Η καρδία ως το κέντρο της ανθρώπινης δραστηριότητας και η μετάνοια ως το βασικό χαρακτηριστικό της εν Πνεύματι ζωής.
Για τον Κλήμη, ο οποίος ακολουθεί τον
Παύλο, το βαθύτερο κέντρο της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου είναι η
καρδιά. Από εκεί πηγάζει η ειλικρινής υπακοή προς τις εντολές και το
θέλημα του Χριστού. (2,8 και Παύλος Ρωμ 2,15). Αυτή η υπακοή στο θέλημα
του Χριστού συνδεόμενη με την διαπίστωση ότι βασικό χαρακτηριστικό της μεταπτωτικής ανθρώπινης φύσης είναι η συνεχής άσκηση της αμαρτίας (39), οδηγεί τον επίσκοπο Ρώμης στην περιγραφή της εν Χριστώ ζωής, ως συνεχούς πορείας μετανοίας.
Στην πορεία αυτή δεν είναι ο άνθρωπος
που προκαλεί με την ενέργειά του τον Θεό να τον επιβραβεύσει, αλλά ο
Θεός που ενεργοποιεί κάθε καλό και αρετή στον άνθρωπο δωρίζοντας την
μετοχή στην ίδια Του την ζωή (19,1-3, 33). Κάθε πνευματική δραστηριότητα
είναι η ανταπόκριση στη χάρη του Θεού, καθώς η πνοή του Θεού υπάρχει
εντός του ανθρώπου (21).
Ο Χριστός είναι αυτός που ενεργεί τις
αρετές σε όσους συνειδητά και με αγώνα απορρίπτουν το ίδιον θέλημα
(21,2-4, 38) και επιδεικνύουν την πίστη προς αυτόν αποδεχόμενοι την
πρόσκληση του Πνεύματος (22).
Η πίστη όμως δεν είναι ένα παθητικό
γεγονός αλλά ενέχει δραστηριότητα, ενέργεια, κίνηση αποδοχής του
θελήματος του Θεού, παράδοση του οικείου θελήματος και προσαγωγή στη
Χάρη μέσα στην οποία εκτελούνται τα ευάρεστα και αγαθά έργα. (30 και 33)
Ένδειξη αυτής της κίνησης είναι η μετάνοια, στην οποία διακρίνονται δύο στάδια.
Το πρώτο είναι ανθρωπογενές καθώς
πηγάζει από την ανθρώπινη αυτογνωσία και την έκφραση του θελήματος για
λύτρωση, η οποία παρέχεται έξωθεν. Το παράδειγμα του κορεσμού που
παραθέτει ο Κλήμης σε δύο σημεία στο 3ο και στο 41ο κεφάλαιο,
υποδεικνύει την πλήρη αδυναμία του ανθρώπου να λυτρωθεί ακόμη και όταν
όλα του προσφέρονται από τον Θεό.
Το δεύτερο αφορά στην συνεχή δωρεά και
ενίσχυση της επιθυμίας του ανθρώπου να λυτρωθεί. Σ’ αυτό το στάδιο η
έκφραση της μετάνοιας στηρίζεται από την παντοδυναμία του Θεού που
ενισχύει και τους αγαπώντες Αυτόν (7,5 και 8,5, 38). Από αυτή την
ενίσχυση προκύπτει η ταπεινοφροσύνη, η υπακοή και η υποταγή στο θέλημα
του.
ΚΑΤΑΚΛΕΙΟΝΤΑΣ
Μέσα από την ανάλυση και ερμηνευτική
προσέγγιση της επιστολής του Κλήμεντος προς την Εκκλησία της Κορίνθου
διαφαίνονται όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά με τα οποία η μεταγενέστερη
πατερική παράδοση θα περιγράψει την πνευματική ζωή και την βίωση της εν
Χριστώ λύτρωσης.
Η εν Πνεύματι ζωή είναι μια δωρεά του
Θεού, που ενεργοποιεί τις βαθύτερες ποιότητες με τις οποίες ο Θεός
πλούτισε τον άνθρωπο και διά των οποίων τον καλεί να αποδεχθεί και να
παραδοθεί στο θέλημά Του (23, 1-5, και 61-62). Μόνο μέσα από αυτή την
ενεργητική παράδοση αναφύονται οι αρετές, ως ένδυμα και στόλισμα του
ανθρώπου και εκδηλώνεται η εν Χριστώ ζωή. Ο κάθε δοξασμός οφείλεται όχι
στα έργα ή στην δικαιοπραξία αλλά στο ίδιο το θέλημα του Θεού, που
ενισχύει την προαίρεση και την προθυμία για αγαθοεργία (32, 1-3).
Τα δώρα αυτής της προσφοράς είναι η ζωή
εν αθανασία, η λαμπρότητα εν δικαιοσύνη, η αλήθεια εν παρρησία, η
συνειδητή πίστη και η εγκράτεια εν αγιασμώ.
Με την αγάπη του ο Θεός πλησιάζει σε
μέγιστο βαθμό τον άνθρωπο και σχηματίζει μαζί του ένα οντολογικό δεσμό.
Βαδίζει μαζί του σε όλη την διαδρομή προς την λύτρωση. Έτσι ο άνθρωπος
δεν βρίσκεται ποτέ μόνος του, αλλά από τα πρώτα του βήματα της
πνευματικής πορείας χαριτώνεται από τη Χάρη του Θεού, που τον στηρίζει
και τον καλεί προς Αυτόν. Όμως αυτή την πνευματική ανάβαση δεν μπορεί ο
άνθρωπος να την πραγματοποιήσει μόνο με τις δικές του δυνάμεις. Δεν
μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει στη γνώση του Θεού αν δεν τηρήσει πρώτα τις
εντολές, αν δεν δουλέψει για να αποκτήσει τις αρετές.
Γράφει ο Σάββας Αλεξάνδρου- Θεολόγος Είναι γεγονός αναντίλεκτο πως ο
πόνος αποτελεί μια βασική πτυχή της ζωής του μεταπτωτικού ανθρώπου και
συνυφαίνεται με το διφυές της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο Μέγας Βασίλειος, δίνοντας τη διάσταση και το διφυές του ανθρώπινου
προσώπου, παρατηρεί: «΄Ανθρωπος εστίν νους και προσφόρως τη πρεπούση
σαρκί ενδεδυμένος». Δηλαδή ο άνθρωπος είναι κράμα υλικό και πνευματικό.
Η υλική του υπόσταση συνδέεται με το σώμα ενώ η πνευματική του
υπόσταση με την ψυχή, η οποία κατά το μεγάλο αυτόν Πατέρα της Εκκλησίας
μας «Νοερά ουσία εστίν». Υπ’ αυτήν την έννοια, έχουμε δύο είδη πόνου, το
σωματικό και τον ψυχικό. Κατά την
Πατερική Γραμματεία: «Μηδενός των ανθρώπων ο βίος όλος μακάριος εστίν».
Δηλαδή κανενός ανθρώπου η ζωή δεν ταυτίζεται απόλυτα με την ευτυχία.
Περισσότερες είναι οι λύπες και ο πόνος παρά οι χαρές. Άλλωστε, μην
ξεχνούμε πως το κλάμα είναι η πρώτη επαφή του ανθρώπου με τον κόσμο
μόλις γεννηθεί.
Για τους Πατέρες της Ανατολής, μόνο ο Τριαδικός Θεός ως απαθής
στέκει πιο πάνω από τον πόνο. Λέει γι’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος: «Το γαρ
δια παντός ευ πράττειν μόνο Θεού εστίν».
Πρέπει να τονίσουμε πως η Πατερική σοφία ασφαλώς δεν επικροτεί τον
πόνο αλλά προσδίδει σ’ αυτόν, όταν αντιμετωπίζεται θεοπρεπώς,
σωτηριολογικές προεκτάσεις. Μ’ αυτό το σκεπτικό ο Ιερός Χρυσόστομος
αναφέρει: «Τίποτε δεν αποδιώχνει την πονηρία και τις μικρότητες, όπως ο
πόνος και η αρρώστια, γιατί καταφέρνουν να μαζέψουν το νου του ανθρώπου
που σκορπίζεται στα υλικά και εφάμαρτα πράγματα και να τον στρέψουν προς
τον εαυτό του και σε τελευταία ανάλυση, να τον οδηγήσουν προς το Θεό
του».
Ο άνθρωπος λοιπόν που πονεί, που είναι άρρωστος, είναι σε θέση να
φιλοσοφεί σωστά τη ζωή και να ιεραρχεί τις αξίες της, κάτι που πολλές
φορές αδυνατεί να κάνει ο άνθρωπος, ο άσχετος με τον πόνο και την
αρρώστια, που έχει την ψευδαίσθηση πως είναι αιώνιος πάνω στη γη και
κατατρύχεται από τα πάθη, τις αδυναμίες και τις μικρότητες. ΄Ετσι, κατά
τον ΄Αγιο Μάξιμο τον Ομολογητή: «Πολλές φορές ο Θεός επιτρέπει τον πόνο
στη ζωή μας για να εμβαθύνομε στο αληθινό και ουσιώδες νόημά της και να
μάθουμε να απορρίπτουμε τα δευτερεύοντα και επουσιώδη».
Ο πόνος και στις δύο διαστάσεις του, είτε ως σωματικός, είτε ως
ψυχικός, θεωρείται από τους Πατέρες της Εκκλησίας ως όρος απαραίτητος
για τη μόρφωση και την καλλιέργεια των αρετών από τον άνθρωπο. Ο ΄Αγιος
Διάδοχος ο Φωτικής, ένας μεγάλος φιλοκαλικός πατέρας, σημειώνει: «Ο
άνθρωπος εάν μη δια πόνου δοκιμασθεί, ου δύναται χωρήσαι τη σφραγίδι της
του Χριστού αρετής».
Στην Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία μας ο πόνος και οι θλίψεις
θεωρούνται ως «χαλινός, χαλινούν το ανθρώπινο φύσημα» δηλαδή κατά τη
θεολογία του Αγίου Ιωάννη του Καρπάθιου, στον οποίο ανήκει η πιο πάνω
θέση, ο πόνος ταπεινώνει τον άνθρωπο, φυγαδεύει την αλαζονεία και την
έπαρση και καθιστά το ανθρώπινο πρόσωπο δεκτικό της Θείας Χάριτος.
