκέψη ότι όλοι οι άνθρωποι θα σωθούν εκτός από το ίδιο, διότι έχει πάρα πολλές αμαρτίες. Επειδή η Εκκλησία μας θεωρεί πως η ταπείνωση είναι ό,τι χρειάζεται ο άνθρωπος για να σωθεί, βάζει αυτόν ψαλμό που μας μιλά για την συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία σχεδόν σε κάθε ακολουθία!

Κατόπιν, έρχεται η ανάγνωση του 118ου Ψαλμού, του λεγόμενου Αμώμου (λέγεται έτσι διότι ξεκινά με τη φράση «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ, οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου»), ο οποίος φέρνει στη μνήμη μας τη βασιλεία του Θεού, τα κρίματα, τα δικαιώματα, τα μαρτύρια, τα λόγια και τους νόμους του Θεού. Τον ψαλμό αυτό τον διαβάζουμε στις μνήμες των Αγίων και στη μνήμη των αποθανόντων πιστών ή στη νεκρώσιμη ακολουθία διότι αναφέρονται στη μνήμη των Αγίων και του Σωτήρος, του πρώτου αμώμου, και αποτελούν προτροπή προς όλους εμάς να τον μιμηθούμε! Να κρατήσουμε κάποιους στίχους του Αμώμου, έτσι προς προβληματισμό και υπενθύμιση της σχέσης που πρέπει να έχουμε με το Θεό: «Όφελον κατευθυνθείησαν αι οδοί μου, του φυλάξασθαι τα δικαιώματά σου»-εκεί οφείλουν να κατευθύνονται οι δρόμοι της ζωής μου, στο να φυλάξω τις εντολές σου, «εν τη καρδία μου έκρυψα τα λόγιά σου, όπως μη αμάρτω σοι», «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην, του εξομολογήσασθαι επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου»- απ’ όπου και η αφετηρία της ακολουθίας του Μεσονυκτικού, «ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγια σου, υπέρ μέλι τω στόματί μου», «Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου και φως ταις τρίβοις μου», «Το στόμα μου ήνοιξα και ήλκυσα πνεύμα, ότι τας εντολάς σου επεπόθουν» -με την προσευχή και τη μελέτη των λόγων του Θεού, αλλά και το να αδολεσχούμε για το Θεό, «Μακράν από αμαρτωλών σωτηρία, ότι τα δικαιώματά σου ουκ εξεζήτησαν», «Επλανήθην ως πρόβατον απολωλός, ζήτησον τον δούλον σου, ότι τας εντολάς σου ουκ επελαθόμην».

Στη συνέχεια, η ακολουθία περνά στο Σύμβολο της Πίστεώς μας. Η ημέρα ανοίγει και κλείνει με το Πιστεύω. Να μας βρει στην ομολογία της πίστης ο θάνατος όταν έρθει, αυτός είναι ο θεολογικός συμβολισμός της τοποθέτησης του Συμβόλου της Πίστεως στην ακολουθία και του Μεσονυκτικού και του Αποδείπνου. Κατόπιν, μετά το Τρισάγιο, περνάμε στο γνωστό μας τροπάριο «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός» και αποτελεί και αυτό το τροπάριο μια υπενθύμιση της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας, όπως και όλη η ακολουθία του Μεσονυκτικού, ο ερχομός του Κυρίου μας πρέπει να μας βρει γρηγορούντας και όχι ραθυμούντας.

