Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Πάρτε Φως καθαρότερο και δυνατότερο από την Αγία Τριάδα (Θεοφάνεια)

Πάρτε Φως καθαρότερο και δυνατότερο από την Αγία Τριάδα (Θεοφάνεια)

Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.
Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί,
παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.

«Εις τα Άγια Φώτα»,

επιλεγμένα αποσπάσματα από τον λόγο

του αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου.


«Πάλιν ο Ιησούς μου, και πάλιν μυστήριον. Μυστήριον το οποίο δεν είναι ψεύτικον ούτε απρεπές, ούτε προέρχεται από την ελληνικήν (σημ. ειδωλολατρική) πλάνην και την μέθην (διότι εγώ έτσι αποκαλώ τα της λατρείας των και νομίζω ότι αυτό κάνει και κάθε λογικός άνθρωπος), αλλά και μυστήριον και θείον και υψηλόν και δημιουργεί λαμπρότητα. Διότι η αγία ημέρα των Φώτων, 
εις την οποίαν έχομεν φτάσει και την οποίαν έχομεν αξιωθή να εορτάσωμεν σήμερα, έχει μεν ως αρχήν το βάπτισμα του Χριστού μου, του αληθινού φωτός το οποίον φωτίζει κάθε άνθρωπο ο οποίος έρχεται εις τον κόσμον, πραγματοποιεί δε τον καθαρισμόν μου και βοηθεί το φως το οποίον έχομεν λάβει από τον Θεόν κατά την δημιουργίαν και το οποίον έχομεν κάνει να σκοτεινιάση και να αδυνατίση. Ακούσατε λοιπόν την φωνήν του Θεού, η οποία εις εμένα μεν, τον οπαδό και τον εξηγητήν των τοιούτων πραγμάτων, ακούγεται πολύ δυνατά, μακάρι δε να ακουσθή και σε σας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» και δια τον λόγον αυτόν· «πλησιάσετέ τον και πάρετε φως, και τα πρόσωπά σας δεν θα σκιασθούν από εντροπήν», επειδή έχουν την σφραγίδα του αληθινού φωτός. Να, ευκαιρία αναγεννήσεως, ας γίνωμεν ουράνιοι.

Να, καιρός αναδημιουργίας, ας ξαναβρούμε τον πρώτον Αδάμ. Να μην μείνωμεν εκείνο το οποίον είμεθα, αλλά να γίνωμεν εκείνο το οποίον ήμεθα κάποτε. Το φως φωτίζει μέσα εις το σκοτάδι με την παρούσαν ζωήν και την σάρκα. Και το καταδιώκει μεν, αλλά δεν κατορθώνει να το εξουδετερώση το σκοτάδι, η εχθρική δηλαδή δύναμις, η οποία επιτίθεται μεν από θρασύτητα εις εκείνον ο οποίος ομοιάζει προς τον Αδάμ, αλλά πέφτει επάνω εις τον Θεόν και νικάται, δια να ρίπτωμεν από πάνω μας το σκοτάδι και να πλησιάζωμεν προς το φως και να γινώμεθα τέλειον φως, τέκνα τελείου φωτός. Βλέπετε την ωραιότητα της ημέρας; Βλέπετε την δύναμιν του μυστηρίου; Δεν έχετε υψωθή από την γην; Δεν έχετε τοποθετηθή καθαρά επάνω, αφού ανυψωθήκατε από την φωνήν και τους πνευματικούς μου λόγους;

[…] Ο ίδιος Λόγος είναι και φοβερός εξ αιτίας της φύσεώς του, δι’ εκείνους οι οποίοι δεν είναι άξιοι και ικανός, εξ αιτίας της αγάπης του προς τον άνθρωπον, να εισέλθει εις εκείνους οι οποίοι έχουν προετοιμασθή κατ’ αυτόν τον τρόπον και εις όσους, αφού έχουν εκδιώξει το ακάθαρτον και υλικόν πνεύμα των ψυχών, εκαθάρισαν τας ψυχάς των και τας εστόλισαν με την καθαράν γνώσιν, την οποίαν δεν άφησαν ούτε αργήν ούτε άπρακτον, ώστε να κυριευθή πάλιν από τα επτά πνεύματα της κακίας, τα οποία είναι τόσα όσα και τα πνεύματα της αρετής και τα οποία επιτίθενται με μεγαλυτέραν ορμήν (διότι είναι πιο αξιέπαινον εκείνο το οποίο κατορθώνεται δυσκολώτερα). Και εις εκείνους οι οποίοι, εκτός από το να αποφεύγουν την κακίαν εργάζονται και την αρετήν, αφού έβαλαν μέσα των όσον περισσότερον ημπόρουν ολόκληρον τον Χριστόν, εις τρόπον ώστε να μην εύρη η πονηρά δύναμις κανένα κενόν δια να εισέλθη και να τα συμπληρώση, και να γίνουν τα τελευταία χειρότερα από τα πρώτα, λόγω του ότι η επίθεσις είναι πιο ισχυρά και η φρουρά πιο ασφαλής και δυσκολοκυρίευτος. Όταν θα φυλάξωμεν πολύ προσεκτικά την ψυχήν μας και ετοιμάσωμεν την καρδία μας δια πνευματικάς αναβάσεις, και ετοιμάσωμεν εις τους εαυτούς μας πρωτοκαλλιέργητα χωράφια, και σπείρωμεν καρπόν δικαιοσύνης…

[…] Επειδή η ουσία της εορτής είναι το να ενθυμούμεθα τον Θεόν, ας σκεφτούμε τον Θεόν. Διότι νομίζω ότι και ο ήχος από εκείνους οι οποίοι εορτάζουν εις την άλλην ζωήν, όπου είναι η κατοικία όλων όσων ευφραίνονται, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Θεός, ο οποίος υμνείται και δοξάζεται από εκείνους οι οποίοι έχουν αξιωθή να εισέλθουν εις τον τόπον αυτόν […]. Όταν αναφέρω τον Θεόν, ας σας φωτίζουν ένα και, ταυτοχρόνως τρία φώτα. Τρία μεν λόγω των ιδιοτήτων, δηλαδή υποστάσεων, εάν προτιμά κανείς να τους ονομάζει έτσι, ή των προσώπων (διότι δεν πρόκειται να φιλονικήσωμεν δια τα ονόματα, όταν αι λέξεις έχουν την ίδιαν σημασίαν). Ένα δε λόγω της ενότητος της ουσίας, δηλαδή της θεότητος.

Διότι διαιρούνται και παραμένουν αδιαίρετα, δια να το ειπώ έτσι, και ενώνονται, ενώ παραμένουν διαιρεμένα. Διότι η θεότης είναι εν, το οποίον διακρίνεται εις τρία, και τρία τα οποία είναι ένα. Εκείνα εις τα οποία υπάρχει η θεότης, ή, δια να ακριβολογήσω περισσότερον, εκείνα τα οποία αποτελούν την θεότητα. Θα αποφύγωμεν τας υπερβολάς και τας παραλείψεις, χωρίς να κάμωμεν ούτε την ένωσιν σύγχυσιν, ούτε την διαίρεσιν αποξένωσιν. Ας μείνει το ίδιο μακριά από μας και η συναίρεσις του Σαβελλίου και ο διαχωρισμός του Αρείου, τα δύο αυτά εκ διαμέτρου αντίθετα κακά, τα ισάξια ως προς την ασέβειαν.