Σάββα Αλεξάνδρου Θεολόγου Βοηθού Διευθυντή Α΄ Λανιτείου Λυκείου Β’
Παρουσίαση του σχετικού κεφαλαίου από
το έργο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου
Βλάχου, «Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις
προφορικὲς παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη» (τόμος Β´, 2η έκδοση,
σελ. 287- 368).
Πανιερώτατε, Αγαπητοί εν Κυρίω πατέρες και αδελφοί, Ο όρος «πνευματική τελείωση» των
χριστιανών στην ορθόδοξη θεολογία δηλώνει τη σωτηριολογική πορεία του
πεπτωκότος ανθρώπου προς το αρχέτυπο κάλλος της δημιουργίας, δηλαδή την
πορεία από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν» του Δημιουργού. Η πορεία
αυτή αποτελεί τον τελικό σκοπό της πορείας του ανθρώπου της πτώσης, ο
οποίος καλείται να επανέλθει στην οντολογική κατάσταση της Δημιουργίας,
που πραγματώνεται εντός της Εκκλησίας, ως του κατεξοχήν σωτηριώδους
Θεανθρώπινου οργανισμού. Η πτώση των πρωτοπλάστων από την
κατάσταση του φωτισμού της Δημιουργίας προς το σκοτάδι της αγνωσίας και
του εγωκεντρισμού, οδήγησε τελικά τον άνθρωπο στην αυτόβουλη υποδούλωσή
του στα πάθη, τις επιθυμίες και τη λογική, σκοτίζοντας τον νου, που
αποτελεί το μέσο και το αισθητήριο κοινωνίας του με τον Θεό. Με τον
τρόπο αυτό, ο άνθρωπος αποποιήθηκε την ελευθερία του και έγινε δούλος
της ύλης και του περιβάλλοντος κόσμου. Εντούτοις, η κατάσταση της
υποδούλωσης του ανθρώπου στον κόσμο της πτώσης αντίκειται στην
οντολογική του υπόσταση, που έχει ως βάση την ελευθερία που εκπηγάζει
από την «κατ’ εικόνα Θεού» δημιουργία του. Η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού,
εντασσόμενη στο πλαίσιο της προαιώνιας Θείας Οικονομίας, αποσκοπεί στην
κατάργηση της κατάστασης της δουλείας και τη «συμφιλίωση» του ανθρώπου
με τον Θεό. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, ο
άνθρωπος καλείται να διέλθει από το στάδιο και την κατάσταση του δούλου
στην προπτωτική κατάσταση του φίλου - υιού (κατά Χάρη) του Θεού. Σε
αυτό το πλαίσιο, ο άνθρωπος, με τη Χάρη του Θεού, ζώντας εντός της
Εκκλησίας, καλείται να διέλθει από τρείς πνευματικές καταστάσεις: από
δούλος να γίνει μισθωτός και στη συνέχεια υιός του Θεού. Η διδασκαλία
αυτή συναντάται σε ολόκληρη την αγιογραφική και πατερική διδασκαλία της
Εκκλησίας. Ως δούλος, ο άνθρωπος αγωνίζεται να τηρήσει τις εντολές του
Θεού, για να αποφύγει την Κόλαση, ως μισθωτός τηρεί το θέλημα του Θεού
για να κερδίσει τον Παράδεισο, και ως υιός και φίλος του Θεού εφαρμόζει
τις εντολές Του από αγάπη σε Αυτόν, χωρίς να αναμένει κάποια ανταπόδοση. Τα τρία αυτά στάδια, συνδέονται παράλληλα
και με τις τρεις βαθμίδες της πνευματικής πορείας των χριστιανών προς
τον αρχέτυπο και τελικό τους προορισμό, που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός
και τελικά η θέωση (ή δοξασμός). Η πορεία αυτή επιτυγχάνεται εντός της
Εκκλησίας, η οποία αποτελεί τον σωτηριώδη «χώρο» περιχώρησης Θεού και
ανθρώπου. Ο Θεός χαρίζει στον άνθρωπο τα αποτελέσματα της καθαρτικής και
ζωοποιού του ενέργειας, αρκεί ο άνθρωπος αυτοπροαιρέτως να συναισθανθεί
την πτωτική του κατάσταση και να ομολογήσει την αδυναμία του να
ανταπεξέλθει στις δυσκολίες των πειρασμών, προσφέροντας ταπεινά προς τον
Σωτήρα και Δημιουργό την καρδιά και την ελπίδα του. Η συνέργεια Θεού
και ανθρώπου, αναλόγως βεβαίως της οντολογικής κατάστασης του καθενός
και όχι ισόρροπα, αποτελεί βασική προϋπόθεση της πορείας του ορθόδοξου
πνευματικού αγώνα. Ωστόσο, η πορεία προς τη θέωση, την ένωση
του ανθρώπου με τον Θεό, αποτελεί κατ’ ουσία δωρεά του Θεού προς τον
άνθρωπο, μέσω της «υιοθεσίας» του πεπτωκότος Αδάμ που πραγματοποιείται
με την ενσάρκωση του Θεού, και δεν αποκτάται ως επιβράβευση του όποιου
πνευματικού αγώνα. Κατά συνέπεια, οι διαστάσεις του πνευματικού αγώνα
των χριστιανών δεν σχετίζονται με ηθικά και δεοντολογικά δεδομένα, ούτε
σχετίζονται με ανταποδοτικά αποτελέσματα, αλλά καθορίζονται με άξονα τη
συντριβή και την ποιότητα της ταπείνωσης του ανθρώπου ενώπιον του Θεού.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, «η μεταβολή του
ανθρώπου από την δουλεία στην κατά Χάρη υιοθεσία και η κατάργηση του
θανάτου είναι η ουσία της ενανθρωπήσεως του Χριστού και η παρουσία της
Εκκλησίας στον κόσμο. Αυτό, στην πραγματικότητα, γίνεται με την μεταβολή
της φιλαυτίας του ανθρώπου σε φιλοθεΐα, της ιδιοτελούς αγάπης σε
ανιδιοτελή». «Οι θεούμενοι είναι οι κατ’ εξοχήν φίλοι του Θεού, γιατί
υπερέβησαν τις δουλικές εξαρτήσεις και καταστάσεις οδηγηθέντες προς την
‘‘ατέλεστη τελειότητα”». Βασικό πυλώνα της ορθόδοξης
ασκητικότητας, ο οποίος συνδέεται με την κατά Χάρη υιοθεσία του Θεού,
αποτελεί η νοερά προσευχή, η οποία μεταβάλλεται σταδιακά (με τη Χάρη του
Θεού) σε καρδιακή. Η προσευχή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως
πρωταρχικός κώδικας κοινωνίας και επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό,
αλλά και ως ένας δίαυλος μετοχής του ανθρώπου στη Χάρη των ακτίστων
θείων ενεργειών. Κοινό γνώρισμα όλων των Προφητών, Αποστόλων και αγίων
είναι η νοερά και καρδιακή προσευχή, η οποία αποτελεί απόδειξη ότι ο
άνθρωπος έχει καταστεί κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Ο χαρακτήρας
και η ποιότητα της νοεράς προσευχής συνδέεται και μεταβάλλεται ανάλογα
με την πορεία και τα στάδια της πνευματικής τελειώσεως των χριστιανών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να
διευκρινιστεί ότι «όταν κάνουμε λόγο για στάδια τελειώσεως δεν εννοούμε
κάποια σταθερά και αμετάβλητα σημεία, αλλά αναφερόμαστε στον τρόπο με
τον οποίο ενεργεί η Χάρη του Θεού στον άνθρωπο, ανεξαρτήτως χρονικών ή
τοπικών συμβάσεων και περιορισμών. Οι άκτιστες ενέργειες του Θεού,
ενεργούν σε ολόκληρη την κτίση, συγκροτώντας και διέποντας τα
δημιουργήματα, αναλόγως της υποστατικής τους δεκτικότητας. Το ίδιο
συμβαίνει και με το τελειότερο δημιούργημα του Θεού, τον άνθρωπο. Όταν η
Χάρη του Θεού καθαρίζει τον άνθρωπο από την αμαρτία και τα πάθη λέγεται
καθαρτική, όταν φωτίζει το σκότος του νοός λέγεται φωτιστική, και όταν
τον οδηγεί στη θέωση λέγεται θεοποιός». «Ο άνθρωπος στην πορεία του προς
την θέωση κατ’ αρχάς μετέχει της καθαρτικής ενέργειας, έπειτα της
φωτιστικής και τέλος της θεοποιού ενέργειας του Θεού. Ασφαλώς υπάρχουν
αυξομειώσεις στην πορεία αυτή, καθότι η θέωση του ανθρώπου αποτελεί
διάσταση με τελολογική προοπτική, συνδέεται δηλαδή με την αιώνια
βασιλεία του Θεού.» Η κάθαρση συνίσταται στην αποβολή των
πτωτικών λογισμών και ενθυμήσεων του ανθρώπου, ώστε να παραμείνει στον
νου και στην καρδιά του μόνο η μνήμη του Θεού, το ζωοποιό όνομα του
Σωτήρος Χριστού. Συγχρόνως, στην κατάσταση αυτή καθαρίζεται το παθητικό
της ψυχής, δηλαδή το θυμικό και επιθυμητικό του πεπτωκότος ανθρώπου,
αυτό που θα λέγαμε με απλά λόγια, τα ανθρώπινα πάθη. Ο νους του ανθρώπου
είναι το κέντρο των αισθήσεων, ο οποίος στην προπτωτική κατάσταση
δεχόταν τη φωτιστική ενέργεια του Θεού. Εντούτοις, διαχεόμενος στον
κόσμο της πτώσης και συνδεόμενος με τις ανθρώπινες αισθήσεις,
αναπόφευκτα έχει μολυνθεί. Όταν όμως καθαρισθεί από τις προλήψεις και
τους λογισμούς, τότε όλες οι αισθήσεις ενοποιούνται και πραγματοποιείται
αυτό που ονομάζεται ενοειδής συνέλιξη του νου. Αυτό οδηγεί, με τη Χάρη
του Θεού, στην κάθαρση του νοός. Στην καρδιά του ανθρώπου (με την
αγιογραφική και πατερική έννοια του όρου) εδράζεται το παθητικό, το
επιθυμητικό και το θυμικό μέρος της ψυχής. Ο κεκαθαρμένος νους ενεργεί
στην καρδιά μεταφέροντας εικόνες και προσλήψεις των αισθητών πραγμάτων.