Στη συνέχεια λέμε 40 φορές το «Κύριε ελέησον». Γιατί αυτός ο αριθμός, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. Διότι αυτός ο αριθμός συμβολίζει την αποδεκάτωση των ημερών και των ωρών της ζωής μας (περίπου το 1/10 του χρόνου των 365 ημερών ή το 1/10 του σεληνιακού έτους που είναι περίπου 400 μέρες) και έτσι ζητούμε το έλεος του Θεού. Αλήθεια, ας αναρωτηθούμε αν προσφέρουμε το 1/10 της ζωής μας στο Θεό, είναι αρκετό για τη σωτηρία μας! Μετά το «Κύριε ελέησον», λέμε το «Την Τιμιωτέραν των Χερουβείμ», απευθυνόμαστε στην Παναγία μας ως μεσίτρια δική μας προς τον φιλάνθρωπον Θεόν και η ακολουθία κλείνει με την ευχή του Αγίου Μαρδαρίου προς την Αγία Τριάδα «Δέσποτα Θεέ, πάτερ παντοκράτορ, Κύριε Υιέ μονογενές Ιησού Χριστέ και Άγιον Πνεύμα, μία θεότης, μία δύναμις ελέησόν με τον αμαρτωλόν και οις επίστασαι κρίμασι, σώσον με τον ανάξιον δούλον σου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν», προσευχή που ζητά το έλεός του Θεού.

Από τις 22 Σεπτεμβρίου (μετά την φθινοπωρινή ισημερία) και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων λέμε μια θαυμάσια ευχή του Μ. Βασιλείου «Κύριε Παντοκράτορ», όπου αποτυπώνεται κατά τον καλύτερο τρόπο η σημασία της ακολουθίας του Μεσονυκτικού: είναι η προτροπή προς όλους μας με άγρυπνη καρδιά και νήφουσα διάνοια να περάσουμε την νύκτα της παρούσης ζωής και να δεχτούμε την παρουσία της λαμπρής εκείνης ημέρας της Δευτέρας παρουσίας του Κυρίου μας και να μπούμε στο νυμφώνα της δόξης αυτού και στη χαρά του, όπου ο των εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος και η ανέκφραστος ηδονή των καθορώντων του προσώπου του το άρρητον κάλλος!

Λέμε μια ακόμη ευχή, ευχή που ζητάμε από το Θεό να μας δώσει την ημέρα του όπως αυτός θέλει, με ανοιχτά τα μάτια από τον βαρύ ύπνο της ραθυμίας και με στόμα πεπληρωμένο της αινέσεώς του και να μπορούμε να ψάλλουμε, να τραγουδούμε και να ομολογούμε τις ευεργεσίες και το όνομα του Τριαδικού Θεού! Στο Μεσώριο του καθ’ ημέρας Μεσονυκτικού γίνεται προσευχή για τους κεκοιμημένους και υπόμνηση για όλους εμάς ότι ο θάνατος είναι το τέρμα της επιγείου ζωής μας και θα πρέπει να πάμε έτοιμοι ζητώντας το όνομα Κυρίου «Εν ταις νυξίν επάρατε τας χείρας ημών εις τα Άγια και ευλογείτε τον Κύριον».

Η όλη ακολουθία θα τελειώσει με τη γνωστή δέηση για όλο τον κόσμο, για την ειρήνη, για τους αδελφούς κληρικούς, τους αρρώστους, τους μισούντας και αγαπώντας, τους κεκοιμημένους και τους ζώντας, τους καρπούς της γης, την θάλασσα και τον αέρα και για όλα όσα δέεται η Εκκλησία μας προς το Θεό. Τελευταία φράση το «Δι’ ευχών των Αγίων», η επίκληση όλης της Εκκλησίας και των Αγίων της για την ημέρα και τη ζωή μας!