[…] Και ποιο είναι το φοβερόν μυστήριον το οποίο γίνεται προς χάριν μας; Ανανεώνονται αι φύσεις και ο Θεός γίνεται άνθρωπος. Και εκείνος ο οποίος είχε ανέβει επάνω από τους ουρανούς των ουρανών, εις την ανατολήν της δόξης και της λαμπρότητός του, δοξάζεται εις την δύσιν από την ιδικήν μας ασημαντότητα και ταπεινότητα, και ο Υιός του Θεού δέχεται και να γίνει και να ονομασθεί υιός ανθρώπου. Όχι επειδή μετεβλήθη εκείνο το οποίο ήτο (διότι είναι αμετάβλητον), αλλ’ επειδή προσέλαβεν εκείνο το οποίο δεν ήτο (διότι αγαπούσε τον άνθρωπον), δια να γίνει χωρητός ο αχώρητος και να έλθη εις επικοινωνίαν μαζί μας με την σάρκα, σαν μέσα από κάποιο παραπέτασμα, επειδή δεν ημπορούσε η ανθρώπινη φύσις, η οποία υπέκειτο εις δημιουργίαν και φθοράν, να αντέξει την θεότητά του.

Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.

Δια τον λόγον αυτόν ενώνονται τα πιο αντίθετα πράγματα. Όχι μόνο ο Θεός με την δημιουργίαν, ούτε ο νους με την σάρκα, ούτε το έξω από τον χρόνον με τον χρόνον, ούτε το απεριόριστο με το μέτρον, αλλά και η γέννησις με την παρθενίαν, και το υψηλότερον από κάθε τιμήν με την ατιμίαν, και το μη υποκείμενον εις πάθος με το πάθος, και το αθάνατον με το φθαρτόν. Επειδή ο εφευρέτης της κακίας ενόμιζεν ότι είναι ανίκητος, εφ’ όσον μας είχε δελεάσει με την ελπίδα να γίνωμεν θεοί, δελεάζεται ο ίδιος από την εμφάνισιν της σαρκός, δια να επιτεθεί εις τον Αδάμ και να προσκρούση εις τον Θεόν, και έτσι να σώση ο νέος Αδάμ τον παλαιόν, και να λυθή η καταδίκη της σαρκός, αφού θα έχη θανατωθή από την σάρκα ο θάνατος.

[…] Τώρα πρόκειται δι’ άλλην πράξιν του Χριστού και δι’ άλλο μυστήριον. Δεν ημπορώ να συγκρατήσω την χαράν μου. Νιώθω να γεμίζω από Θεόν. Λίγο ακόμη και θα αρχίσω να κηρύσσω την ευχάριστον αγγελίαν, όπως ο Ιωάννης, έστω και αν δεν είμαι πρόδρομος, πάντως θα το κάμω από την ερημίαν. Ο Χριστός φωτίζεται, ας φωτισθώμεν μαζί του. Ο Χριστός βαπτίζεται, ας κατέβωμεν μαζί του εις τον ποταμόν δια να ανεβώμεν και μαζί του. Ο Ιησούς βαπτίζεται. Θα πρέπει να προσέξωμεν μόνο το βάπτισμα ή και όλα τα άλλα; Δηλαδή ποιος ήτο, από ποιον εβαπτίσθη και πότε εβαπτίσθη; Ότι ήτο καθαρός, ότι εβαπτίσθη από τον Ιωάννην και ότι μετά ήρχισε τα θαύματα; Δια να μάθωμεν τι και δια να διαπαιδαγωγηθώμεν εις τι; Ότι πρέπει να καθαριζώμεθα προηγουμένως, να είμεθα ταπεινόφρονες και να κηρύσσωμεν μόνον όταν είμεθα ολοκληρωμένοι κατά την πνευματικήν και σωματικήν ηλικίαν.

Το πρώτο (πρέπει να το είπωμεν) προς εκείνους οι οποίοι σκοπεύουν να βαπτισθούν, ενώ δεν έχουν προηγουμένως προετοιμασθή και ενώ δεν παρέχουν εγγυήσεις με την συνήθειάν των να πράττουν το καλόν, ότι η λύτρωσίς των θα παραμείνει σταθερά. Διότι εάν το χάρισμα (διότι πράγματι είναι χάρισμα) παρέχει άφεσιν των παρελθόντων, τότε είναι περισσότερον ταιριαστόν προς την ευσέβειαν το να μην ξαναγυρίσωμεν εις εκείνα τα οποία έχομεν εμέσει. Το δεύτερον αναφέρεται εις εκείνους οι οποίοι υπερηφανεύονται έναντι των ιερέων, αν είναι κάπως ανώτεροι από αυτούς. Το τρίτον δε προς εκείνους οι οποίοι βασίζονται εις τον νεανικόν των ενθουσιασμόν και νομίζουν ότι η κάθε περίστασις είναι κατάλληλος δια διδασκαλίαν ή κατάληψιν της πρωτοκαθεδρίας.


Ο Ιησούς υποβάλλεται εις κάθαρσιν και συ την περιφρονείς; (Καθαρίζεται) υπό του Ιωάννου, και συ επαναστατείς εναντίον του κήρυκός σου; Καθαρίζεται όταν είναι ήδη τριάκοντα ετών, και συ προτού καν βγάλεις γένια διδάσκεις τους γέροντας ή τουλάχιστον νομίζεις ότι τους διδάσκεις,ενώ ούτε η ηλικία ούτε και ενδεχομένως, η συμπεριφορά σου σε κάνουν άξιον σεβασμού; Εις την περίπτωσιν αυτή έρχονται εις την γλώσσαν τα παραδείγματα του Δανιήλ και των άλλων νέων κριτών, επειδή καθένας ο οποίος αδικεί, εύκολα βρίσκει δικαιολογίας. Δεν αποτελεί όμως νόμον της Εκκλησίας εκείνο το οποίον είναι κάτι σπάνιον, όπως την άνοιξιν δεν την φέρει ένα μόνον χελιδόνι, όπως δεν κάνει και μια μόνον γραμμή τον γεωμέτρην, ή ένα μόνον ταξίδι τον ναυτικόν.