Μέσω της νοεράς προσευχής, ο νους κινεί την καρδιά σε αγάπη και ζήλο
προς τον Θεό, μεταβάλλοντάς την σε κέντρο της προσευχής, η οποία από
νοερά μεταβάλλεται σε καρδιακή. Ο φωτισμός του ανθρώπου βιώνεται ως
χωρισμός και ως απελευθέρωση του νου από τη λογική και ταυτόχρονα ως
έλλαμψη (φωτισμός του νοός) από τη Χάρη του Θεού. Στο στάδιο αυτό η
νοερά προσευχή αυτενεργεί υπερβατικά και ανεξάρτητα από τη λογική, η
οποία αποτελεί την κατευθυντήρια δύναμη του ανθρώπινου παθητικού, καθώς ο
φωτισμένος νους, δηλαδή η Χάρη του Θεού, διέπει και κατευθύνει το
παθητικό μέρος της ψυχής». Με τον τρόπο αυτό ο φωτισμένος νους μπορεί να
παρακολουθεί ανεξάρτητα τις κινήσεις της λογικής, αντιλαμβανόμενος τη
συμβατικότητά της. Ωστόσο, η λογική δεν παύει να κινείται προσευχητικά. Στη διάρκεια της θεώσεως η νοερά προσευχή
μεταβάλλεται ανασταλτικά, καθώς ο νους του ανθρώπου βιώνει πλέον και
βλέπει τη δόξα του Θεού, χωρίς όμως να καταργείται και η λογική του
ενέργεια και προσευχή. Ο θεόπτης μπορεί να βρίσκεται στη θεία Λειτουργία
και συγχρόνως να βλέπει ρεαλιστικά την άκτιστη πραγματικότητα, όχι όμως
εκστασιαζόμενος (όπως συμβαίνει π.χ. με διάφορες ανατολικές θρησκείες
και φιλοσοφίες), αλλά συνεχίζοντας να αντιλαμβάνεται την πτωτική του
κατάσταση ως ανάγκη για μετάνοια και προσευχή. Στο στάδιο της θεώσεως,
αν και δεν πραγματοποιείται αναστολή της λογικής ενέργειας του ανθρώπου,
εντούτοις αναστέλλονται οι σωματικές του ενέργειες και λειτουργίες. Οι
άγιοι μας διδάσκουν ότι κατά τη διάρκεια της θεοπτίας αναστέλλονται τα
φυσικά αδιάβλητα πάθη (π.χ. πείνα, κόπωση, νύστα κ.ο.κ.) και ότι ο
διάβολος καθίσταται παντελώς ανίσχυρος. Ο θεούμενος, ευρισκόμενος στην
κατάσταση της θέωσης, ζει μέσα στη δόξα του Θεού, βιώνει την αναστολή
των φυσικών ενεργειών του σώματος, όχι της ψυχής, συνεχίζοντας όμως να
αποτελεί μία αδιάσπαστη ψυχοσωματική οντότητα, να είναι αυτό που θα
λέγαμε με βάση τα κοσμικά κριτήρια «φυσιολογικός». Με τον τρόπο αυτό ο
θεόπτης γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της παρουσίας του Θεού, καθώς η
θεοπτία-θεωρία προσφέρει την αληθινή θεολογία. Με άλλα λόγια, η αληθινή
θεολογία είναι έκφραση της θεοπτικής εμπειρίας, έκφραση και διατύπωση
της άκτιστης πραγματικότητας με κτιστά ρήματα και νοήματα. Επιπρόσθετα, η
αφθαρτοποιός ενέργεια του Θεού, μέσω της μετοχής του θεουμένου στη δόξα
της Αγίας Τριάδος, διέπει ολόκληρο τον ψυχοσωματικό άνθρωπο,
αφθαρτοποιώντας τόσο την ψυχή όσο και το σώμα του. Τα λείψανα δηλαδή των
αγίων, αποτελούν αποτέλεσμα (αν θέλετε και απόδειξη) της κατά Χάρη
θεώσεώς τους. Όπως προαναφέραμε, ομιλώντας για την
πνευματική πορεία του ανθρώπου οφείλουμε να έχουμε υπόψη μας ότι δεν
ομιλούμε για μία γραμμική και αμετάβλητη πορεία, καθώς αυτή μπορεί να
ακολουθεί κυμαινόμενες, ακόμη και καθοδικές κατευθύνσεις. «Ενώ υπάρχει
μία πορεία ανόδου από την κάθαρση στον φωτισμό και τη θέωση, μπορεί
αντιστρόφως να υπάρξει και μία πορεία καθόδου των σταδίων αυτών. Η
θέωση, η οποία βιώνεται ως θεοπτική εμπειρία, συνήθως διαρκεί για μικρό
χρονικό διάστημα (τουλάχιστον όπως ο άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί την
έννοια του χρόνου), ενώ μετά από αυτή ακολουθεί η κάθοδος στην κατάσταση
του φωτισμού. Ακόμη όμως και η διατήρηση του ανθρώπου στο στάδιο του
φωτισμού δεν αποτελεί ενιαία και αμετάβλητη ποιοτικά κατάσταση, καθώς η
Χάρη του Θεού μπορεί να αποκρύβεται και να επανέρχεται στον άνθρωπο, μη
θέλοντας να καταργήσει το ανθρώπινο αυτεξούσιο και την προοπτική της
συνέργειας στην εκπλήρωση της τελείωσης του πνευματικού αγώνα. Αυτό
μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε πνευματικές μεταπτώσεις,
καταβιβάζοντάς τον από την κατάσταση του φωτισμού στην τάξη των
μετανοούντων, ενίοτε μάλιστα και σε ακόμη χαμηλότερα πνευματικά επίπεδα
σύγχυσης και αμαρτίας. Η έπαρση και η αλαζονεία οδηγούν σε καταστάσεις
φαντασιακής πλάνης, παρασύροντας τον άνθρωπο σε αναπόφευκτη πτωτική και
εωσφορική κατακρήμνιση. Κομβικό σημείο για να κατανοήσουμε την
πορεία αυτή, είτε προς την ανοδική είτε προς την καθοδική της
κατεύθυνση, αποτελεί η έννοια της μετάνοιας του ανθρώπου, η οποία θα
πρέπει να είναι συνεχής και ανατροφοδοτούμενη. Η έννοια της μετάνοιας
είναι κατ’ εξοχήν έννοια με θεολογικές και όχι με ψυχολογικές
διαστάσεις, τουλάχιστον όπως αυτές προβάλλονται από διάφορες
επιστημονικοφανείς ιδεολογίες, όπως η λεγόμενη επιστήμη της ψυχολογίας.
Στην Ορθόδοξη θεολογία, ως μετάνοια δεν χαρακτηρίζεται ούτε αυτό που
ονομάζεται ενοχικό σύνδρομο, ούτε μία συναισθηματικού τύπου αναθεώρηση
πράξεων και συμπεριφορών, αλλά η αλλαγή του νοός, ο αγώνας δηλαδή του
ανθρώπου να οδηγηθεί από την κάθαρση προς τον φωτισμό και τη θέωση.
Χωρίς την καλλιέργεια της μετάνοιας, ο μεταπτωτικός άνθρωπος (ο άνθρωπος
δηλαδή της πτώσης) είναι καταδικασμένος να διέπεται από τις μεταπτώσεις
του αναλαμβανόμενου πνευματικού του αγώνα, καθώς στο πλαίσιο της
συνέργειας Θεού και ανθρώπου με σκοπό την πνευματική τελείωση των
χριστιανών το μόνο συστατικό που μπορεί να συνεισφέρει ο άνθρωπος είναι η
συντετριμμένη καρδιά του και ο σκοτισμένος του νους, προκειμένου να
θεραπευθούν, να φωτιστούν και να θεωθούν. Η Ορθόδοξη ασκητικότητα, η πορεία δηλαδή
του ανθρώπου προς τον Θεό, συντελείται αποκλειστικά και μόνο εντός της
Εκκλησίας. Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δεν είναι μία
ανθρωποκεντρική οργάνωση, όπως συμβαίνει με τις διάφορες αιρετικές
εκκλησιοφανείς οργανώσεις της Δύσης, αλλά αποτελεί το τεθεωμένο Σώμα του
Χριστού και κοινωνία θεώσεως. Κεφαλή της είναι ο Χριστός, και μέλη της
οι κατά διαφόρους βαθμούς μετέχοντες της θεώσεως, που ονομάζονται
θεούμενοι. Οι άγιοι της πίστης μας αποτελούν την κατεξοχήν απόδειξη της
παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία, αλλά και τους ζώντες
μεσίτες και πρεσβευτές των πιστών προς τον Σωτήρα Χριστό. Εκκλησία που
δεν γεννά αγίους δεν είναι τίποτε άλλο από μία στείρα παρασυναγωγή. Στον Χώρο της Εκκλησίας τα προσωπικά μας
πάθη μεταποιούνται, με τη Χάρη του Θεού, σε δυνατότητες και ευκαιρίες
συνάντησής μας με τον Πατέρα, που μας περιμένει, σαν τον άσωτο υιό, με
ανοιχτές αγκάλες. Δεν μας κρίνει, δεν μας επιπλήττει, δεν μας κατηγορεί,
ούτε μας απορρίπτει, δεν επιδιώκει να μας εξουθενώσει κουνώντας
επιδεικτικά το δάκτυλο και λέγοντάς μας «σου τά ᾽λεγα Εγώ!»· αλλά
αναμένει το πρώτο μας μικρό βήμα, για να ανοίξει διάπλατα την απέραντη
αγκαλιά Του, χωρίς να το αξίζουμε, χωρίς προϋποθέσεις και κανόνες, να
μας σκεπάσει, να μας κατανοήσει, να μας καλύψει, να μας δεχθεί
μετανοιωμένους, έχοντας συνειδητοποιήσει την αδυναμία μας να πορευθούμε
μόνοι μας σε αυτή τη ζωή, δίχως την προσωπική μας σχέση μαζί Του. Να μας
οδηγήσει τελικά στον σκοπό για τον οποίο μας έχει δημιουργήσει: από το
«κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν».