Αρκετές διαφορές παρατηρούμε στις ακολουθίες του Μεσονυκτικού το Σάββατο και την Κυριακή κι αυτό λόγω της ιδιαιτερότητας των ημερών αυτών στο λειτουργικό χρόνο της Εκκλησίας μας. Το Σάββατο είναι μια μέρα αφιερωμένη στους κεκοιμημένους και ο Άμωμος διαβάζεται στα ψαλτήρια του Όρθρου, ενώ στο Μεσονυκτικό διαβάζονται Ψαλμοί, οι οποίοι αναφέρονται και στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και στο θάνατο, μα κυρίως στην Ανάσταση του ανθρώπου κοντά στο Θεό. Ξεχωρίζει ο θριαμβικός εκείνος ψαλμός «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού», κυριαρχεί η αναφορά στα προβλήματα αυτής της ζωής, τους εχθρούς του ανθρώπου, το πώς ο άνθρωπος είναι βυθισμένος στη λάσπη της αμαρτίας, αλλά και την προσευχή στο Θεό να τον γλιτώσει από τους δαίμονες και την αιώνια κόλαση την ώρα της εξόδου από τη ζωή. Κυριαρχεί κι εδώ το στοιχείο της νήψης, της αναμονής, της ενασχόλησης με το θάνατο, ένα στοιχείο μνήμης θανάτου δηλαδή, αλλά η όλη ακολουθία είναι ενταγμένη στο κλίμα της καταπαύσεως και της ηρεμίας, της αυτοκριτικής του ανθρώπου και της προσμονής της Κυριακής!

Τελείως διαφορετική είναι η ακολουθία του Μεσονυκτικού της Κυριακής. Εδώ κυριαρχεί το στοιχείο της ζωής και του Θεού, είναι ένας ύμνος προς τον τριαδικό Θεό, τόσο με τα λεγόμενα Τριαδικά τροπάρια όσο και με τον περίφημο Τριαδικό κανόνα!

Ο τριαδικός κανόνας που ψέλνεται στο Μεσονυκτικό της Κυριακής είναι διαφορετικός κάθε φορά, ανάλογα με τον ήχο της εβδομάδας. Κάθε ήχος έχει και διαφορετικό κανόνα. Στις ωδές του τριαδικού κανόνα έχουμε καταπληκτικά δογματικά στοιχεία, ίσως η όλη δογματική ακολουθία της Εκκλησίας μας να αποτυπώνεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο στους τριαδικούς κανόνες, δογματικά θέματα που αφορούν στις υποστατικές ιδιότητες των προσώπων του Τριαδικού Θεού, ενώ ακόμη δογματικά στοιχεία υπάρχουν και στα θεοτοκία των κανόνων, στοιχεία που αφορούν στα δόγματα αναφορικά με τη σάρκωση του Θεού Λόγου εν μήτρα της Παρθένου, αλλά και στη δυνατότητα της Παναγίας μας να λειτουργήσει μεσιτικά προς το Θεό.

Να πούμε ακόμη ότι, όπως σε κάθε κανόνα, κι εδώ υπάρχουν σχετλιαστικές αναφορές στη ζόφωση και στα πάθη του ανθρώπου, επικλήσεις στον Κύριό μας να γλιτώσει την αμαρτωλή μας φύση από την κατάκριση ενώπιόν του, κυριαρχία του τόνου του παρακλητικού η Αγία Τριάς να μας ελεήσει και να μας σώσει, όπως είναι και ο στίχος που προηγείται πριν από κάθε τροπάριο.

Να πούμε κάτι γλωσσικό. Η γλώσσα που είναι γραμμένοι οι τριαδικοί κανόνες μπορούμε να πούμε ότι είναι από τα κορυφαία επιτεύγματα της εκκλησιαστικής γλώσσας. Οι ποιητές των κανόνων έχουν πετύχει να αποτυπώνονται μέσα από σύντομες ποιητικές φράσεις, συμπυκνωμένα τα δόγματα της Εκκλησίας, φράσεις από την Αγία Γραφή και εικόνες από την παράδοση της Εκκλησίας. Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ένα-δυο τροπάρια από την χθεσινή ακολουθία του Μεσονυκτικού σε ήχο πλάγιο β’: «Νυμφοστολίσας ο Παύλος την εξ εθνών Εκκλησίαν, ένα σε, τρισυπόστατον Θεόν προσκυνείν εδίδαξεν, εξ ου και δι’ ου περ, και εν ω τα πάντα γέγονε» και «Δέσποινα αγνή επίβλεψον ουρανόθεν. Ίδε των ημών τραυμάτων τας αλγηδόνας και σπλαχνίσθητι Πανάχραντε, και ίασαι του συνειδότος τον καύσωνα, τω σω ελέει δροσίζουσα και βοώσα τοις δούλοις σου, Εγώ ειμί μεθ’ ημών και ουδείς καθ’ ημών», «Φως το αδιαίρετον, κατ’ ουσίαν τριλαμπές, παντοκρατές απρόσιτον, τας καρδίας καταύγασον, των πιστώς αινούντων το κράτος σου, και προς θείαν αγάπην αναπτέρωσον». Γλώσσα με τολμηρές μεταφορές, λεπτότητα στην έκφραση, πλούτος νοημάτων υψηλών, δόγματα, ηθική, τα πάντα περνούνε μέσα από τη λάμψη του θείου φωτός που κυριαρχεί στους τριαδικούς κανόνες του Μεσονυκτικού.

Όσον αφορά στα τριαδικά τροπάρια ξεκινούν με τη γνωστή μας φράση «Άξιόν εστιν ως αληθώς» και αναφέρονται το πρώτο στην Αγία Τριάδα, ενώ το δεύτερο στον Κύριό μας, το τρίτο ξεκινά με τη φράση «Υμνήσωμεν πάντες θεοπρεπώς» και το τέταρτο είναι ύμνος προς την Παναγία μας και έχει αναστάσιμο χαρακτήρα, όπως και το δεύτερο.

Συνοψίζοντας τα σχετικά με το Μεσονυκτικό της Κυριακής να πούμε ότι κυριαρχούν βασικά δύο στοιχεία: το στοιχείο της αναφοράς στον Τριαδικό Θεό και το υπερουράνιο φως, το φως του προσώπου του Κυρίου, ένα φως που τονίζεται και με τη φυσική αναφορά στο ηλιακό φως, αλλά και το αναστάσιμο στοιχείο, το στοιχείο της πανηγύρεως. Αυτό άλλωστε είναι και το νόημα της ανάγνωσης της Υπακοής, του τροπαρίου δηλαδή που διαβάζουμε και στον Κυριακάτικο Όρθρο, και αναφέρεται στις Μυροφόρες γυναίκες που, υπακούοντας στην αγάπη προς τον Κύριο, πήγαν στο μνήμα για να βρουν τον Άγγελο και να ακούσουν το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως!

Συμπερασματικά, το Μεσονυκτικό το καθημερινό είναι μια ακολουθία που θυμίζει την αρχή της Δευτέρας Παρουσίας, με τον ερχομό του Κυρίου, την ανάσταση των νεκρών και την κρίση μας από το Θεό, ενώ το Μεσονυκτικό της Κυριακής θυμίζει τη ζωή που θα έχουν οι αγαπώντες το Θεό και ζήσαντες κατά το θέλημά του, μια ζωή ανάστασης, ουράνιας χαράς και γεύσης τους ακτίστου φωτός κοντά στο κάλλος της Θεότητας!