[…] Ο Ιωάννης όμως βαπτίζει και έρχεται να βαπτισθή ο Ιησούς, δια να αγιάση μεν ενδεχομένως και τον βαπτιστήν, όπως είναι καταφανές, δια να θάψη μέσα εις το ύδωρ όλον τον παλαιόν Αδάμ και να αγιάση πριν απ’ αυτούς και χάριν αυτών τον Ιορδάνην. Όπως ο ίδιος ήταν πνεύμα και σάρξ, έτσι δίδει πνευματικήν ολοκλήρωσιν με Πνεύμα και ύδωρ. Ο βαπτιστής δεν δέχεται και ο Ιησούς αγωνίζεται να τον πείση. «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα», λέγει ο λύχνος εις τον Ήλιον, η φωνή εις τον Λόγον, ο φίλος εις τον Νυμφίον, ο ανώτερος από κάθε άλλο γέννημα γυναικός εις τον Πρωτότοκον ολοκλήρου της δημιουργίας, εκείνος ο οποίος εσκίρτησεν ενώ ευρίσκετο μέσα εις την κοιλίαν εις εκείνον ο οποίος επροσκυνήθη μέσα εις την κοιλίαν, εκείνος ο οποίος προέτρεξε και ο οποίος θα προτρέξει εις εκείνον ο οποίος εφάνη και θα φανή […]

Τι δε είναι το φτυάρι; Η κάθαρσις. Τι είναι δε το πυρ; Το κάψιμον κάθε νοητού πράγματος και η αναζωπύρωσις του πνεύματος. Τι είναι δε αξίνη; Το κόψιμον της ψυχής, η οποία, αφού γεμίσει με ακαθαρσίας, έχει καταστή αθεράπευτος. Τι είναι η μάχαιρα; Η τομή την οποία κάνει ο Λόγος και η οποία ξεχωρίζει το κακόν από το καλόν και τον πιστόν από τον άπιστον και η οποία κάνει τον υιόν και την θυγατέρα και την νύμφην να επαναστατούν κατά του πατρός και της μητρός και της πενθεράς, και τα νέα και πρόσφατα (να επαναστατούν) κατά των παλαιών τα οποία είναι σκιώδη…


Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.

[…] Αλλά και ανεβαίνει από το ύδωρ ο Ιησούς. Ανεβάζει μαζί του και τον κόσμο και βλέπει να σχίζωνται οι ουρανοί, τους οποίους ο Αδάμ είχε κλείσει δια τον εαυτό του και δια τους απογόνους του, όπως είχε κλείσει και με την μάχαιραν του πυρός τον παράδεισον. Και το Πνεύμα μαρτυρεί την Θεότητα (διότι το όμοιον σπεύδει προς το όμοιον) και η φωνή από τους ουρανούς (διότι απ’ εκεί προέρχονταν εκείνος δια τον οποίον εδίδετο η μαρτυρία). Εμφανίζεται δε ωσάν περιστέρι (διότι τιμά το σώμα, αφού και αυτό γίνεται Θεός με την θέωσιν, όταν αυτή θεωρήται από την πλευράν του σώματος) και λόγω του ότι είναι από πολύ παλαιά συνηθισμένο να φέρη την ευχάριστον αγγελίαν της παύσεως του κατακλυσμού το περιστέρι. Εάν κρίνης την θεότητα με όγκους και με σταθμά, και δια τον λόγον αυτόν σου φαίνεται μικρόν το Πνεύμα, επειδή παρουσιάζεται με την μορφή περιστεριού, ω ανόητε και μικρόψυχε δια τα πιο μεγάλα, είναι καιρός να δυσφημίσης και την βασιλείαν των ουρανών, επειδή παρομοιάζεται με ένα σπειρί από σινάπι, και να υπερυψώνεις τον διάβολον πιο πολύ από την μεγαλειότητα του Ιησού, επειδή αυτός μεν ονομάζεται βουνό μέγα και Λεβιάθαν και βασιλεύς όσων ευρίσκονται εις τα ύδατα, ενώ ο Ιησούς ονομάζεται αρνίον και μαργαρίτης και σταγών και άλλα παρόμοια.

[…] Εμείς ας τιμήσωμεν σήμερα το βάπτισμα του Χριστού και ας το εορτάσωμεν σωστά με το να ευφραινόμεθα πνευματικά και όχι να περιποιούμεθα την κοιλίαν μας. Θα ευφρανθούμεν δε με ποίον τρόπον; Λουσθήτε δια να καθαρισθήτε. Αν μεν είστε κόκκινοι από την αμαρτίαν και ολιγώτερον κόκκινοι από το αίμα, τότε να γίνετε λευκοί όπως το χιόνι. Αν είσθε κόκκινοι και άνθρωποι γεμάτοι από αίματα, τότε ας φθάσετε έστω και την λευκότητα του μαλλιού. Πάντως καθαρισθήτε και φροντίζετε να καθαρίζεστε, επειδή με τίποτε άλλο δεν χαίρεται τόσον πολύ ο Θεός, όσο με την διόρθωσιν και την σωτηρίαν του ανθρώπου, χάριν του οποίου έχουν λεχθή τα πάντα και έχουν δοθή όλα τα μυστήρια, δια να γίνετε φωτεινά αστέρια δια τον κόσμον και δύναμις ζωτική δια τους άλλους ανθρώπους. Δια να παρουσιασθήτε ωσάν τέλεια φώτα εις το μεγάλο φως, και να μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα, της οποίας σήμερα έχετε υποδεχθή την μια αυγήν από την μία Θεότητα, εις το πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η εξουσία εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

(Έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5). 

Μυηθείτε εις την φωταγωγίαν η οποία πηγάζει από εκεί, παίρνοντες φως καθαρώτερον και δυνατότερον από την Τριάδα.

Προεόρτιοι ὕμνοι τῶν Φώτων. α) Προσόμοια πρός τό «Αἱ Ἀγγελικαὶ», ψαλλόμενα εἰς τούς Αἴνους τῆς 2ας Ἰανουαρίου. Ἦχος πλ.β΄ εἰρμολογικός. β) Προσόμοια πρός τό «Οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ», ψαλλόμενα εἰς τόν Στίχον τῶν Αἴνων τῆς 5ης Ἰανουαρίου.
Ψάλλει ὁ ἱερομόναχος Ῥωμανός Ἀναστασιάδης, ἀδελφός τῆς Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Προφήτου Ἠλιού Ῥουστίκων, εὑρισκομένης εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Ῥεθύμνης καί Αὐλοποτάμου ἐν Κρήτῃ. Ἡ ἠχογράφησις ἔγινε τό 2005.

Τό κείμενο τῶν ψαλλομένων:

Αἱ Ἀγγελικαί, προπορεύεσθε Δυνάμεις, ἐκ τῆς Βηθλεέμ, πρὸς τὰ ῥεῖθρα Ἰορδάνου. Προέρχου Ἰωάννη, καταλείψας τὴν ἔρημον. Χαῖρε ποταμὲ καὶ εὐτρεπίζου. Πᾶσα δὲ γῆ ἀγαλλιάσθω. Χριστὸς ἔρχεται, τὴν ἁμαρτίαν τοῦ Ἀδάμ, καθᾶραι ὡς εὔσπλαγχνος.// Στόμασιν ἁγνοῖς, καὶ ψυχαῖς κεκαθαρμέναις, δεῦτε μυστικῶς, Βηθλεὲμ μεταχωροῦντες, καὶ πρὸς τὸν Ἰορδάνην, σὺν Χριστῷ ἐπειγόμενοι, ᾄσωμεν αὐτῷ μετ' εὐφροσύνης, αἱ πατριαὶ τῆς γῆς νῦν πᾶσαι, πιστῶς λέγουσαι· Εὐλογημένος ὁ ἐλθών, Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.// Μέγα καὶ φρικτόν, τὸ μυστήριον ὑπάρχει! ὅτι ὁ Θεός, τοῖς ἀνθρώποις ὡμοιώθη, καὶ ἁμαρτίαν ὅλως, μὴ εἰδὼς ὁ ἀνεύθυνος, ὑπὸ Ἰωάννου βαπτισθῆναι, ἐν ποταμῷ τῷ Ἰορδάνῃ, αἰτεῖ σήμερον· Εὐλογημένος ὁ φανείς, Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.// Ἄνθος ἐκ Δαυῒδ, ἀνατείλας τῆς Παρθένου, ἦλθεν ὁ Χριστός, πρὸς τὰ ῥεῖθρα Ἰορδάνου, τάς ἁμαρτίας πλῦναι, τοῦ Προπάτορος ὕδασι. Χόρευσον Ἀδάμ, εὐφραίνου Εὔα, ὁ οὐρανὸς ἀγαλλιάσθω, λαοὶ εἴπωμεν· Εὐλογημένος ὁ ἐλθών, Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.