καὶ θαυμάσονται οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν οὐ γέγραπται τὸ ὄνομα ἐπὶ τὸ βιβλίον τῆς ζωῆς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, βλεπόντων τὸ θηρίον ὅτι ἦν, καὶ οὐκ ἔστι καὶ παρέσται. [Και
οι κάτοικοι της γης, των οποίων το όνομα δεν είναι γραμμένον στο
βιβλίον της ζωής από τότε που εκτίζετο ο κόσμος, θα θαυμάσουν, όταν
ίδουν ότι το θηρίον υπήρχε μεν κάποτε και δεν υπάρχει, και όμως πάλιν θα παρουσιασθή.] –ΙεράΑποκάλυψις. 17,8β-
…Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαιξε έναν πάρα πολύ σημαντικό ρόλο στην
εξάπλωση του Ευαγγελίου. Όμως, σε αυτήν την χριστιανικοτάτην Βυζαντινή
Αυτοκρατορία υπέβοσκε πάντοτε η ειδωλολατρία. Το θηρίο δηλαδή ουκ ην,
δεν ήτο. Ήτο δεμένο αλλά υπέβοσκε. Όταν λέγει ήτο
δεμένο δεν σημαίνει ότι είχε εξαφανιστεί ο διάβολος, [σημαίνει] δεν
μπορούσε να ενεργήσει. Όπως λέγει ο Ανδρέας και ο Αρέθας, είχε
απονευρωθεί. Υπέβοσκε όμως η ειδωλολατρία. Μια αναλαμπή αυτής της ειδωλολατρίας είναι ο Ιουλιανός ο Παραβάτης.
Αργότερα, επειδή δεν μπορούσε στα κεφάλια μερικών λογίων του Βυζαντίου να κατανοηθεί ο σταυρικός πυρήν του Ευαγγελίου, δηλαδή η άρνησις του κόσμου εν εννοία πνευματική,
άρχισε η θεολογική σκέψις των λογίων να γίνεται περισσότερον και
περισσότερον φιλοσοφική. Αυτό το διακρίνομε σε πολλούς λογίους. Βέβαια η
παιδεία τους ήτο και παιδεία των Ελληνικών γραμμάτων. Μερικοί όμως
παρέκκλιναν και εγίνοντο ερασταί του αρχαίου πνεύματος. Έτσι, βασικό
θέμα ετέθη ως εξής:
Εις τον Χριστιανισμόν υπάρχει η ούτως ειπείν απαγόρευσις της ικανοποιήσεως των αισθήσεων. Αλλά γιατί να υπάρχει αυτή η απαγόρευσις;
Γιατί να μην χαρούμε την ζωή όπως μας προσφέρεται κατά φυσικόν τρόπον;
Άρα λοιπόν μέσα στον Χριστιανισμόν, είπαν οι λόγιοι αυτοί, υπάρχει η
αναβίωσις ενός στοιχείου δυαλιστικού. «Δυαλισμός» -το δυ με ύψιλον- θα πει ένα στοιχείο που είναι διπλούν : το στοιχείο της ύλης και το στοιχείο του πνεύματος. Και έρχονται σε μία αντίθεση.
Ένας κύριος εκπρόσωπος αυτού του πνεύματος ήτο ο Γεμιστός ο Πλήθων,
που πέθανε ένα χρόνο προ της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλως, το 1452,
στον Μυστρά της Πελοποννήσου. Έχομε κι άλλους όμως ομοίους με τον
Πλήθωνα.
Γιατί λοιπόν να μην έχει κανείς μίαν ενοποίηση των δυνάμεων της φύσεως; Γιατί να μην υπάρχει μία ενοποίησις ψυχής και σώματος και να βάλομε αυτά τα δύο να συγκρούονται -ψυχή με σώμα; Γιατί να εισάγει ο Χριστινισμός δυαλισμόν;
Περιττό
να σας πω ότι αυτά δεν είναι καθόλου σωστά, διότι αντιθέτως ο
Χριστιανισμός κατήργησε κάθε δυαλιστικό στοιχείο. Διότι δέχεται έναν
Θεόν, σαρκός και πνεύματος.
Αν υπάρχει μία αντίθεσις ανάμεσα στην σάρκα και στο πνεύμα, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος «τις με ρύσεται του σώματος του θανάτου τούτου;», ομιλεί εξ ονόματος του μεταπτωτικού ανθρώπου. Και ευθύς παρακάτω ο Απόστολος Παύλος δοξολογεί τον Χριστόν ότι τον ηλευθέρωσε ο Χριστός ακριβώς από αυτό το δυαλιστικό στοιχείο.
Ο δυαλισμός λοιπόν, η διαρχία, δεν υπάρχει στον Χριστιανισμό και αν σου πει ο άλλος «δεν θα φας αυτό, θα κάνεις εγκράτεια εκεί» δεν
είναι γιατί υπάρχει κάτι κακό στην ύλη ή στο σώμα, αλλά δια λόγους
ασκήσεως, επειδή υπάρχει ο μεταπτωτικός άνθρωπος να υπάρξει ο αγώνας να
έλθομε εις τον καινούριον άνθρωπο. Αυτά όμως -μέχρι σήμερα αγαπητοί μου προσέξατε- δεν μπορούσαν να κατανοηθούν.
Πάρτε το θέμα της εγκρατείας. Να το πω έτσι ωμά ωμά όπως τα λένε οι
άνθρωποι, γιατί τα πήρα εγώ φιλοσοφικά. Να σας τα πω ωμά, πρακτικά. Παντρεύτηκα,
λέει, και μου απαγορεύεις να συνέρχομαι με την γυναίκα μου; Για ποιον
λόγο; Αμαρτία είναι; Και όταν η σύζυγος πει στον άντρα, -ξέρεις είναι
Σαρακοστή; -Γιατί σε παντρεύτηκα; Αμαρτία είναι; …
Δεν είναι αμαρτία αδελφέ μου
γιατί δεν υπάρχει διαρχία, δεν υπάρχει δυαλισμός, αλλά ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ ΣΑΡΚΑ
εάν δέσεις τον εαυτόν σου στις αισθήσεις σου.
Μας το πληροφορεί η ιστορία. Τί συνέβη στην εποχή του κατακλυσμού του Νώε;
ου μη καταμείνη το πνεύμα μου εν αυτοίς δια το είναι αυτούς σάρκας
Έγιναν σαρκικοί άνθρωποι. Δεν το καταλαβαίνεις αυτό αδελφέ μου; Ότι είσαι ο μεταπτωτικός άνθρωπος και έχεις μίαν ευαισθησίαν και έλκεσαι από τις αισθήσεις σου και γίνεσαι χώμα;
Αυτό που είπε ο Θεός στον διάβολο, στο φίδι: Όλες τις μέρες της ζωής
σου χώμα θα τρως, θα σέρνεσαι. Στο διάβολο το λέει αυτό γιατί το φίδι
είναι δημιούργημα του Θεού και το φίδι δεν είχε πρώτα ποδάρια και τα
απέβαλε μετά. Ω διάβολε, ουδέποτε θα ορθώσεις κεφάλι, να δεις
κάτι πνευματικό, κάτι πού είναι πιο πάνω από τον εαυτόν σου. Πάντα θα
έχεις το κεφάλι σου προς τα κάτω να τρως ύλη, να τρως αμαρτία, να τρως
εκείνο που δεν θα έπρεπε να τρως. Ω διάβολε.
Κι εσύ άνθρωπε που παρεσύρθης από τον διάβολον, δεν το καταλαβαίνεις αδελφέ μου; Δεν υπάρχει δυαρχία. Ο Θεός έκανε το σώμα, ο Θεός έκανε και το πνεύμα, ο Θεός έκανε και το γενετήσιο.
λέγει ο Απόστολος Παύλος (Α Κορ. 6,20) Έτσι οι φιλοσοφούντες αυτοί, λίγο θεολογούντες και
περισσότερο φιλοσοφούντες, και περισσότερο παρασυρόμενοι από τις
αισθήσεις τους, άρχισαν να λένε γιατί να μην υπάρχει μία ελευθερία και
να μην υπάρχει ενοποίησις σώματος και ψυχής, αλλά έρχεται ο
Χριστιανισμός και λέγει, μη αυτό, μη εκείνο.
Παρανόησις. Βλέπετε η αδυναμία της ζωής, των βιωμάτων, της
σαρκός; Όταν ο άνθρωπος δεν ζει Χριστιανικά, βλέπετε τι πονηρά δόγματα
γεννάει; όπως λέει ο Ιερός Χρυσόστομος;
Λοιπόν. Ποιός θα ικανοποιήσει το θέμα της ενοποιήσεως
πνεύματος και σαρκός/σώματος; Το αρχαίον Ελληνικόν πνεύμα, δηλαδή
επαναφορά εις την ειδωλολατρεία της αρχαιότητος. «Εκεί θα ξαναβρούμε πάλι την αρμονία και την ισορροπία της ανθρωπίνης υπάρξεως». Σας ο εξήγησα λοιπόν. Αυτό το ίδιο πνεύμα υπάρχει μέχρι σήμερα και ογκούται, μεγαλώνει.
Σας είπα, ένας εκπρόσωπος αυτού του πνεύματος ήτο ο Πλήθων. Αν
διαβάσετε την ιστορία της εποχής εκείνης, πως αυτός πήγε στην Ιταλία,
πως τα Ελληνικά γράμματα έλαμψαν στην Ιταλία και λοιπά και πως ακόμη
μεταφέρθηκε αυτό το πνεύμα που υπέβοσκε στη Δύση και δημιουργήθηκε η
γνωστή Αναγέννησις στη Δύση, η οποία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά οι υποβόσκουσες αυτές φιλοσοφικο-θεολογικές ιδέες του Βυζαντίου.
Αποτέλεσμα, ερασταί κι εκείνοι της αρχαιότητος στη Δύση, στην Ιταλία
κυρίως, άρχισε να δημιουργείται η Αναγέννησις, η νοσταλγία της
ειδωλολατρίας, γέννημα της οποίας Αναγεννήσεως είναι ο δικός μας Θεόφιλος Καΐρης, μόλις του περασμένου αιώνος.
Στα μέσα του περασμένου αιώνος απέθανε ο Θεόφιλος Καΐρης στη Σύρο.