Τι γίνεται μ’ αυτήν την πολύ όμορφη ακολουθία στον κόσμο; Αποτελεί μονάχα προνόμιο ή υποχρέωση των μοναχών να αναγινώσκουν αυτή την ακολουθία στα μοναστήρια τους ή θα μπορούσε να περάσει και στις «κοσμικές» ενορίες; Σίγουρα, ο χρόνος εδώ στον κόσμο είναι χρόνος που ξοδεύεται σε πολλές δραστηριότητες και για τους κληρικούς και για τους λαϊκούς. Το να τελεί κανείς καθημερινά το Μεσονυκτικό ως ιδιωτική ακολουθία είναι κάτι που αφορά στον ίδιο. Όμως, τουλάχιστον το Μεσονυκτικό της Κυριακής θα ήταν ευχής έργον αν καθιερωνόταν και στις ενορίες του κόσμου. Η Κυριακή είναι η ημέρα του Κυρίου, η πρώτη ημέρα της εβδομάδας και ταυτόχρονα η γέφυρα που μας περνά στον όγδοο αιώνα, τον ατελεύτητο! Είναι γνωστό με πόσα καθήκοντα είναι επιφορτισμένοι οι κληρικοί, με το πρόσθετο βάρος των οικογενειακών τους υποχρεώσεων. Όμως, αν το να τελούν το Μεσονυκτικό καθημερινά είναι δύσκολο εδώ στον κόσμο, τουλάχιστον η Κυριακή και το Μεσονυκτικό της ας αποτελεί μια παρηγοριά προσευχής και για τους ενορίτες και για τους ίδιους. Άλλωστε, στο τυπικό της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ για τις άλλες ημέρες Δε γίνεται αναφορά στο Μεσονυκτικό, για την ημέρα της Κυριακής υπάρχει πάντοτε η τάξη, σημάδι ότι πρέπει να ξαναμπορέσει αυτή η ακολουθία να βρει τη θέση που της ταιριάζει!

Ένα δεύτερο θέμα προκύπτει. Είναι η διαφορά του χρόνου του κόσμου από το χρόνο της Εκκλησίας. Εμείς οι άνθρωποι ζούμε διαρκώς κοιτώντας ένα ρολόι, προσπαθώντας να προλάβουμε τις υποχρεώσεις μας, που είναι πολλές και τις περισσότερες φορές αναπόφευκτες και αδύνατον να προσπεράσουμε. Έτσι, ακόμη και στο χρόνο της λατρείας απαιτούμε από την Εκκλησία να είναι σύντομη. Κουραζόμαστε από τις μεγάλες ακολουθίες ή θεωρούμε πως δεν προλαβαίνουμε να τις παρακολουθήσουμε! Μέσα λοιπόν σ’ αυτόν τον χρόνο του κόσμου έρχεται η Εκκλησία να μας μιλήσει για έναν άλλο χρόνο, το χρόνο της αιωνιότητας, όπου όλα κινούνται με τους δικούς τους ρυθμούς, τους ρυθμούς της μεγαλοπρέπειας, της πανηγύρεως, της ομορφιάς της λατρείας και όλα έχουν τους δικούς τους συμβολισμούς. Ίσως είναι καιρός, τουλάχιστον για τη λατρεία της Εκκλησίας να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο, κι εμείς οι κληρικοί κι εσείς οι λαϊκοί, αλλιώς κινδυνεύουμε να μείνουμε διαρκώς προσκολλημένοι στο χρόνο του αιώνος τούτου του απατεώνος και να μην κατοπτεύσωμεν το απρόσιτον φως της αιωνιότητας!

Ένα τρίτο σημείο που αξίζει να σταθούμε είναι η σημασία της προσευχής για τη ζωή μας. Σ’ έναν κόσμο καθαρά ακτιβιστικό, που μας θέλει διαρκώς να πράττουμε, έρχεται το ήθος της Εκκλησίας να μας προτείνει όχι την παθητική αντιμετώπιση της ζωής, αλλά την καλύτερη πράξη που μπορούμε να κάνουμε: την εμπιστοσύνη μας στον πάντων κτίστη, μέσα από τις ακολουθίες αλλά και την προσωπική μας προσευχή. Σας θυμίζω δύο φράσεις: τη μία από τη Θεία Λειτουργία, αλλά και από κάθε ακολουθία της Εκκλησίας, «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» και την άλλη από τον σήμερον εορταζόμενο Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, ο οποίος συνήθιζε να προσεύχεται με την εξής τόσο απλή μα και τόσο σπουδαία και καταπληκτική φράση που δηλώνει βίωμα Θεού: «Κύριε, όπως ξέρεις και όπως θέλεις, ελέησέ με»!