Ἴδε ὁ Βασιλεύς, ἰδοὺ ἡ προσδοκία, τοῦ Ἰσραὴλ ἐπέστη• Λαοὶ ἀγαλλιᾶσθε, τὸ φῶς γὰρ ἐπιφαίνεται.// Ὦπται τοῖς ἐπὶ γῆς, μετὰ σαρκὸς τὸ θεῖον, νῦν φῶς τοῖς ἐν τῷ σκότει, ἐπέφανε καὶ πᾶσιν, ἡ χάρις ἑξανέτειλεν.// Ὁ λύχνος τῷ Φωτί, ἡ αὐγὴ τῷ Ἡλίῳ, ὁ Πρόδρομος τῷ Λόγῳ, ὁ φίλος τῷ Νυμφίῳ, Προφῆτα καθυπούργησον.


Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ: Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΣΕΩΝ

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ: Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΣΕΩΝ

.Είναι και αυτό μέσα στην ανθρώπινη φύση μας το να επιζητούμε με κάθε τρόπο την άνεση.

Η αρρωστημένη μας ύπαρξη εξ αιτίας της πτώσεως, στην ανάπαυση νοιώθει ευχαρίστηση, αυτήν λαχταρά, αυτήν θεωρεί ως την πεμπτουσία της ευτυχίας της. Και σαν να μην φθάνη ο εαυτός μας, έρχεται και η εποχή μας με τα κομφόρ και τις ποικίλες διευκολύνσεις να καλλιεργήση ακόμη πιο πολύ αυτή μας την διάθεση.

Έτσι ζούμε κυριολεκτικά και αναπνέουμε μέσα σε μία ατμόσφαιρα ευδαιμονισμού και καλοπεράσεως. Άνεση, άνεση, προ παντός και κυρίως άνεση, να ποιο είναι το σύνθημα του σημερινού ανθρώπου.

Μια τέτοια όμως νοοτροπία βοηθεί ή αναστέλλει την κατά Χριστόν προκοπή του κάθε πιστού χριστιανού; Μήπως παρεμβάλει εμπόδια στην πνευματική του πορεία; Ποια είναι αυτά και πως ξεπερνιούνται; Να μερικά ερωτήματα, που προβάλλει η σύγχρονη πραγματικότητα και που ζητούν επίμονα την απάντησή τους. Την αυθεντική και σωστή απάντηση μόνο η πείρα των Αγίων του Θεού μπορεί να μας δώση. Ας ακούσουμε εδώ τι έχει να μας πει ένας από αυτούς: ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος.

1.ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ. Τίποτε το σπουδαίο μεσ’ την ζωή δεν γίνεται χωρίς κόπο. Γι’ αυτό μη φοβάσαι να κουραστής. «Έλαβε ποτέ τις νικήν εις τον πόλεμον ή εδέχθη τις τον πρόσκαιρον και  αφανιζόμενον στέφανον ή επέτυχε την επιθυμία του θελήματός αυτού ή υπηρέτησε κατά τι τα θεία πράγματα χωρίς πρώτον να καταφρονήση τους κόπους και τας θλίψεις και να αποβάλη εξ αυτού το φρόνημα, όπερ ερεθίζει τον άνθρωπον εις την ανάπαυσιν εκ της οποίας γεννάται η οκνηρία και εξ αυτήν πηγάζει η χαύνωσις;». Ιδιαίτερα δεν μπορεί να υπάρξη αρετή χωρίς κακοπάθεια. « Συνήθεια έχει η αρετή να υπόκειται εις τα δυσκολίας και πάσα αρετή γινομένη μετά αναπαύσεως είναι κατηγορημένη». Μία ζωή καλοπεράσεως οπωσδήποτε θα έχει θλιβερές επιπτώσεις στην πνευματική ζωή του κάθε πιστού.

2. ΟΙ ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ. Και πρώτα απ’ όλα

α) Η δημιουργία δεινών πειρασμών. Πολλές φορές λέγει ο ιερός πατήρ «Ισχυραί συμφοραί και δεινοί πειρασμοί διεγείρονται εναντίον του αναζητούντος την ανάπαυσιν καθ’ ότι ακολουθεί το εαυτού θέλημα και προσηλώνει τους λογισμούς αυτού εις τούτο. Επειδή ο κυρβερνήτης αυτού είναι η επιθυμία. Τις δεν γνωρίζει ότι και τα πετεινά τη ελπίδι της αναπαύσεως πλησιάζουσιν εις την παγίδα και συλλαμβάνονται; Ή μήπως ο διάβολος δεν παγιδεύει και ημάς εξ αρχής δια του φρονήματος της αναπαύσεως εις εκείνα τα οποία είναι κρυπτά εις τόπους ή εις άλλα τινά πράγματα;»

β) Η πνευματική αδιαφορία. Με τις πολλές ανέσεις εκθηλύζεται η ανθρώπινη φύση. Η υπερβολική φροντίδα του ανθρώπου για την καλοπέραση του σώματος τον κάνει να μην πολυανησυχεί για το καλό της ψυχής του. «Όπως το πυρ εις τα υγρά ξύλα δεν ανάπτει και η θεία θερμασία δεν ανάπτει εις την καρδίαν εκείνην, ήτις αγαπά την τρυφηλήν ζωήν».

γ) Τέλος, έρχεται η καταφρόνηση του ιδίου του Θεού. Εδώ δυστυχώς καταλήγει ο άνθρωπος, που κάνει σκοπό της ζωής του την καλοπέραση. και το αιτιολογεί θαυμάσια ο άγιος του Θεού άνθρωπος. «Αφού αι αρεταί του Θεού τελειούνται δια των θλίψεων και στενοχωριών, ημείς όμως καταφρονούμεν αυτόν τον Θεόν, όστις έδωκε τα εντολάς κατά των παθών, τα οποία θεριεύουν δια της αναπαύσεως και έτσι καταργούμε την αιτίαν της αρετής, ήτις είναι στενοχωρία και η θλίψις». Όταν στενοχωρείται το σώμα οι λογισμοί δεν μπορούν να περιπλανώνται σε μάταια πράγματα και εκείνος που υπομένει ευχαρίστως τους κόπους και τις δοκιμασίες εύκολα μπορεί να χαλιναγωγήση και τους λογισμούς, διότι οι λογισμοί μόνον δια μέσου των θλίψεων παύουν. Αλλά ο ιερός πατήρ δεν αρκείται μόνον στην επισήμανση των θλιβερών επιπτώσεων, που δημιουργούν οι ανέσεις στον άνθρωπο, προχωρεί και στον τρόπον υπερνικήσεώς των.