Κληρικός ήταν και στην Άνδρο είχε κάνει ένα ορφανοτροφείον, στην
πραγματικότητα δεν ήτανε παρά μία σχολή. Συγκέντρωνε πολλούς μαθητάς,
εκατοντάδες μαθητάς απ’ όλη την Ελλάδα στην προσπάθειά του όχι να δώσει
μόρφωση μόνο. Δίδασκε όλα τα μαθήματα, Μαθηματικά, Φυσική, Φιλοσοφία,
Ελληνικά. Όλα τα μαθήματα μόνος του. Όχι μόνο αυτό αλλά προσπάθησε
να δημιουργήσει μία καινούρια θρησκεία με καινούριο τελετουργικό, με
νέους ύμνους και με καινούριες προσευχές. Στο βάθος λοιπόν ήτο παιδί της
Αναγεννήσεως της Δύσεως, η οποία ήτο παιδί των Βυζαντινών εραστών της
ειδωλολατρίας. ….
Η γνώση του Θεού: Η ησυχαστική θεολογία ως εμπειρική γνώση του Τριαδικού Θεού
Η γνώση των ανθρώπων σε θέματα της
κτιστής πραγματικότητας είναι αποκλειστικά υπόθεση νοησιαρχικής
διαδικασίας. Όμως κάνοντας λόγο συγκεκριμένα για την κατεξοχήν θεολογία
ως χαρισματική λειτουργία, δηλαδή ως Αληθειο-λογία και όχι ως ακαδημαϊκή
σπουδή, η οποία πολλάκις εκτροχιάζεται και περιπλανάται σε ειδυλλιακές
ουτοπίες, τα πράγματα δεν ακολουθούν αυτή τη φόρμουλα. Καθετί δηλαδή που αναφέρεται στη θεία πραγματικότητα αν δεν ταυτίζεται με την αποκάλυψη του Χριστού δεν αποτελεί θεολογία.
Η Αλήθεια ως ενυπόστατη στον Λόγο, δεν αποτελεί μετρήσιμο μέγεθος και
επομένως δεν αποτελεί αντικείμενο γνώσης κατά τη μέθοδο της θύραθεν
γνωσιολογίας, η οποία ισχύει για όλα τα επιστητά και νοητά πράγματα. Ο
απ. Παύλος με την φράση, «νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ»,
αυτό ακριβώς θέλει να τονίσει. Πως ο Θεός, ακόμη και στην διαδικασία
που ο άνθρωπος τον αναζητεί να τον ψηλαφήσει ώστε να τον γνωρίσει, δεν
παύει να είναι το δρών και το κατεξοχήν Υποκείμενο. Κατά την βιβλική
άποψη, πρώτα ο άνθρωπος γινώσκεται υπό του Θεού, αποκαλυπτομένου εν
Χριστώ, και ακολούθως ο πιστός διά της καταφάσεώς του γνωρίζει το Θεό.
Άλλωστε ο απ. Παύλος κινούμενος στο ίδιο πλαίσιο και θέλοντας να
εκφράσει την άμεση εξάρτηση της γνώσης ως εμπειρίας, με την αγάπη προς
τον Θεό γράφει «εἰ δέ τις ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, οὗτος ἔγνωσται ὑπ᾿ αὐτοῦ».
Μεταπτωτικά αυτή η θέα του Θεού δεν είναι δεδομένη και ούτε φυσικά απροϋπόθετη…
Υπάρχει μια απέραντη απόσταση μεταξύ Θεού και δημιουργίας, κι αυτή είναι απόσταση φύσεων.
«Πάντα ἀπέχει Θεοῦ, οὐ τόπῳἀλλὰ φύσει»
κατά τον μέγα δογματολόγο Ιωάννη Δαμασκηνό. Κι όμως, παρά τη χαώδη
αυτή οντολογική ετερότητα του ανθρώπου εν σχέσει με το άκτιστο, είναι
εφικτή η γνώση του Θεού (θεολογική γνωσιολογία), η οποία όμως νοείται
πάντοτε στο πλαίσιο της κατ΄ενέργειαν σχέσης του ανθρώπου με τον
Τριαδικό Θεό. Επομένως, μεταπτωτικά αυτή η «θέα του Θεού» δεν είναι
δεδομένη και ούτε φυσικά απροϋπόθετη, όπως κατά κανόνα ισχύει γύρω μας
στην κτιστή πραγματικότητα, αλλά τουναντίον, στη φράση «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται», τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση από τον ίδιο τον Χριστό η καθαρότητα της καρδιάς, νοουμένης πάντοτε ως του όλου ανθρώπου.
Ο μεταπτωτικός άνθρωπος όμως, έρμαιο
των αισθήσεων και του φαινόμενου κόσμου, έχει ανάγκη οντολογικής
απελευθέρωσης, ως αποδέσμευσης από τα πάθη.
Η ελευθερία αυτή δεν είναι άπιαστο και απατηλό όνειρο αλλά αντίθετα δύναται να γίνει βιούμενη πραγματικότητα. «Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶἡἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς»
διδάσκει ο Χριστός. Η τήρηση των εντολών του Θεού αυτό ακριβώς
δηλώνει. Ακολουθώντας ο άνθρωπος τη βούληση του Θεού, δηλαδή αλλάζοντας
και ζώντας εν Χριστώ με την εν γένει μυστηριακή ζωή,
μέσω της αυτοπαράδοσής του στον ίδιο το Χριστό, ελευθερώνεται
πραγματικά και οντολογικά από τον υλώδη και κοσμικό τρόπο ζωής και
αντιλήψεως. Βέβαια ο γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ θα μας πει, ότι «ο
κτιστός άνθρωπος, δεν μπορεί μόνο με τις φυσικές του δυνάμεις να ζει
σύμφωνα με τις εντολές του Θεού. Η επιδίωξή του αυτή θα παρέμενε
απραγματοποίητη αν δεν συνεργούσε η θεία Χάρη, η οποία άλλωστε είναι και
το ζητούμενο». Η ορθόδοξη θεώρηση της συνεργίας για τη σωτηρία,
έγκειται ακριβώς στην αυτογνωσία του ανθρώπου ότι αδυνατεί να την
πετύχει μόνος του, ως ταπεινή ομολογία των πεπερασμένων δυνατοτήτων της.
Με τη συνεργία ο άνθρωπος όχι μόνο δεν αυτονομείται, αλλά πρακτικώς
βιώνει το «ἐν Χριστῷ» είναι του και δεν επαναλαμβάνει πλέον στη ζωή του
το προπατορικό αμάρτημα.
Για να συνδέσουμε όλα τα ανωτέρω, θα
πρέπει να τονίσουμε πως η γνώση του Θεού είναι γνώση υπαρξιακή και
περιλαμβάνει ολόκληρο τον άνθρωπο, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι δεν
αποτελεί καθαρό γνωσιολογικό πρόβλημα, αλλά είναι οντολογική αλλοίωση,
μετοχή στην αγαθή και ζωοποιό θεία ενέργεια. Αυτή η ενέργεια όμως, δεν
παύει να είναι ο ίδιος ο Θεός, αφού παρότι σαφώς διαφέρει και
διακρίνεται από τη θεία ουσία, εν τούτοις δεν διασπάται από αυτήν.
Υπάρχει δυναμικός και όχι στατικός
χαρακτήρας σε αυτού του είδους τη γνώση του Θεού που προϋποθέτει κίνηση
και τάση προς το άπειρο.
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κορεσμός
της επιθυμίας γνώσεως του Θεού και της αγαπητικής σχέσεως μεταξύ Θεού
και ανθρώπου, αφού ‘’στάση’’ της επιθυμίας σημαίνει διακοπή της μετοχής
στην αγαθή και ζωοποιό ενέργεια του Θεού. «Εὕρεσις ἐστίν αὐτό τό ἀεί ζητεῖν»
θα μας πεί ο Γρηγόριος Νύσσης. Φορέας της γνώσεως είναι ο νους του
ανθρώπου. Μάλιστα όλοι οι νηπτικοί χαρακτηρίζουν τον νου ως το ηγεμονικό
μέρος και τον οφθαλμό της ψυχής, ο οποίος προπτωτικά στην κατά φύση
κατάστασή του ήταν «ενοειδής» και «μονοειδής» . Είχε δηλαδή εκείνα τα
χαρακτηριστικά του φωτισμού, της καθαρότητας και της «αμορφίας» που
αποτελούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις της απερίσπαστης προσευχής και
ένωσης με τον Θεό. Μετά την πτώση όμως, ο νους του ανθρώπου εξέρχεται
από την καρδιά και παραδίδεται στους εμπαθείς λογισμούς, πράγμα το οποίο
δηλώνει τη δέσμευση και την αιχμαλωσία του στα αισθητά και ορατά της
κτίσεως, οπότε και αδυνατεί να συναντηθεί με τον Θεό «ἐν τῇ προσευχῇ».
Ο συνδυασμός όλων αυτών τον καθιστά ευάλωτο στις δαιμονικές δυνάμεις.
Είναι χαρακτηριστική η ερμηνεία που κάνει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς στην
παραβολή του ασώτου Υιού, όπου ταυτίζει τον άσωτο υιό με το νου του
ανθρώπου και την πατρική οικία με την καρδία του, από την οποία και
εξήλθε «εἰς χώραν μακράν»
για τη μάταιη και ψυχοφθόρα περιπλάνηση και στην οποία επανέρχεται μόνο
κατόπιν μετανοίας, για να συναντηθεί και να κοινωνήσει αγαπητικά και
ευχαριστιακά με τον πατέρα του. Άλλωστε, μετάνοια σημαίνει επάνοδος από
το παρά φύση στο κατά φύση και από το διάβολο στο Θεό.
«Ο
κτιστός άνθρωπος, δεν μπορεί μόνο με τις φυσικές του δυνάμεις να ζει
σύμφωνα με τις εντολές του Θεού. Η επιδίωξή του αυτή θα παρέμενε
απραγματοποίητη αν δεν συνεργούσε η θεία Χάρη, η οποία άλλωστε είναι και
το ζητούμενο»
Ο άγ. Νικόδημος Αγιορείτης στον πρόλογο
της Φιλοκαλίας, υπογραμμίζει ότι η συλλογή αυτή απευθύνεται τόσο σε
μοναχούς, όσο και σε λαϊκούς, αφού όλοι έχουν κληθεί για τον αγιασμό και
την χαρισματική βίωση της αγιοτριαδικής ενότητας του «ἵνα ὦσιν ἓν».