Α. Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ.

α) Μη λησμονής την μεταβλητότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων. Όλα αλλάζουν σ’ αυτήν την ζωή. Και οι ανέσεις, που αναζητούμε δεν μπορεί να είναι κατάσταση νόμιμη. «Εις πάσαν ανάπαυσιν ακολουθεί ταλαιπωρία και εις πάσαν δια τον Θεόν ταλαιπωρία ακολουθεί ανάπαυσις. Όλα τα πράγματα αυτού του κόσμου μεταβάλλονται. Η δεν μεταβολή γίνεται δια των εναντίων ή εις την παρούσαν ζωήν ή εις την μέλλουσαν ή εις την εξ ακολασίας ηδονήν ή εις την προς επίτευξιν της αγιωσύνης γενομένην κακοπάθειαν και ταύτα οικονομεί ο Θεός από φιλανθρωπίαν».

β) Οπλίσου με ζήλο υπέρ της αρετής, που είναι ασυγκρίτως ανώτερη από κάθε ανάπαυση. «Όταν η καρδιά ζηλοτυπήση εις τα πνευματικά, τότε το σώμα δεν λυπείται εις τας θλίψεις, ουδέ φοβείται και συστέλλεται, αλλ’ ανθίσταται κατά του νοός γενναίως και καρτερικώς ως αδάμας εις όλους τους πειρασμούς». Και καταλήγει ο Άγιος Ισαάκ: «Ας ζηλώσωμε και ημείς τον ζήλον του πνεύματος κατά το θέλημα του Κυρίου και θέλει αποδιωχθή αφ’ ημών πάσα μαλθακότης, ήτις γεννά εις το φρόνημα ημών την ραθυμίαν».

γ) Μη προσκολλάσαι στην ματαιότητα της παρούσης ζωής. Η αίσθηση της παροδικότητος βοηθάει πολύ στην αποκόλληση της ψυχής από τον μάταιο τούτο κόσμο. «Οι μωροί και οι ανόητοι προτιμούν μάλλον την ενταύθα μικράν ανάπαυση παρά την Βασιλείαν των Ουρανών, μη γνωρίζοντες, ότι κάλλιον είναι να υποφέρη τις παιδεύσεις εις τον αγώνα παρά να αναπαύεται εις στρωμνήν βασιλικήν και να κατακριθή ως ράθυμος. Υπόμεινον λοιπόν τον κόπον του αγώνος εις τον οποίον εισήλθες, ίνα λάβης παρά του Θεού τον στέφανον. Οι Άγιοι εν θλίψεσι εδοκιμάσθησαν εις την αγάπην του Χριστού και όχι δι’ αναπαύσεων».
Ώστε λοιπόν, να παύσουμε να επιζητούμε τις ανέσεις, που μας προσφέρει ο πολιτισμό; Θα ερωτήσουν πιθανώς μερικοί. Όχι βέβαια, αλλά μέχρις εκεί που δεν  γίνεται εμπόδιο στην πνευματική μας ζωή.

Οι ανέσεις σαν μια ανάγκη ψυχοσωματική του ανθρώπου αλλά και σαν δώρα και αυτά του Θεού μπορούν να αποβούν ωφέλιμες, εάν χρησιμοποιούνται με ένα πνεύμα εσωτερικής ελευθερίας και δεν καταντούν αυτοσκοπός! Από τη στιγμή, όμως, που πάμε να αντικαταστήσουμε τον Σταυρό, το σύμβολο της θυσίας, με μια αναπαυτική πολυθρόνα φτιάχνοντας έτσι ένα βολικό Χριστιανισμό κομμένο και ραμμένο στις προτιμήσεις μας, βρισκόμαστε έξω από την γνήσια πνευματικότητα και την παράδοση των Αγίων πατέρων μας. Και εδώ βρίσκεται ο μεγάλος πειρασμός των χριστιανών της εποχής μας. Εάν ο Χριστιανισμός σήμερα παρουσιάζεται τόσον χλωμός και χλιαρός, μήπως οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό της καλοπεράσεως, που μας έχει κυριεύσει;

Μια αλήθεια, που πρέπει να μας προβληματίση ,όσον πικρή κι αν φαίνεται…


από το βιβλίο: ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
του αρχιμ. Νικήτα Εμμ. Βουτυρά 

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Ἀποφθέγματα ἀββάδων (α')

Ἀποφθέγματα ἀββάδων (α')

E-mailΕκτύπωσηPDF
Ἀποφθέγματα ἀββάδων
(θὰ ἀνανεώνεται...)
Ἀββᾶς Παῦλος (Σ)
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Παῦλος: «μὴ κατακρίνετε. πολλὲς φορὲς γιὰ νὰ δικαιολογήσουμε τὴν κατάκρισή μας λέμε μὰ τὴν ἀλήθεια λέω! Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν εἶπε νὰ κατακρίνεις ἀλήθεια ἢ ψέμματα, εἶπε νὰ μὴν κατακρίνεις καθόλου.»
Εἶπε πάλι ὁ ἀββᾶς Παῦλος ἕνας εὔκολος δρόμος ποὺ ὀδηγεῖ στὴν καθαρὴ καρδιὰ καὶ ἀληθινὴ ταπείνωση, καὶ ὄχι ταπεινολογία, εἶναι ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς «μὴ κρίνετε».
Eἶπε ὁ ἀββᾶς Παῦλος: πολλοὶ προσκυνητὲς ἔρχονται καὶ μὲ ρωτᾶνε, ἔφαγα μπορῶ νὰ κοινωνήσω; Δὲν ἔχω δεῖ ὅμως κανέναν μέχρι τώρα νὰ μὲ ρωτήσει, κατέκρινα μπορῶ νὰ κοινωνήσω;
Ἀδελφοὶ ρώτησαν τὸν ἀββᾶ Παῦλο, ἂν μετὰ ἀπὸ προσευχὴ δὲν πάρουν τὴν σωστὴ ἀπόφαση σὲ ἕνα δίλημμά τους, βοηθάει ὁ Θεός; Καὶ εἶπε ὁ ἀββᾶς ὅτι ἕνας μοναχὸς ἔλεγε τὴν εὐχὴ (λανθασμένα) ὡς ἐξῆς «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὲ μὴ μὲ ἐλεήσεις!», καὶ ἐρχόμενος πρὸς αὐτὸν κάποιος Δεσπότης τὸν διόρθωσε. Φεύγοντας ὁ Δεσπότης καὶ μπαίνοντας στὸ καράβι ὁ μοναχὸς ξέχασε νὰ λέει τὴν εὐχὴ σωστὰ ὅπως τοῦ εἶπε ὁ Δεσπότης. Καὶ ἔτρεξε νὰ βρεῖ τὸν Δεσπότη, καὶ ἄρχισε νὰ περπατάει στὴν θάλασσα γιὰ νὰ τὸν φτάσει καὶ νὰ τοῦ λέει ὅτι ξέχασε νὰ τὴν λέει ὅπως τοῦ εἶπε. Καὶ ὁ Δεσπότης τοῦ ἀπάντησε ἀπὸ τὸ καράβι «λέγε την εὐλογημένε ὅπως ξέρεις». Δηλαδὴ ὁ μοναχὸς λανθασμένως ἔλεγε τὴν εὐχὴ ἀλλὰ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἦταν πλούσια ἐπάνω του!
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Παῦλος: «ἄσε τὸν Θεὸ νὰ μπεῖ στὴν καρδιά σου καὶ Αὐτός ξέρει».
Εἶπαν ἀδελφοὶ στὸν ἀββᾶ Παῦλο: «ἀββᾶ εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ὀδηγηθεῖ κανεὶς στὸν φανατισμό». ναι, ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς χρειάζεται μεγάλη διάκριση γιὰ νὰ ἀκολουθήσει κανεὶς τὴν μέση ὁδό.
Ρωτήσανε ἀδελφοὶ τὸν ἀββᾶ Παῦλο περὶ τῆς ἐσχατολογίας, καὶ ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς: οἱ Πατέρες δὲν μᾶς παρέδωσαν νὰ ἔχουμε μνήμη ἐσχάτων, ἀλλὰ μνήμη θανάτου.
Ἀββᾶς Μᾶρκος (Μ)
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος σὲ ἕναν ἀδελφὸ ποὺ τυρρανούνταν ἀπὸ τὸν μέγιστο πειρασμό: Νηστεία, προσευχὴ καὶ νὰ μὴν μένεις ἀργός.
Εἶπε πάλι ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος γιὰ τὸν μέγιστο πειρασμό: τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.
Ἀββᾶς Νεκτάριος (Μ)
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος γιὰ τὸν μέγιστο πειρασμό: «ἔβαλες βία;»
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος σὲ ἀδελφὸ πειραζόμενο διαρκῶς ἀπὸ τὸν μέγιστο πειρασμό: ἐδόθη μοι σκόλωψ τῇ σαρκί ἵνα μὴ ὑπεραίρομαι.
Σὲ ἄλλον ἀδελφὸ ποὺ τοῦ εἶπε γιὰ τὸν μεγάλο πόνο ποὺ εἴχε στὰ χέρια ἀπὸ τὴν χειρωνακτικὴ ἐργασία, τοῦ εἶπε: ἐδόθη μοι σκόλωψ τῇ σαρκί ἵνα μὴ ὑπεραίρομαι.
Πῆγε ἀδελφὸς στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο καὶ τοῦ εἶπε: φοβᾶμαι ὅτι δὲν ἔχω φόβο Θεοῦ. Καὶ τοῦ ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς: Μὴν τὸ λὲς αὐτὸ ἀκούει ὁ διάβολος. Ἐμεῖς ὅσο μποροῦμε νὰ ἀγωνιζόμαστε.
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος: «πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».
Πάλι εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος: νὰ ἀποφεύγεις τὶς αἰτίες (τῆς ἁμαρτίας).
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος σὲ ἕναν ἀδελφὸ ποὺ δοκιμαζόταν ἀπὸ μεγάλο πειρασμό: «πρόσεξε διότι ὁ διάβολος εἶναι παμπόνηρος». 
Πῆγε ἀδελφὸς στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο, σκοτισμένος ἀπὸ ἔννοιες καὶ λογισμοὺς καὶ τοῦ εἶπε ὁ ἀββᾶς: τοῦ πονηροῦ εἶναι αὐτά. ἐμεῖς τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ νὰ ἔχουμε.
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος σὲ ἕναν ἀδελφό: νὰ μὴν σὲ ἐκμεταλλεύονται. Πάλιν εἶπε: νὰ κάνεις ὅτι σὲ συμφέρει.
Ἀδελφὸς πῆγε στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο καὶ τοῦ εἶπε, τὶ νὰ κάνω ἀββᾶ ὅταν μοῦ ἔρχονται ἐνθυμήσεις παλαιῶν ἁμαρτιῶν; Νὰ λὲς «ἥμαρτον».
Ἀδελφὸς διαμαρτυρήθηκε στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο ὅτι ὁ πονηρὸς τοῦ φέρνει ἀπελπισία καὶ ἀπόγνωση. Μακρυὰ ἀπὸ αὐτά, εἶπε ὁ ἀββᾶς, ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου.
Πῆγε ἕνας ἀδελφὸς στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο καὶ τοῦ εἶπε ὅτι 4 ἡμέρες τώρα δὲν εἶχε σαρκικὸ πόλεμο. Καὶ ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς: ἔ, σ' ἀφήνει νὰ ξεκουραστεῖς καὶ λίγο. ἀργότερα θὰ σοῦ κάνει μεγάλο πόλεμο.
Ἀδελφὸς πῆγε στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ὁ πονηρὸς τοῦ φέρνει κατάσταση φρίκης. Καὶ εἶπε ὁ ἀββᾶς: πρόσεχε, εἶναι παμπόνηρος.
Πῆγανε ἀδελφοὶ στὸν ἀββᾶ καὶ τοῦ εἴπανε ὅτι τοὺς σφυροκοπάει ὁ διάβολος μὲ ἀπελπισία καὶ λογισμούς, καὶ ἀπάντησε: τώρα διάβαζα μὴ δίδοτε τόπῳ τῷ διαβόλῳ. Μὴ φοβᾶστε δὲν θὰ σᾶς κάνει τίποτα ὁ διάβολος.
Ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ τὶ νὰ κάνει ὅταν τὸν πειράζει φοβερὸς πειρασμός. Νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου, τοῦ ἀπάντησε.
Πάλι ἀδελφὸς διαμαρτυρήθηκε στὸν ἀββᾶ ὅτι ἔχει μεγάλο σαρκικὸ πόλεμο. Καὶ ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς: πρόσεχε μὴ τὸ βάζεις κάτω· μὴν ἀπελπίζεσαι.
Ἀββᾶς Κωνσταντῖνος (Δ)
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Κωνσταντῖνος σὲ ἀδελφὸ πειραζόμενο ἀπὸ τὴν πορνεία: μὴν γυρίζεις γύρω-γύρω σὰν τὶς πεταλοῦδες ποὺ γυρίζουν γύρω-γύρω ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τελικὰ καίγονται. Σὲ πειράζει κάτι, φῦγε μακρυά!

ΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

ΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Ὁ Ἀβ­βᾶς Ἰ­σα­άκ ὁ Σῦ­ρος ὑ­πῆρ­ξε μέ­γας ἀ­σκη­τι­κός συγ­γρα­φέ­ας, Ἐ­πί­σκο­πος Νι­νευΐ καί Ἅ­γιος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. (Ἡ μνή­μη του ἑ­ορ­τά­ζε­ται στίς 28 Σε­πτεμ­βρί­ου). Ἀφ᾿ ὅ­του τά Ἀ­σκη­τι­κά του ἔρ­γα με­τα­φρά­στη­καν τόν Θ΄ αἰ­ῶ­να στήν Ἑλ­λη­νι­κή ἀ­πό το­ύς Σαβ­βα­ΐ­τες Ἀβ­βάδες Πα­τρί­κιο καί Ἀ­βρά­μιο κα­τέ­λα­βαν τήν κο­ρυ­φή τῆς ἀ­σκη­τι­κῆς καί νη­πτι­κῆς γραμ­μα­το­λο­γί­ας καί ἀ­να­γι­νώ­σκον­ται ἀ­πλή­στως ἀ­πό λα­ϊ­κούς­, μο­να­χο­ύς καί Ἁ­γί­ους.
Οἱ με­γά­λοι νη­πτι­κοί, ἅ­γιος Συ­με­ών ὁ νέ­ος Θε­ο­λό­γος, ὅ­σιος Γρη­γό­ριος ὁ Σι­να­ΐ­της καί ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς, ἀ­να­φέ­ρον­ται στόν ὅ­σιο ἤ ἅ­γιο Ἰ­σα­άκ, ὅ­πως τόν ὀ­νο­μά­ζουν, ὡς πνευ­μα­τι­κή αὐ­θεν­τί­α. Ὁ ὅ­σιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρε­ί­της τόν θε­ω­ρεῖ δι­δά­σκα­λό του καί τόν ἀ­πο­κα­λεῖ “Ὁ ἐ­μός φι­λό­σο­φος”. Ὁ ἅ­γιος Σε­ρα­φε­ίμ τοῦ Σάρωφ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λον Ἅ­γιο μνη­μο­νε­ύ­ει τόν ἅ­γιο Ἰ­σα­άκ καί ἀ­να­φέ­ρει πολ­λά ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πό τά Ἀ­σκη­τι­κά του. Πολ­λοί ἄλ­λοι Ἅ­γιοι με­λε­τοῦ­σαν τόν Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ καί πλεῖ­στοι νε­ώ­τε­ροι Γέροντες καί Ἀ­σκη­τές εἶ­χαν τήν βί­βλο του με­τά τό Εὐ­αγ­γέ­λιο.

Ὁ ἅ­γιος Ἰ­σα­άκ στο­ύς λό­γους του πε­ρι­γρά­φει ἀ­νώ­τε­ρες πνευ­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις, ὅ­πως τά στά­δια τῆς προ­σευ­χῆς, τίς ἐ­νέρ­γει­ες τῆς θε­ί­ας χά­ρι­τος, τόν θεῖ­ο ἔ­ρω­τα καί τά εἴ­δη τῶν δα­κρύ­ων. Συμ­βου­λε­ύ­ει μέ πο­λύ λε­πτό­τη­τα καί ἀ­κρί­βεια γιά τήν δι­ά­κρι­ση καί ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν λο­γι­σμῶν, τήν Εὐ­αγ­γε­λι­κή σχέ­ση καί συμ­πε­ρι­φο­ρά μας πρός το­ύς ἀ­δελ­φο­ύς, τόν μο­να­χι­κό τρό­πο ζω­ῆς καί γε­νι­κά ὅ,τι μπο­ρεῖ νά βο­η­θή­ση ὅ­ποι­ον ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ζή­ση ὄ­χι ἁ­πλῶς μιά πρα­κτι­κή ἀ­σκη­τι­κή ζωή ἀλ­λά τήν πο­λι­τε­ί­α τῆς δι­α­νοί­ας, τήν νο­ε­ρά καί ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή καί τήν θε­ω­ρί­α.
Οἱ Λόγοι του ἔ­χουν πράγ­μα­τι ἰ­δι­α­ί­τε­ρη χά­ρη καί βά­θος πνευ­μα­τι­κό.  Ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος εἶ­ναι σάν τίς πο­λυ­βι­τα­μι­νοῦ­χες τρο­φές.  Ἕ­νας λό­γος του σέ τρέ­φει γιά μέ­ρες. Οἱ Λόγοι τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ θε­ω­ροῦν­ται ὅ­τι εἶ­ναι γιά προ­χω­ρη­μέ­νους πνευ­μα­τι­κά ἀλ­λά μπο­ροῦν ὅ­λοι νά ὠ­φε­λη­θοῦν. Εἶ­ναι πο­λύ συγ­κα­τα­βα­τι­κός ὁ Ἅ­γιος καί δί­νει προ­θυ­μί­α σέ ὅ­λους. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως πα­ρη­γο­ρεῖ καί κα­θο­δη­γεῖ το­ύς μο­να­χο­ύς καί μά­λι­στα το­ύς Ἡ­συ­χα­στές.
Σήμερα πού οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­γι­ναν πο­λυ­ά­σχο­λοι καί δέν ἔ­χουν χρό­νο γιά πολ­λές ἀ­να­γνώ­σεις, ἀλ­λά ἐ­πι­ζη­τοῦν καί τήν πνευ­μα­τι­κή ζωή, ἡ πα­ροῦ­σα Ἀν­θο­λο­γί­α καί ἐ­πι­λο­γή τῶν Ἀ­πο­φθεγ­μά­των ἀ­πό το­ύς Ἀ­σκη­τι­κο­ύς Λόγους τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­σα­άκ εἶ­ναι εὔ­και­ρο καί πρα­κτι­κό βο­ή­θη­μα. Πε­ρι­έ­χει 584 Ἀ­πο­φθέγ­μα­τα σέ με­τά­φρα­ση ἀ­πό τήν ἔκ­δο­ση τοῦ δι­δα­σκά­λου τοῦ Γένους Νι­κη­φό­ρου Θε­ο­τό­κη τοῦ ἔ­τους 1770.
        Εὐ­χώ­μα­στε μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­σα­άκ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες νά αἰ­σθαν­θοῦν τήν γλυ­κύ­τη­τα τῶν χα­ρι­τω­μέ­νων Λόγων του καί νά ἐ­ξα­φθῆ ὁ ζῆ­λος τους γιά νά προ­σπα­θή­σουν νά εἰ­σέλ­θουν ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι στό νο­ε­ρό-καρ­δια­κό στά­διο γιά νά λά­βουν αἴ­σθη­ση τῆς Χάριτος καί τῆς αἰ­ω­νί­ου ζω­ῆς. Ἀ­μήν. 

Ἀποφθέγματα Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου.

Ὅποι­ος ἐ­πι­θυ­μεῖ τήν τι­μή τοῦ μα­τα­ί­ου κό­σμου, δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­φύ­γη τίς αἰ­τί­ες τῆς λύ­πης. (Α΄,3).

Ὅσον και­ρό κά­ποι­ο πα­ρά­πτω­μά σου εἶ­ναι μι­κρό ξερ­ρί­ζω­σέ το, πρίν με­γα­λώ­ση καί ὡ­ρι­μά­ση. Μή ἀ­με­λή­σης, ὅ­ταν τό ἐ­λάτ­τω­μα σοῦ φα­ί­νε­ται μι­κρό· δι­ό­τι ἀρ­γό­τε­ρα θά σοῦ γί­νη ἀ­πάν­θρω­πος αὐ­θέν­της καί θά τρέ­χης ἐμ­πρός του σάν δε­μέ­νος δοῦ­λος. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως πού ἀ­γω­νί­ζε­ται κα­τά τοῦ πά­θους ἀ­πό τήν ἀρχή, θά τό κα­τα­δα­μά­ση γρή­γο­ρα. (Ε΄,20).

Ἀ­γά­πη­σε το­ύς ἁ­μαρ­τω­λο­ύς, μί­ση­σε δέ τά ἔρ­γα τους, καί μή το­ύς κα­τα­φρο­νή­σης γιά τά ἐ­λατ­τώ­μα­τά τους, μή τυ­χόν καί σύ πει­ρα­σθῆς μέ πα­ρό­μοι­α κα­κά. (Ε΄,30).