Η κοινωνία της ζωοποιού ενέργειας του Θεού δεν είναι η ίδια από όλους
τους πιστούς. «Κυμαίνεται μεταξύ τῆς εἰς θάνατον κατακρίσεως καί τῆς εἰς
ζωήν αἰώνιον ἀφθαρτοποιήσεως». Οπότε ο κάθε πιστός βιώνει αυτή την
ενότητα κατά το μέτρον της δεκτικότητάς του, σε μία έμπονη κλιμακωτή
πορεία, κατά την οποία «ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καί τελειοῦται». Εδώ ακριβώς, στο ζήτημα της δεκτικότητας στηρίζεται η διάκριση των ανθρώπων που κάνει ο απ. Παύλος σε «σαρκικό, ψυχικό και πνευματικό»,
όπου το επίπεδο της γνώσης διαβαθμίζεται αντιστοίχως με το επίπεδο της
πνευματικής αλλοίωσης που υφίσταται ένεκα της αυτοπαράδοσής του στην
αγάπη του Θεού. Ο αγιασμός, η καθολική εξυγίανση του ανθρώπου ως ακέραιο
ψυχόσωμα και η θεογνωσία, ξεκινά με την κάθαρση των παθών μέσω
ασκητικής μεθόδου στην οποία συνεργούν οπωσδήποτε όλες οι σωματικές αλλά
καί οι πνευματικές δυνάμεις του, ενώ συνεχίζει με τον φωτισμό του νοός,
ο οποίος δεν «εξαφανίζεται αλλά αναγεννάται, αγιάζεται, θεούται
τελικώς, καθιστάμενος ικανός και άξιος δέκτης της αληθογνωσίας εν
Χριστώ» . Η μετατροπή του σταδίου του φωτισμού σε αυτό της θεώσεως, δεν
λογίζεται κατά τα κριτήρια της εμβάθυνσης της φυσικής γνώσης, αλλά είναι
η διάβαση από τα ρητά της Γραφής και των Πατέρων, στην υπεροχική
αγνωσία που υπερβαίνει τη φυσική γνώση και νόηση.
Συγκεχυμένη γνώση περί των όντων μπορεί να έχει και ο εκτός χάριτος άνθρωπος.
Άλλωστε, κοσμική γνώση είχαν και έχουν οι αιρετικοί όλων των εποχών. Δεν είναι όμως γνώση με σωτηριολογικές διαστάσεις δυνάμενη να μεταμορφώσει.
Η γνώση του Θεού είναι αποτέλεσμα και καρπός της θείας ελλάμψεως ως
άρρητη ενέργεια της τρισηλίου θεότητος που λέγεται και είναι αόρατη
όραση, άγνωστη γνώση και αμέθεκτη μετοχή, ώστε «να διαφανεί μέσα από τις
εννοιολογικές αντιθέσεις η δυνατότητα εμπειρικής μέθεξης ολόκληρου του
ανθρώπου (και όχι μόνο της σκέψης) στην εκφραζόμενη αλήθεια» .
Γι΄αυτό το λόγο το «νῆφε ἐν πᾶσι», ως νήψη, ως διαρκής εγρήγορση και αδιάλλειπτη προσευχή είναι απαραίτητη στάση ζωής δια το «μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». Έτσι κατανοούμε καλύτερα τον λόγο του Ευαγρίου του Ποντικού που σημειώνει χαρακτηριστικά, «εἰ θεολόγος εἶ, προσεύξῃ ἀληθῶς. Καὶ εἰἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ».
Χωρίς αδιάλλειπτη και θερμή προσευχή, δεν μπορεί ο άνθρωπος να ανέλθει
στον σιωπηλό γνόφο του θαβωρίου όρους, ο οποίος ταυτόχρονα είναι
σκοτεινός και υπέρφωτος, αφού η ίδια η προσευχή ταυτίζεται με την
υψηλότερη και εγκυρότερη εκδοχή της θεολογίας. Γίνεται εμφανής η
οργανική ενότητα που υπάρχει μεταξύ μυστηρίων, προσευχής και ασκήσεως.
Η διά της προσευχής όμως απελευθέρωση
του ανθρώπου από την υλικότητα του κόσμου, διακρίνεται σαφώς από την
«έκσταση», όπως αυτή νοηματοδοτείται και προσδιορίζεται από τα διάφορα
ρεύματα των ανατολικών θρησκειών και μεθόδων.
Στην περίπτωση των φιλοσοφικών και
υπόλοιπων θρησκευτικών αντιλήψεων περί εκστάσεως, έχουμε μια
σχιζοφρενική «πνευματικότητα», η οποία κατανοεί τον άνθρωπο ως μια
φυλακισμένη ψυχή μέσα σε ένα επικίνδυνο σάρκινο όστρακο, καταδικασμένο
στη φθορά. Η λύτρωση της ψυχής από αυτό, επιτυγχάνεται μέσω μιας
μυστικιστικής διαδικασίας, η οποία αποβλέπει στην έξοδό της από το σώμα
και στην «ταύτισή της με μια συμπαντική πραγματικότητα […] στην
αναζήτηση μιας προσωρινά χαμένης ταυτότητας».
Στην
περίπτωση των φιλοσοφικών και υπόλοιπων θρησκευτικών αντιλήψεων περί
εκστάσεως, έχουμε μια σχιζοφρενική «πνευματικότητα», η οποία κατανοεί
τον άνθρωπο ως μια φυλακισμένη ψυχή μέσα σε ένα επικίνδυνο σάρκινο
όστρακο, καταδικασμένο στη φθορά…
Όμως, η διάσπαση αυτή είναι
χαρακτηριστικό γνώρισμα του πεπτωκότος ανθρώπου. Το κακό διαιρεί και
φθείρει τα ενωμένα, ενώ το αγαθό ενοποιεί και συνέχει τα διηρημένα. Στην
Ορθόδοξη παράδοση σε καμία περίπτωση δεν εννοείται κάτι τέτοιο, διότι
προοπτική είναι το θαβώριο όρος της Θείας Μεταμορφώσεως, το όρος της
θεοπτίας, στο οποίο καμιά αίσθηση και λειτουργία δεν αφανίζεται.
Σύμφωνα με τη διήγηση του Ευαγγελίου κατά την ώρα της Μεταμόρφωσης του
Χριστού, ακούστηκε η φωνή του Πατρός, ενώ επίσης εθεάθησαν «Μωσῆς καὶ᾿Ηλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες».
Υπάρχει δηλαδή καί ακοή καί όραση. Όμως, εκτός από την αποκαλυπτική
μεταμόρφωση του Χριστού, συνέβη και μεταμόρφωση, δηλαδή πνευματική
αλλοίωση των αισθήσεων των μαθητών, καθώς διαφορετικά δεν θα ήταν
δυνατόν να αντικρύσουν τη δόξα του Θεού. Στην πραγματικότητα, κατά την
ώρα της θεοπτίας όλες οι αισθήσεις ενοποιούνται και ο άνθρωπος βλέπει το
Θεό διά της θεώσεώς του. Αυτήν ακριβώς τη μεταμόρφωση ως «ἀλλοίωσιν τῆς δεξιᾶς τοῦ῾Υψίστου» επιδιώκει ο ενσυνείδητος χριστιανός παρακαλώντας το Θεό «λάμψον καὶἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸἀΐδιον»,
κατά την οποία καταξιώνεται στην ακρότατη βαθμίδα της θεογνωσίας και
γνωρίζει όχι τον Θεόν ως προς το είναι, αλλά τα περί τον Θεόν. Γι΄ αυτό
και κάθε γνήσια πνευματική εμπειρία μπορεί να θεωρηθεί ως μια επαλήθευση
ή συνέχιση της μεταμόρφωσης στο Όρος Θαβώρ.
Η Αλήθεια είναι Φως, είναι «τὸ φῶς τὸἀληθινόν».
Και αυτό το Φως δεν προσεγγίζεται μέσα
σε πλαίσια στείρας συμβατικότητας. Προσεγγίζεται και μετέχεται μόνο δια
του ιδίου του φωτός, σε μια προσπάθεια του ανθρώπου να ομοιάσει
χαρισματικά προς αυτό, στην δυναμική πορεία του «καθ᾿ὁμοίωσιν ». «Σημειωθήτω ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, ἵνα ἐν αὐτῷὀψώμεθα φῶς τὸἀπρόσιτον». Δικαίως λοιπόν έχει γραφεί ότι ο ησυχασμός αποτελεί τέχνη και επιστήμη του φωτός.
Αν ο άνθρωπος δεν βιώσει εμπειρικά την Αλήθεια δεν μπορεί να θεολογήσει
με την υπαρξιακή έννοια του όρου, εφόσον ο θεόπτης θεολόγος είναι ο
κατεξοχήν Αληθειο-λόγος.
Η εμπειρική γνώση του Θεού – Βασίλειος Ι. Τουλουμτσής
Έδωσε ζωικές πρωτεΐνες για τροφή
στις αγελάδες και τις έκανε τρελές. Άρχισε την καλλιέργεια και εκτροφή
μεταλλαγμένων ειδών για να παράγει πιο αποδοτικά ζώα και φυτά
εστιάζοντας την προσοχή του αποκλειστικά στο βραχυπρόθεσμο κέρδος και
τον ευδαιμονισμό και αδιαφορώντας ουσιαστικά για τις μακροχρόνιες
επιπτώσεις τόσο στο περιβάλλον όσο και στον ίδιο τον εαυτό του.
Στην παράλογη αυτή συμπεριφορά του ο
σύγχρονος άνθρωπος είναι τόσο συνεπής που δεν κάνει διακρίσεις ούτε στο
ίδιό του το είδος. Ο ίδιος σαν άτομο έχει το αναφαίρετο δικαίωμα για μια
άνετη και απολαυστική ζωή, όμως αδιαφορεί για την ευτελή ζωή του άλλου
και ανέχεται τον θάνατο εκατομμυρίων παιδιών στον τρίτο κόσμο και τις
χιλιάδες εκτρώσεις εμβρύων που λαμβάνουν χώρα κάθε χρόνο στην πατρίδα
του.
Το Περιβάλλον στον Ορθόδοξο Λόγο και στην Ορθόδοξη Παράδοση
Στο ερώτημα «γιατί άραγε φθάσαμε ως
εδώ;» απαντά ο προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης: «… από κακίας των
κατοικούντων εν αυτή ηφανίσθησαν κτήνη και πετεινά… αφανισμώ ηφανίσθη
πάσα η γη» (Ιερεμία, 12:4). Μετά την πτώση και την έξοδό του από τον
Παράδεισο, ο άνθρωπος βρέθηκε μέσα σ’ ένα φυσικό περιβάλλον, εχθρικό,
στο οποίο αγωνίζεται και αντιπαλεύει για να επιβιώσει. Αν και η
διανοητική του υπεροχή τον έκανε να είναι «κύριος και κάτοχος της
φύσης», όμως η μεταπτωτική δημιουργικότητά του κυριαρχήθηκε από
ιδιοτέλεια και φόβο και λησμόνησε το «εργάζεσθαι και φυλάσσειν» (Γένεση,
2:15). Ο μεταπτωτικός άνθρωπος αλλοτριώθηκε και η αλλοτρίωση αυτή δεν
είχε σαν αποτέλεσμα την απομάκρυνσή του από τον Θεό-Δημιουργό αλλά και
την αποξένωσή του από τη φύση-δημιουργία.
Η Ενσάρκωση του Θεού-Λόγου, η παρουσία
Του πάνω στη γη, η Σταύρωση και η εκ νεκρών Ανάστασή Του, αλλά και η
Ανάληψη του Θεανθρώπου, δείχνουν την Αγάπη του Θεού για το πλάσμα Του,
αλλά και τη θέση του ανθρωπίνου σώματος και γενικότερα της φύσης με την
οποία αυτό είναι άρρηκτα συνυφασμένο. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός με τη
γέννησή του ευλόγησε τη γη, με τη Βάπτισή του τα νερά, με το κήρυγμα και
τα θαύματά του τον άνθρωπο και όλη τη φύση. Με τη Σταύρωση και την
Ανάστασή Του έλυσε την κατάρα του θανάτου και έδωσε τη δυνατότητα στους
ανθρώπους να γίνουν πάλι δεδοξασμένα παιδιά του Θεού. Σύμφωνα με τον
Απόστολο Παύλο στην προς Ρωμαίους επιστολή του (8: 18-23) αυτός ο
δεδοξασμένος άνθρωπος θα συμπαρασύρει μαζί του στη δόξα και την κτήση,
την οποία με την πτώση του οδήγησε κάποτε στη φθορά.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας με τη συνεργία
του Αγ. Πνεύματος συνεχίζει στους αιώνες το λυτρωτικό έργο του Ιδρυτή
της, όπως το παρέλαβε από τους Αγ. Αποστόλους και θεόπνευστους Πατέρες
της. Η Εκκλησία δεν απορρίπτει το φυσικό/υλικό κόσμο, αλλά όπως και τον
άνθρωπο τους αγιάζει με τη Χάρη του Αγ. Πνεύματος. Έτσι το ζυμωμένο ψωμί
και το κρασί καθαγιάζονται και μετουσιώνονται σε «Σώμα και Αίμα
Χριστού», το λάδι μετατρέπεται σε ιαματικό «Ευχέλαιο» και το νερό της
κολυμβήθρας σε καθαρτήριο αμαρτημάτων. Αλλά και το ευχολόγιο της
εκκλησίας μας είναι γεμάτο από ευχές υπέρ «ευκρασίας αέρων», «όμβρων
ειρηνικών», «καρπών ευφορίας» καθώς και ευχές υπέρ θεραπείας ζώων από
διάφορες νόσους. Επίσης, στον ιδιοτελή και υπερκαταναλωτικό τρόπο ζωής η
Εκκλησία έχει να αντιπαραθέσει τον Ασκητισμό, ο οποίος καθαρίζει το
σώμα και το πνεύμα από αντικοινωνικές συμπεριφορές και αντιλήψεις και
τον φέρνει έτσι πιο κοντά στο Θεό, τους συνανθρώπους του και το φυσικό
του περιβάλλον.
Ο αγιασμός και η σωτηρία του ανθρώπου
και μαζί του της φύσης, αποτελούν τη σημαντικότερη προσφορά της
εκκλησίας στην αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσης. Ο αγιασμός δίνει τη
δυνατότητα επαναφοράς του ανθρώπου και της φύσης στην αρχέγονή τους
μορφή όταν πρωτοπλάσθηκαν όλα «καλά λίαν». Ζωντανά παραδείγματα είναι οι
Άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι με τον βίο και τη πολιτεία τους μας
διαβεβαιώνουν ότι ο αγιασμός και η σωτηρία δεν είναι αφηρημένα λόγια
αλλά διαχρονική πράξη στους κόλπους της Εκκλησίας.
Ο μωσαϊκός νόμος με την εντολή· “Ουκ
επιθυμήσεις” απεκάλυψε τον εσώτερο υπαρξιακό προβληματισμό του
ανθρωπίνου προσώπου, που προέκυψε από την πράξη της παραβάσεως της
εντολής του Θεού!
Τον προβληματισμό αυτό, στον οποίο
εγκλωβίσθηκε το πρόσωπο αυτό, κατά τη διαδικασία της αντίθεης επιλογής
του, τον αγνοούσε, αφού η αυτοσυνειδησία του λειτουργούσε πλέον, ύστερα
από την επιλογή αυτή, στο καθεστώς της αιχμαλωσίας και της δουλικής του
υποταγής στη δαιμονική βία!
Το πρόβλημα επομένως της απελευθερώσεως
του ανθρώπου από τη δουλεία του αυτή ήταν πράγματι, πρώτα-πρώτα,
πρόβλημα αυτογνωσίας, με πρώτο στόχο την κατανόηση της πλοκής και της
φύσεως του βασικού του υπαρξιακού προβληματισμού.
*
Ποιά πρόκληση θα ήταν κατάλληλη για να
προκαλέσει και να εκλύσει τις αναγκαίες φωτιστικές διεργασίες, στο πεδίο
της αυτοσυνειδησίας του ανθρωπίνου προσώπου, για μια ψυχοδυναμική
«γεώτρηση» σ’ ένα, απροσδόκητο για το πρόσωπο αυτό, βάθος;
Ασφαλώς, και στην περίπτωση τούτη η
εντολή “ουκ επιθυμήσεις”, αλλά ως ανατομική τώρα διείσδυση στην εσώτερη
πλοκή της επιθυμίας με τη βιωματική αναγκαιότητα της ελευθερίας, της
υπαρξιακής δηλ, ανάγκης για ελεύθερο αυτοκαθορισμό και έκφραση!
*
Η εντολή “ούκ επιθυμήσεις”, τη στιγμή
που εδίδετο, απεκά¬λυπτε και άρα ανεγνώριζε συγχρόνως τη δυνατότητα του
ανθρω¬πίνου προσώπου να επιθυμεί αλλά και να μην (όταν θέλει) επιθυμεί.
Αλλά η αποκάλυψη της δυνατάτητος αυτής, προερχομένη από τη λειτουργία
του νόμου, ήταν επίσης αποκάλυψη της δυνατότητος της εσωτερικής
ελευθερίας του ανθρώπου να αυτοορίζεται και να αυτοκαθορίζεται στο
«επιθυμητικό» πεδίο της υπάρξεως.
Έτσι η εντολή• “Ουκ επιθυμήσεις”, τη
στιγμή που παρελαμβάνετο από το σαρκικό άνθρωπο, γινόταν αισθητή στο
βαθύτερο ψυχισμό του ως πρόκληση βιώσεως προσωπικής ελευθερίας και
εκφράσεως.
– Όταν παίρνω την εντολή να μην επιθυμώ,
αισθάνομαι ότι μπορώ, έχω τη δυνατότητα να επιθυμώ αλλά και (όταν θέλω)
να μην επιθυμώ. Γιατί, εξάλλου, αν δεν έχω τη δυνατότητα και την
ελευθερία να μην επιθυμώ, ποιό νόημα έχει για μένα μια εντολή, που δεν
μπορώ να εφαρμόσω;
*
Αλλά ο σαρκικός (μεταπτωτικός) άνθρωπος,
τη στιγμή που θέλησε την πρόκληση της προσωπικής του ελευθερίας και
εκφράσεως (την εντολή) να την κάνει βίωμα (δηλ. να μην επιθυμήσει)
αντιλήφθηκε την ανικανότητά του και την αδυναμία του να εκφρασθεί
ελεύθερα και κυριαρχικά, επί του εαυτού του, αρνούμενος τις προσωπικές
του επιθυμίες, για να μείνει πιστός στην επιταγή της εντολής.
Έτσι ενώ η εντολή τού άνοιξε θύρα
ελευθερίας, με την αφυπνιστική πρόκληση, συγχρόνως, η ίδια αυτή εντολή
τού έδειχνε τα πραγματικά όρια της ελευθερίας του, δηλ. της ανελευθερίας
του. Τη στιγμή που τον υποχρέωνε, ως εντολή, να μην επιθυμεί, την ίδια
στιγμή του έδειχνε, ότι δεν μπορεί να αρνείται (να μην ικανοποιεί) τις
επιθυμίες του.
Δεν πρέπει να επιθυμεί, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο, παρά να επιθυμεί, ό,τι δεν πρέπει να επιθυμεί!
Αυτή η βιωματική-υπαρξιακή αντίφαση
έδειχνε, ότι η ίδια η εντολή ήταν επικύρωση του θανάτου του σαρκικού
ανθρώπου, αφού η ικανοποίηση της επιθυμίας του, ως παράβαση της εντολής,
ισοδυναμούσε με θάνατο!
*
Μια τέτοια «συμπεριφορά» της εντολής σκανδάλισε και προ¬βλημάτισε μέχρι… θανάτου το σαρκικό άνθρωπο!
– Τί μου συμβαίνει λοιπόν;
Εγώ ζούσα κάποτε χωρίς νόμο όταν ήλθε η
εντολή, η αμαρτία ανέζησε (αφού δεν μπορούσα να εφαρμόσω την εντολή) και
τότε εγώ απέθανα. Και έτσι η εντολή, που ήταν προωρισμένη να με
οδηγήσει στη ζωή, σ’ έμενα έφερε το θάνατο.
Τί σημαίνει αυτή η συμπεριφορά της
εντολής; Πώς η εντολή που με αφύπνισε με οδήγησε στο θάνατο; Τί ήταν
λοιπόν ο νόμος, που γέννησε την εντολή; Δεν ήταν στην πραγματικότητα
καλός και άγιος και η εντολή, που γέννησε ο νόμος, δεν ήταν αγαθή και
αγία; Αυτό που μου δόθηκε ως αγαθό (η εντολή) έγινε για μένα θάνατος;
Προς Θεού! «Μη γένοιτο», θα σημειώσει με
έμφαση ο απόστολος των εθνών, δίνοντας τη σωστή εξήγηση στον
προβληματισμένο εαυτό του σαρκικού ανθρώπου. “Ο μεν νόμος άγιος (αφού
δόθηκε από το Θεό) και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή (αφού
επρόκειτο να δημιουργήσει φωτιστικό ρήγμα αυτογνωσίας στο συμπαγές και
αδιάλυτο σκοτάδι της δαιμονικής μου αυτοσυνειδησίας)”.
– Αλλά τότε τί συνέβη;
Να τι συνέβη, θα εξηγήσει πιό πέρα ο
Απόστολος· “Η αμαρτία, για να φανερωθεί σαν αμαρτία, χρησιμοποίησε (αυτό
που εγώ δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω) το αγαθό (την εντολή) για να μου
προξενήσει θάνατο. Κι’ έτσι έγινε (και απεκαλύφθη) η αμαρτία υπερβολικά
(καθ’ υπερβολήν) αμαρτωλή, με τη λειτουργία (της αγαθής και αγίας και
δικαίας) εντολής (αφού παραβαίνοντας εγώ την εντολή, επειδή δεν μπορούσα
να μην επιθυμώ, γινόμουνα αποδέκτης των συνεπειών της παραβάσεως αυτής,
δηλ. του θανάτου, που είναι καρπός της αμαρτίας).
*
Να λοιπόν ότι η εντολή («ουκ
επιθυμήσεις») απέδειξε την αμαρτία που ζούσα εγώ, ο σαρκικός άνθρωπος,
«καθ’ υπερβολήν» αμαρτωλή. Συγχρόνως βέβαια μου έδειξε (ως κέρδος
αυτογνωσίας) ότι μπορώ να κάνω τις επιλογές μου στο βουλητικό ψυχικό
πεδίο του εαυτού μου, αλλά δεν μπορώ να πραγματοποιώ και να βιώνω αυτές
τις επιλογές!
Αυτό ήταν, για μένα, το καλό και αγαθό
αποτέλεσμα της λειτουργίας του νόμου με τις εντολές του· μου άνοιξε τα
μάτια και μου έδειξε, ότι μπορώ να έχω επιθυμίες και επιλογές, αλλά
συγχρόνως μου απέδειξε, ότι δεν μπορώ να τις χειρίζομαι ελεύθερα και να
τις βιώνω «κατά βούλησιν», αυτές τις επιθυμίες και τις επιλογές!
*
Αλλά μια τέτοια αυτοσυνειδησία, που
διαμορφώθηκε στο πνεύμα του σαρκικού μεταπτωτικού ανθρώπου είχε έκδηλο
τον αντιφατικό της χαρακτήρα¬·
Δεν πρέπει να επιθυμείς («ουκ επιθυμήσεις»), αλλά δεν μπορείς παρά να επιθυμείς (και να βρίσκεσαι στη δουλεία της αμαρτίας)!
Περίεργο και παράδοξο γεγονός! Δύο
αντιφατικές μεταξύ τους συνειδητοποιήσεις· Δεν πρέπει (διατύπωση σε
απόλυτο τόνο) αλλά δεν μπορείς (πραγματικότητα αμετάκλητη)!
*
Τί συμβαίνει λοιπόν; Ποιό είναι
επιτέλους το πραγματικό φως που ρίφθηκε στο σκοτάδι της αυτοσυνειδησίας
μου, εμένα του σαρκικού άνθρωπου;
Τί σημαίνει να παίρνεις μια εντολή και συγχρόνως να διαβεβαιώνεσαι, από την ίδια την εντολή, ότι δεν μπορείς να την εφαρμόσεις;
“Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ”. Βρίσκομαι
μεταξύ δύο συμπληγάδων «γνωρίζω τώρα ότι ο νόμος είναι πνευματικός, εγώ
όμως είμαι σαρκικός, πουλημένος στην αμαρτία».
Βρίσκομαι πραγματικά στο κέντρο ενός
εξουθενωτικού υπαρξιακού προβληματισμού• «Δεν γνωρίζω ακριβώς και δεν
αντιλαμβάνομαι αυτό που κάνω και βιώνω στη ζωή μου. Δεν κάνω αυτό που
θέλω, αλλά κάνω εκείνο που μισώ και απεχθάνομαι».
«Σ’ αυτήν την περίπτωση, βέβαια, αφού
μπορώ να θέλω και να μη θέλω, είμαι σύμφωνος με το νόμο και τον
αναγνωρίζω ως καλό και αγαθό».
«Αλλά πάλι αντιλαμβάνομαι καλά, ότι η
αντιφατικότητα που βιώνω, μεταξύ αυτού που θέλω και εκείνου που
αναγκαστικά πράττω και είναι αντίθετο με τη θέλησή μου, δεν είναι δικό
μου έργο αλλά ενέργεια και πράξη της αμαρτίας», «αφού γνωρίζω ότι, σ’
έμενα το σαρκικό άνθρωπο, δεν κατοικεί τίποτε καλό»!
«Η θέληση να κάνω το καλό υπάρχει. Αλλά
δεν έχω τη δύναμη να το κάνω, αφού δεν κάνω το καλό που θέλω αλλά το
κακό, που δεν θέλω, αυτό κάνω. Και εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω, τότε
δεν ενεργώ πλέον εγώ αλλ’ η αμαρτία που υπάρχει μέσα μου (και με
προσδιορίζει και με καθορίζει αμετάκλητα)».
*
«Κι’ έτσι έχω εμπειρία αυτού του νόμου·
ότι δηλ. ενώ εγώ θέλω να κάνω το καλό, μέσα μου υπάρχει πρόχειρο το
κακό. Ενώ από τη μια μεριά αισθάνομαι μεγάλη ευχαρίστηση από το φως που
ρίχνει μέσα μου, ο νόμος του Θεού, εντούτοις βλέπω (συγχρόνως) άλλο νόμο
στα μέλη μου, που αντιστρατεύεται (και αντιφάσκει) στο νόμο του λογικού
μου και με αιχμαλωτίζει (βίαια) στο νόμο της αμαρτίας, που υπάρχει στα
μέλη μου».
Πράγματι! “Είμαι ένας ταλαίπωρος
άνθρωπος! Ποιός θα με ελευθερώσει από το σώμα τούτο (τη «σάρκα»), μέσα
στο οποίο κυριαρχεί η αμαρτία ως αμετάκλητος θάνατος;”.
Η παύλειος αυτή περιγραφή και ανάλυση
της εσωτερικής αντιφατικότητος του σαρκικού ανθρώπου, αν και είναι πολύ
γενική και συνοπτική του υπαρξιακού προβληματισμού του ανθρώπου αυτού,
δείχνει οπωσδήποτε την ύπαρξη και λειτουργία δύο εαυτών, μέσα στον
ψυχικό κόσμο του ανθρωπίνου προσώπου, που προέκυψε από την παράβαση της
εντολής του Θεού στον παράδεισο.
Ο ένας εαυτός είναι εκείνος που βλέπει
τις επιθυμίες, που πρέπει να αρνηθεί, για να εφαρμόσει την εντολή και να
γίνει αποδέκτης του λυτρωτικού αγαθού της εντολής αυτής. Ο άλλος εαυτός
είναι εκείνος που είναι κυριευμένος από την αυτοσυνειδησία της
αδυναμίας του να εφαρμόσει την εντολή.
Ο ένας εαυτός αισθάνεται ευχαρίστηση από
την εσωτερική αίσθηση του νόμου του Θεού και συμφωνεί με την εντολή του
νόμου αυτού. Ο άλλος εαυτός είναι εκείνος, που λειτουργεί ως «άλλος
νόμος», αντιστρατευόμενος και αντιστεκόμενος στο νόμο του λογικού τού
εαυτού, που θέλει να εφαρμόσει την εντολή.
Ο ένας εαυτός αποδέχεται το νόμο του
Θεού και τον βιώνει ως νόμο του λογικού του (του νοός του). Ο άλλος
εαυτός λειτουργεί ως «άλλος νόμος», ως «νόμος της αμαρτίας»,
συγκρουόμενος με το νόμο του λογικού τού εαυτού, που καταφάσκει το νόμο
του Θεού!
*
Δύο εαυτοί σ’ ένα αντιφατικό και
αδιάλυτο «σύμπλεγμα» δαιμονικής δουλείας και καταδυναστεύσεως! Αυτό
είναι το ψυχοδυναμικό-πνευματικό σχήμα υπαρξιακής λειτουργίας του
σαρκικού ανθρώπου!
Σε μια τέτοια ποιότητα υπαρξιακής
λειτουργίας το μόνο που μπορεί πραγματικά να κάνει, η ανθρωπίνη
αυτοσυνειδησία, είναι να κραυγάσει σε τόνο αθεράπευτης απογνώσεως!
– “Ποιός μπορεί να με λυτρώσει από το σώμα (το «σύμπλεγμα») του θανάτου τούτου;”.
*
Έτσι τελικά όλη η υπαρξιακή προβληματική
του σαρκικού ανθρώπου αποκορυφώνεται σε μια απορία-έκκληση ελευθερίας
και ζωής, στο· Ποιός!
-Ποιός θα με απαλλάξει από το θάνατο, που είναι η αμετάκλητη μοίρα μου;
*
Αλλά μια τέτοια απορία-έκκληση αποτελεί
ουσιαστικά αναφορά του σαρκικού ανθρώπου στην παγίδευση και εμπλοκή του
στα δεσμά της δαιμονικής βίας, αφού ο θάνατος (ο σωματικός και ο
πνευματικός) είναι πάντοτε η εσχάτη έκφραση της βίας αυτής!
*
Ποιός λοιπόν θα λυτρώσει το σαρκικό-μεταπτωτικό άνθρωπο από το θανάσιμο εναγκαλισμό του με τη δαιμονική βία;
(Ιωάννη Κορναράκη, «Βία. Η οδός του Θεού», εκδ. Αφων Κυριακίδη, Θεσ/νἰκη, σ. 98-105)