Νά μή ἐ­λέγ­ξης κα­νέ­να γιά κά­ποι­ο πα­ρά­πτω­μα, ἀλ­λά νά θε­ω­ρῆς τόν ἑ­αυ­τόν σου ὑ­πε­ύ­θυ­νο καθ᾿ ὅ­λα καί αἴ­τιον τοῦ πτα­ί­σμα­τος. (Ζ΄,34).
  
Δέξου νά κα­τα­φρο­νη­θῆς, ἀλ­λά νά μή κα­τα­φρο­νή­σης· νά ἀ­δι­κη­θῆς, ἀλ­λά νά μή ἀ­δι­κή­σης. Προ­τι­μό­τε­ρο εἶ­ναι νά δι­α­φθα­ροῦν τά σω­μα­τι­κά μα­ζί μέ τό σῶ­μα, πα­ρά νά ζη­μι­ω­θῆς σέ κά­τι ψυ­χι­κό. Νά μή ἔλ­θης σέ δι­κα­στή­ριο μέ κα­νέ­να, ἀλ­λά ἄν κα­τα­κρι­θῆς, ὑ­πό­μει­νε, ἔ­στω κι ἄν δέν εἶ­σαι ἔ­νο­χος. (Ζ΄,35).

Τά ἔρ­γα τῆς ἡ­συ­χί­ας εἶ­ναι ἡ πεῖ­να, ἡ ἀ­νά­γνω­ση, ἡ ὁ­λο­νύ­κτιος καί προ­σε­κτι­κή ἀ­γρυ­πνί­α, κα­τά τήν δύ­να­μη τοῦ κα­θε­νός, καί τό πλῆ­θος τῶν με­τα­νοι­ῶν, πρᾶγ­μα πού χρει­ά­ζε­ται νά γί­νε­ται καί κα­τά τίς ὧ­ρες τῆς ἡ­μέ­ρας καί κα­τά τή νύ­κτα πολ­λές φο­ρές. (Θ΄,42).

Ἡ ἀ­λη­θι­νή τα­πε­ί­νω­ση εἶ­ναι γέν­νη­μα τῆς γνώ­σε­ως, καί ἡ ἀ­λη­θι­νή γνῶ­ση εἶ­ναι γέν­νη­μα τῶν πει­ρα­σμῶν. (ΙΣΤ΄,59).

Ὅ­ποι­ος ὁ­μι­λεῖ πε­ρι­φρο­νη­τι­κῶς κα­τά τοῦ τα­πει­νό­φρο­νος καί δέν τόν ὑ­πο­λο­γί­ζει ὡς ζων­τα­νό, εἶ­ναι σάν νά ἄ­νοι­ξε τό στό­μα του κα­τά τοῦ Θε­οῦ. (Κ΄,78).

Ἡ συ­νε­χής ἡ­συ­χί­α μα­ζί μέ τήν ἀ­νά­γνω­ση, ἡ σύμ­με­τρη με­τά­λη­ψη τῶν φα­γη­τῶν καί ἡ ἀ­γρυ­πνί­α ἐ­ξυ­πνί­ζουν γρή­γο­ρα τήν δι­ά­νοι­α πρός τήν ἔκ­πλη­ξη ἐ­νώ­πιον τῶν θε­ί­ων πραγ­μά­των, ἐ­άν δέν με­σο­λα­βή­ση καμ­μιά ἀ­φορμή πού δι­α­λύ­ει τήν ἡ­συ­χί­α. (ΚΘ΄,126).

Ἡ ἀ­κη­δί­α γεν­νᾶ­ται ἀ­πό τόν με­τε­ω­ρι­σμό τῆς δι­α­νο­ί­ας, καί αὐ­τός ἀ­πό τήν ἀ­πο­φυ­γή τῶν κό­πων καί τῆς ἀ­να­γνώ­σε­ως καί ἀ­πό τήν μά­ται­η συ­νάν­τη­ση· ἤ προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν ὑ­περ­πλή­ρω­ση τῆς κοι­λιᾶς. (ΛΓ΄,144).

Ἡ ἀ­πό­το­μη καί σκλη­ρή καρ­διά δέν κα­θα­ρί­ζε­ται πο­τέ. Ὁ ἐ­λε­ή­μων εἶ­ναι ἰα­τρός τῆς ψυ­χῆς του, δι­ό­τι δι­ώ­χνει ἀ­πό μέ­σα του τό σκο­τά­δι τῶν πα­θῶν σάν μέ δυ­να­τό ἄ­νε­μο. (ΛΔ΄,151).

Ὅ­σον και­ρό εἴ­μα­στε στόν κό­σμο τοῦ­τον ὁ Θε­ός δέν το­πο­θε­τεῖ τήν σφρα­γῖ­δα, οὔ­τε στά ἀ­γα­θά, οὔ­τε στά κα­κά, ἕ­ως τήν ὥ­ρα τῆς ἐ­ξό­δου, κα­τά τήν ὁ­πο­ί­α τε­λει­ώ­νει τό ἔρ­γο τῆς ἐ­πί­γειας πα­τρί­δας μας καί φθά­νο­με στήν ἀ­πο­δη­μί­α. (ΛΗ΄,167).


Ἀνά­λο­γα μέ τό μέ­τρο τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, σοῦ δί­δε­ται καί ἡ ὑ­πο­μο­νή στίς συμ­φο­ρές σου. Καί ἀ­νά­λο­γα μέ τήν πα­ρη­γο­ριά σου, με­γα­λύ­νε­ται ἡ πρός τόν Θεό ἀ­γά­πη σου. (Μς’,195).

Γίνε φί­λος ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά μέ τήν σκέ­ψη σου νά εἶ­σαι μο­να­χός. Γίνε κοι­νω­νός στά πα­θή­μα­τα τῶν πάν­των καί μέ τό σῶ­μα σου ἀ­πο­μα­κρύν­σου ἀ­πό ὅ­λους. (ΝΗ΄,239).

Πρίν ἀ­πό τήν Χάρι τρέ­χει ἡ τα­πε­ί­νω­ση καί πρίν ἀ­πό τήν τι­μω­ρί­α τρέ­χει ἡ οἴ­η­ση. (ΟΓ΄,284).

Κάθε προ­σευ­χή στήν ὁ­πο­ί­α δέν μο­χθεῖ τό σῶ­μα καί δέν θλί­βε­ται ἡ καρ­διά, θε­ω­ρεῖ­ται ἔ­κτρω­μα· δι­ό­τι εἶ­ναι προ­σευ­χή χω­ρίς ψυ­χή. (Ος΄,297).

Τίς πα­λαι­ές ἐν­το­λές φυ­λάτ­τει ὁ φό­βος, ὅ­πως εἶ­πε ὁ Κύριος, ἐ­νῶ τίς ζω­ο­ποι­ο­ύς ἐν­το­λές τοῦ Χρι­στοῦ φυ­λάτ­τει ἡ ἀ­γά­πη. (Ἐ­πι­στο­λή Δ΄,385).

(Ἀπό τό ἐκδοθέν βιβλίον ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ἐκ τῶν ἐκδόσεων τῆς ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ).