Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Let all mortal flesh keep silenceΣιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία



Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία


Τροπάριον Ἦχος πλ. α'
Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία, καὶ στήτω μετὰ φόβου καὶ τρόμου, καὶ μηδὲν γήϊνον ἐν ἑαυτῇ λογιζέσθω· ὁ γὰρ Βασιλευς τῶν βασιλευόντων, καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων, προσέρχεται σφαγιασθῆναι, καὶ δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς· προηγοῦνται δὲ τούτου, οἱ χοροὶ τῶν Ἀγγέλων, μετὰ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, τὰ πολυόμματα Χερουβίμ, καὶ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, τὰς ὄψεις καλύπτοντα, καὶ βοῶντα τὸν ὕμνον· Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα.

_1312_LEPT

ΠΡOOIΜΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ - Πρωινή προσευχή




Ο ύπνος είναι ένας μικρός θάνατος από τον οποίο κάθε πρωί καλούμαστε να εξέλθουμε. Εξ- ύπνου ! Η καθημερινή αυτή ανάσταση θα έπρεπε για εμένα να είναι ένα μικρό καθημερινό Πάσχα, έλα όμως που δεν είναι. Η αμαρτία είναι θάνατος και μπορεί σωματικά να έχω εγερθεί, η αμαρτία και η αμετανοησία μου όμως με καθιστούν ακόμα νεκρό, κοιμισμένο.
Brendan_Monroe_When_Things_Get_Out_of_Hand_2005_598_42
Αυτή την μέρα έστω και έτσι γονατιστός επέλεξα Κύριε να στραφώ σε εσένα. Βοήθησε με, να κρατήσω τις εντολές Σου, επέτρεψε σε εμένα τον αμαρτωλό να γίνω  ένας μικρός Παράδεισος για τους αδερφούς μου, ο τόπος μέσα στον οποίο θα μπορέσει ο άλλος να σε αναγνωρίσει…
Στο μικρό ωρολόγιο γράφει:  Από του ύπνου εξεγερθείς, στήθι μετ' ευλαβείας και φόβου Θεού, και ειπέ·
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.
Δόξα σοι ο Θεός ημών, δόξα σοι.
Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος και σώσον αγαθέ, τας ψυχάς ημών.
Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς (εκ τρίτου).
Δόξα Πατρί και Υίω και αγίω Πνεύματι, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε, ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών. Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν. Άγιε, επίσκεψαι και ίασαι τάς ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματος σου.
Κύριε ελέησον. Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον.
Δόξα, και νυν.
Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου· ελθέτω η βασιλεία σου· γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών καί μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.
Ότι σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις και ή δόξα. του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Και τα παρόντα Τριαδικά τροπάρια. Ήχος α' .
Εξεγερθέντες του ύπνου, προσπίπτομέν σοι, αγαθέ, και των Αγγέλων τον ύμνον βοώμεν σοι, δυνατέ· Άγιος, άγιος, άγιος ει ο Θεός· δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς.
Δόξα. Ήχος β'.
Της κλίνης και του ύπνου εξεγείρας με, Κύριε, τον νουν μου φώτισον, και την καρδίαν και τα χείλη μου άνοιξον, εις το υμνείν σε, αγία Τριάς· Άγιος, άγιος, άγιος ει Θεός· δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς.
Και νυν. Ήχος γ'.
Αθρόον ο Κριτής επελεύσεται, και εκάστου οι πράξεις γυμνωθήσονται· αλλά φόβω κράξωμεν εν τω μέσω της νυκτός Άγιος, άγιος, άγιος ει Θεός· δια της Θεοτόκου ελέησον ημάς.
Το Κύριε ελέησον ιβ', καί τας ευχάς ταύτας.
Ευχή πρώτη. Ευχαριστήριος μεθ' ικεσίας.
Εκ του ύπνου εξανιστάμενος ευχαριστώ σοι αγία Τριάς, ότι δια την πολλήν σου αγαθότητα και μακροθυμίαν ουκ ωργίσθης εμοί τω ραθύμω και αμαρτωλώ ουδέ συναπώλεσάς με ταις ανομίαις μου, αλλ' εφιλανθρωπεύσω συνήθως, και προς απόγνωσιν κείμενον ήγειράς με, εις το ορθρίσαι και δοξολογήσαι το κράτος σου. Και νυν φώτισαν μου τα όμματα της διανοίας· άνοιξόν μου το στόμα, του μελετάν τα λόγιά σου καί συνιέναι τας εντολάς σου και ποιείν το θέλημά σου και ψάλλειν σοι εν εξομολογήσει καρδίας και ανυμνείν το πανάγιον όνομά σου, του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ευχή δευτέρα.
Δόξα σοι, βασιλεύ, Θεέ παντοκράτορ, ότι τη θεία σου καί φιλανθρώπω προνοία ηξίωσάς με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλον σου εξ ύπνου αναστήναι και τυχείν της εισόδου του αγίου σου οίκου. Δέξαι, Κύριε, και την φωνήν της δεήσεώς μου, ως των άγιων και νοερών σου δυνάμεων και ευδόκησον εν καρδία καθαρά και πνεύματι ταπεινώσεως, προσενεχθήναι σοι την εκ των ρυπαρών χειλέων μου αίνεσιν, όπως καγώ κοινωνός γένωμαι των φρονίμων παρθένων, εν φαιδρά λαμπηδόνι της ψυχής μου, και δοξάζω σε, τον εν Πατρί και Πνεύματι δοξαζόμενον Θεόν Λόγον. Αμήν.

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ

Φωνή των Πατέρων

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου
Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ

Πηγή: Φυλλάδιο που διανέμεται δωρεάν από:
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ. ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2005

Πρόλογος
Στο διάβα είκοσι αιώνων, από τα χρόνια του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου ως την εποχή μας, πολλοί κήρυκες και μάρτυρες της θείας αγάπης πέρασαν από τούτη τη γη. Ένας απ' αυτούς, σύγχρονος μας μάλιστα, είναι και ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (+1938), μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του Αγιορείτικου και γενικότερα του ορθοδόξου μοναχισμού.
Γεννήθηκε το 1866 στο χωριό Σόβσκ της επαρχίας Λεμπεντιάσκ της μεγάλης Ρωσίας από γονείς ευσεβείς. Μετά από διάφορες μεταπτώσεις των πρώτων νεανικών του χρόνων, ένα αποκαλυπτικό δράμα της Υπεραγίας Θεοτόκου τον έκανε να μετανοήσει βαθιά και να ποθήσει την ισάγγελη μοναχική πολιτεία.
Το 1892 ήρθε στο Άγιον Όρος, στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος, οπού εγκαταβίωναν τότε δύο χιλιάδες μοναχοί. Μικρόσχημος μοναχός έγινε το 1896 και μεγαλόσχημος το 1911.
Η ζωή του στον Άθωνα, διαποτισμένη από τη διαρκή μνήμη του Θεού, ξεχώριζε για τη συνέπεια και την ακρίβεια της: προσευχή στο κελλί, καθημερινές ακολουθίες στο ναό, αγρυπνίες, νηστείες, τακτική εξομολόγηση και θεία κοινωνία, μελέτη, νήψη, σωματικός κόπος στις μοναστηριακές διακονίες.
Υπομονετικός και μακρόθυμος, πράος και άκακος, ταπεινός και υπάκουος ο όσιος Σιλουανός, κέρδισε την αγάπη και την εκτίμηση των συμμοναστών του, αλλά και δέχτηκε πολλές επιθέσεις από τους φθονερούς και μισόκαλους δαίμονες.
Έχοντας παραδώσει τον εαυτό του ολοκληρωτικά στον Θεό, πολύ σύντομα αξιώθηκε να λάβει το δώρο της ακατάπαυστης ευχής από την Κυρία Θεοτόκο, αλλά και να δει τον ζώντα Χριστό μέσα στο ναό του Προφήτη Ηλία, στο μυλωνά της μονής.
Η θεοφάνεια εκείνη ήταν ο σημαντικότερος σταθμός της ζωής του. Από τότε η οξεία πνευματική αίσθηση του έγινε ακόμα οξύτερη. Αισθανόταν αφόρητο πόνο για την αμαρτία. Λυπόταν και έκλαιγε για τις ψυχές που βρίσκονται μακριά από την αλήθεια. Προσευχόταν αδιάλειπτα για όλο τον κόσμο. Αγαπούσε τους ανθρώπους και τον Θεό χωρίς όρια. Μολονότι ολιγογράμματος, απέκτησε σπάνια σοφία και πείρα με τους αγώνες και τις μελέτες του. Η επικοινωνία μαζί του ήταν πηγή χαράς. Η παρουσία του χάριζε ειρήνη και ανάπαυση.
Η διδασκαλία του, που έχει αποτυπωθεί στις γραφές του, είναι βαθιά βιωματική και αναφέρεται σε καίρια ζητήματα της πνευματικής ζωής - προσευχή, χάρη, δοκιμασίες, ταπείνωση, ειρήνη, ελευθερία, μετάνοια, αγάπη, υπακοή, θεογνωσία.
Μέσα στην προσευχή και τη δοξολογία του Θεού τελείωσε την επίγεια πορεία του. Κοιμήθηκε στις 11/24 Σεπτεμβρίου 1938 στη μονή της μετανοίας του.
Η συναρπαστική βιογραφία του, γραμμένη από το μαθητή του γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ (+1993), καθώς και οι θεόσοφες διδαχές του σαγήνευσαν πολλούς ανθρώπους, και μάλιστα αλλόδοξους, και τους έκαναν να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό και να επιστρέψουν στη μάνδρα της Μιας, Αγίας και Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. σ’ αυτήν ακριβώς τη γνωριμία με τον Θεό - γνωριμία που πραγματώνεται όχι με τον ορθό λόγο και το στοχασμό, αλλά με την εν Χριστώ άσκηση και την εν Αγίω Πνεύματι εμπειρία - αναφέρονται τα αποσπάσματα που ανθολογήθηκαν σ' αυτό το τεύχος. Προσφέρονται σ’ όσες ψυχές ποθούν να έρθουν εις επίγνωσιν του μυστηρίου του Θεού… , εν ω εισι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως απόκρυφοι (Κολ. 2:2-3).
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ


Η γνωριμία με τον Θεό

Πως θα γνωρίσουμε τον Θεό
Πολύ μας αγαπάει ο Κύριος• αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε Εκείνος κατά το μέγα Του έλεος. Γέρασα και ετοιμάζομαι για το θάνατο και γράφω την αλήθεια από αγάπη για τους ανθρώπους. Το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε ο Κύριος, θέλει να σωθούν όλοι, να γνωρίσουν όλοι τον Θεό.
Ήμουν χειρότερος κι από ένα βρωμερό σκύλο, εξαιτίας των αμαρτιών μου• σαν άρχισα όμως να ζητώ συγχώρηση από τον Θεό, Αυτός μου έδωσε όχι μόνο τη συγχώρηση αλλά και το Άγιο Πνεύμα. Έτσι, εν Πνεύματι Αγίω, γνώρισα τον Θεό.
Βλέπεις αγάπη που έχει ο Θεός για μας; Ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να περιγράψει την ευσπλαχνία Του;
Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ, πιστεύετε στον Θεό, πιστεύετε πως υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, που μαρτυρεί για τον Θεό σ’ όλες τις Εκκλησίες μας, αλλά και στην ψυχή μου.
Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. και η αγάπη αυτή πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων. και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν τον Θεό. Εν Πνεύματι Αγίω οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούνε τις προσευχές μας και τις προσκομίζουν στον Θεό.

Ζούμε στη γη και δεν βλέπουμε τον Θεό, δεν μπορούμε να Τον δούμε. Αλλά σαν έρθει το Άγιο Πνεύμα στην ψυχή, τότε θα δούμε τον Θεό, όπως Τον είδε ο άγιος Στέφανος (Πράξ. 7:55-56). Η ψυχή και ο νους αναγνωρίζουν αμέσως με το Άγιο Πνεύμα ότι Αυτός είναι ο Κύριος. Έτσι ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, με το Άγιο Πνεύμα, αναγνώρισε στο μικρό βρέφος τον Κύριο (Λουκ. 2:25-32). Έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το Άγιο Πνεύμα επίσης, αναγνώρισε τον Κύριο και Τον υπέδειξε στους ανθρώπους. και στον ουρανό και στη γη, ο Θεός γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, όχι με την επιστήμη. και τα παιδιά που δεν σπούδασαν καθόλου, γνωρίζουν τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό και πόσο πολύ μας αγαπάει. Ακόμα κι αν διαβάζουμε πως μας αγάπησε και έπαθε από αγάπη για μας, σκεφτόμαστε γι' αυτά μόνο με το νου, αλλά δεν καταλαβαίνουμε όπως πρέπει, με την ψυχή, την αγάπη του Χριστού. Όταν όμως μας διδάξει, τότε γνωρίζουμε με ενάργεια και αισθητά την αγάπη• τότε γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο.
*
Καθένας μας μπορεί να κρίνει για τον Θεό κατά το μέτρο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που γνώρισε. Γιατί πως είναι δυνατό να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε για πράγματα που δεν είδαμε η δεν ακούσαμε και δεν ξέρουμε; Οι άγιοι λένε πως είδαν τον Θεό. Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που λένε ότι δεν υπάρχει Θεός. Είναι φανερό πως μιλούν έτσι γιατί δεν Τον γνώρισαν αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως ο Θεός δεν υπάρχει.
Οι άγιοι μιλούν για πράγματα που πραγματικά είδαν και γνωρίζουν. Δεν λένε, για παράδειγμα, πως είδαν ένα άλογο μήκους ενός χιλιομέτρου ή ένα πλοίο δέκα χιλιομέτρων, που δεν υπάρχουν. Κι εγώ νομίζω, πως, αν δεν υπήρχε Θεός, δεν θα μιλούσαν καν γι' Αυτόν στη γη. Οι άνθρωποι όμως θέλουν να ζουν σύμφωνα με το δικό τους θέλημα και γι' αυτό λένε πως δεν υπάρχει Θεός, βεβαιώνοντας έτσι μάλλον πως υπάρχει.
Όλων των λαών η ψυχή αισθανόταν πως υπάρχει ο Θεός, αν και δεν ήξεραν να λατρεύουν τον αληθινό Θεό. Το Άγιο Πνεύμα όμως δίδαξε πρώτα τους Προφήτες, έπειτα τους Αποστόλους, κατόπιν τους αγίους πατέρες και Επισκόπους μας, κι έτσι έφτασε ως εμάς η αληθινή πίστη. Εμείς γνωρίσαμε τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Και όταν Τον γνωρίσαμε, τότε στερεώθηκε σ’ Αυτόν η ψυχή μας.
Γνωρίστε, λαοί, ότι πλαστήκαμε για να δοξάζουμε τον ουράνιο Θεό, και μην προσκολλάστε στη γη, γιατί ο Θεός είναι Πατέρας μας και μας αγαπάει σαν πολυπόθητα παιδιά Του.
Οποίος δεν γνωρίζει τη χάρη, δεν την επιζητεί. Οι άνθρωποι προσκολλήθηκαν στη γη, γι' αυτό οι πιο πολλοί δεν ξέρουν πως τίποτα το γήινο δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος.
*
Πολλοί φιλονικούν για την πίστη - και δεν υπάρχει τέλος σ’ αυτές τις φιλονικίες -, ενώ, αντί να φιλονικούμε, πρέπει να προσευχόμαστε μόνο στον Θεό και την Παναγία, και ο Κύριος θα μας δώσει το φωτισμό χωρίς φιλονικίες, και μάλιστα γρήγορα.
Πολλοί μελέτησαν όλες τις θρησκείες, αλλά δεν γνώρισαν την αληθινή πίστη όπως πρέπει. Όποιος όμως προσεύχεται στον Θεό με ταπείνωση να τον φωτίσει, σ’ αυτόν ο Κύριος θα δώσει να μάθει πόσο αγαπάει τον άνθρωπο. Οι υπερόπτες ελπίζουν να μάθουν τα πάντα με το νου τους, αλλά ο Θεός τους έθεσε όρια.
*
Ο Κύριος είπε: Όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται… ίνα θεωρή την δόξαν την εμήν (Παράβαλλε Ιωάνν. 12:26• 17:24). Οι άνθρωποι όμως δεν κατανοούν τις Γραφές, τις βρίσκουν σχεδόν ακατανόητες. Μόνο όταν τους διδάξει το Άγιο Πνεύμα, τότε όλα γίνονται κατανοητά και η ψυχή αισθάνεται σαν να είναι στους ουρανούς. Γιατί το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι και στους ουρανούς και στη γη και στην Αγία Γραφή και στις ψυχές όσων αγαπούν τον Θεό. Χωρίς Πνεύμα Άγιο οι άνθρωποι πλανώνται και αδυνατούν να γνωρίσουν αληθινά τον Θεό και την ανάπαυση κοντά Του, έστω κι αν μελετούν συνεχώς.

Ω αδελφοί, σας παρακαλώ και σας ικετεύω στο όνομα της ευσπλαχνίας του Θεού: Πιστεύετε στο Ευαγγέλιο και στη μαρτυρία της Αγίας Εκκλησίας, και τότε θα γευθείτε, ήδη απ’ αυτή τη γη, τη μακαριότητα του παραδείσου. Αληθινά, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας: Η αγάπη του Θεού χαρίζει στην ψυχή τον παράδεισο. Πολλοί πρίγκιπες και άρχοντες εγκατέλειψαν τους θρόνους τους, όταν γνώρισαν την αγάπη του Θεού. Κι αυτό είναι ευνόητο, γιατί η αγάπη του Θεού είναι φλογερή. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος η χαρά της ψυχής φτάνει ως τα δάκρυα, και τίποτα επίγειο δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της.
Πόσο ευτυχισμένοι είμαστε εμείς οι ορθόδοξοι Χριστιανοί! Τι Θεό έχουμε! Είναι αξιολύπητοι όσοι δεν γνώρισαν τον Θεό. Αυτοί δεν βλέπουν το αιώνιο φως, και μετά το θάνατο πορεύονται στο αιώνιο σκοτάδι. Αυτό το ξέρουμε, γιατί το Άγιο Πνεύμα πληροφορεί μέσα στην Εκκλησία τους αγίους για το τι υπάρχει στον ουρανό και τι στον Άδη.
Ω, πόσο αξιολύπητοι είναι οι πλανεμένοι άνθρωποι! Αυτοί δεν μπορούν να ξέρουν τι είναι η αληθινή χαρά. Μερικές φορές διασκεδάζουν και γελούν, αλλά το γέλιο και η απόλαυση που δοκιμάζουν θα μεταβληθούν σε θρήνο και θλίψη. Δική μας χαρά είναι ο Χριστός. Με τα πάθη Του μας έγραψε στο βιβλίο της ζωής, και στη βασιλεία των ουρανών θα είμαστε αιώνια με τον Θεό και θα βλέπουμε τη δόξα Του και θα ευφραινόμαστε μαζί Του. Η χαρά μας είναι το Άγιο Πνεύμα. Είναι τόσο γλυκό και ευχάριστο! Αυτό μαρτυρεί στην ψυχή για τη σωτηρία.
*
Τα επίγεια μαθαίνονται με την επίγεια διάνοια, ενώ ο Θεός και όλα τα επουράνια γνωρίζονται μόνο με το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό παραμένουν απρόσιτα στο νου που δεν αναγεννήθηκε.

 
Τι μας εμποδίζει να γνωρίσουμε τον Θεό
Η απιστία προέρχεται από την υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος ισχυρίζεται πως θα γνωρίσει τα πάντα με το νου του και την επιστήμη, αλλά η γνώση του Θεού παραμένει ανέφικτη γι' αυτόν, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνο με αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος.
*
Ο Κύριος αποκαλύπτειται στις ταπεινές ψυχές. Σ' αυτές δείχνει τα έργα Του, που είναι ακατάληπτα για το νου μας. Με τον φυσικό μας νου μπορούμε να γνωρίσουμε μόνο τα γήινα πράγματα, κι αυτά μερικώς, ενώ ο Θεός και όλα τα ουράνια γνωρίζονται με το Άγιο Πνεύμα.
Μερικοί μοχθούν σ’ όλη τους τη ζωή για να μάθουν τι υπάρχει στον ήλιο η στη σελήνη η κάτι παρόμοιο, αλλ’ αυτά δεν ωφελούν την ψυχή. Αν όμως προσπαθούσαμε να γνωρίσουμε τι υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, τότε θα βλέπαμε στην ψυχή του αγίου τη βασιλεία των ουρανών, ενώ στην ψυχή του αμαρτωλού σκοτάδι και κόλαση. Και είναι ωφέλιμο να το ξέρουμε, γιατί θα είμαστε αιώνια είτε στη βασιλεία είτε στην κόλαση.
*
Ο νωθρός στην προσευχή εξετάζει με περιέργεια τα πάντα, όσα βλέπει στη γη και στον ουρανό, αλλά δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Κύριος ούτε προσπαθεί να το μάθει. Κι όταν ακούει διδασκαλία για τον Θεό, λέει:
Μα πως είναι δυνατό να γνωρίσουμε τον Θεό; Κι εσύ από πού Τον γνωρίζεις;
Θα σου πω: Μαρτυρεί το Άγιο Πνεύμα, Αυτό γνωρίζει και μας διδάσκει.
Αλλά μήπως το Πνεύμα είναι ορατό;
Οι Απόστολοι Το είδαν να κατεβαίνει σε πύρινες γλώσσες, κι εμείς Το αισθανόμαστε μέσα μας. Είναι γλυκύτερο από κάθε τι γήινο. Αυτό γεύονταν οι Προφήτες και μιλούσαν στο λαό και ο λαός τους πρόσεχε. Οι άγιοι Απόστολοι έλαβαν Άγιο Πνεύμα και κήρυξαν σωτηρία στον κόσμο χωρίς να φοβούνται τίποτα, γιατί τους ενίσχυε αυτό το Πνεύμα. Το ίδιο και οι μάρτυρες και οι ασκητές πήγαιναν χαρούμενοι στο μαρτύριο και την κακοπάθεια. Γιατί το Άγιο Πνεύμα, το αγαθό και γλυκύ, έλκει την ψυχή στην αγάπη του Κυρίου. Κι έτσι η ψυχή, χάρη στη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος, δεν φοβάται τα βασανιστήρια.
*
Πολλοί άνθρωποι λένε σήμερα πως δεν υπάρχει Θεός. Μιλούν έτσι γιατί στην καρδιά τους ζει υπερήφανο Πνεύμα, που τους υποβάλλει ψέμματα κατά της Αλήθειας και της Εκκλησίας του Θεού. Νομίζουν πως είναι σοφοί, ενώ στην πραγματικότητα δεν αντιλαμβάνονται καν ότι τέτοιοι λογισμοί δεν είναι δικοί τους, αλλά προέρχονται από τον εχθρό. Αν όμως κανείς τους δεχτεί στην καρδιά του και τους αγαπήσει, τότε γίνεται συγγενής με το πονηρό πνεύμα. και είθε να μη δώσει ο Θεός σε κανένα να πεθάνει σε τέτοια κατάσταση.
Αντίθετα, στην καρδιά των αγίων ζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που τους κάνει συγγενείς του Θεού. Οι άγιοι νιώθουν ολοκάθαρα πως είναι πνευματικά παιδιά του ουράνιου Πατέρα, και γι' αυτό λένε: Πάτερ ημών…
*
Η υπερηφάνεια εμποδίζει την ψυχή να μπει στο δρόμο της πίστεως. Στον άπιστο δίνω μια συμβουλή. Ας πει: Κύριε, αν υπάρχεις, φώτισε με, και θα σε υπηρετήσω μ' όλη μου την καρδιά και μ' όλη μου την ψυχή. Και ο Κύριος θα φωτίσει οπωσδήποτε μια τέτοια ταπεινή σκέψη και προθυμία για την υπηρεσία του Θεού. Δεν πρέπει όμως να λέει: Αν υπάρχεις, παίδεψέ με. Γιατί αν έρθει η τιμωρία, είναι δυνατό να μη βρει τη δύναμη να ευχαριστήσει τον Θεό και να μετανοήσει.
Όταν ο Κύριος σε φωτίσει, τότε η ψυχή σου θα Τον αισθανθεί, θα αισθανθεί πως την συγχώρησε και την αγαπάει. Θα το μάθεις με την πείρα σου, και η χάρη του Αγίου Πνεύματος θα μαρτυρεί στην ψυχή τη σωτηρία, και θα θέλεις τότε να διακηρύσσεις σ’ όλο τον κόσμο: Πόσο πολύ μας αγαπάει ο Κύριος!
Ο Απόστολος Παύλος, όσο δεν γνώριζε τον Κύριο, Τον καταδίωκε. Όταν όμως Τον γνώρισε, τότε γύρισε σ’ όλη την οικουμένη κηρύσσοντας το Χριστό.
Για να σωθείς, είναι ανάγκη να ταπεινωθείς. Γιατί τον υπερήφανο, και με τη βία να τον βάλεις στον παράδεισο, κι εκεί δεν θα βρει ανάπαυση. Κι εκεί δεν θα είναι ικανοποιημένος και θα λέει: Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση; Αντίθετα, η ταπεινή ψυχή είναι γεμάτη αγάπη και δεν επιδιώκει πρωτεία, αλλά επιθυμεί για όλους το καλό και ευχαριστιέται με όλα.
*
Δείξαμε μεγάλη αμέλεια και δεν καταλαβαίνουμε πια αν υπάρχει η κατά Χριστόν ταπείνωση και αγάπη. Βέβαια, η ταπείνωση αυτή και η αγάπη γίνονται γνωστές μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εμείς όμως δεν ξέρουμε ότι, για να προσελκύσουμε τη χάρη κοντά μας, πρέπει να την ποθήσουμε μ' όλη μας την ψυχή. Αλλά πώς θα ποθήσουμε κάτι που δεν το γνωρίζουμε καθόλου; και όμως, όλοι μας τη γνωρίζουμε τη χάρη, έστω και λίγο, γιατί το Άγιο Πνεύμα κινεί κάθε ψυχή στην αναζήτηση του Θεού.
Ω, πώς πρέπει να παρακαλούμε τον Κύριο να δώσει στην ψυχή το ταπεινό Άγιο Πνεύμα! Η ταπεινή ψυχή έχει μεγάλη ανάπαυση, ενώ η υπερήφανη βασανίζει η ίδια τον εαυτό της. Ο υπερήφανος δεν γνωρίζει την αγάπη του Θεού και βρίσκεται μακριά Του. Υπερηφανεύεται πως είναι πλούσιος η επιστήμων η ένδοξος, μα δεν ξέρει την τραγικότητα της φτώχειας και της απώλειας του, αφού δεν γνώρισε τον Θεό. Απεναντίας, εκείνον που αγωνίζεται εναντίον της υπερηφάνειας, τον βοηθάει ο Κύριος να νικήσει αυτό το πάθος.
*
Είναι αδύνατο ν' αγαπήσουμε και να γνωρίσουμε τον Κύριο, αν δεν ζήσουμε σύμφωνα με τις εντολές Του. Ο άνθρωπος όμως από μόνος του είναι ανίκανος να τηρήσει τις εντολές του Θεού. Γι’ αυτό ο Ιησούς είπε: Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν (Ματθαίος 7:7). Αν δεν ζητάμε, βασανίζουμε μόνοι μας τον εαυτό μας και χάνουμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
*
Στον αγώνα μας πρέπει να είμαστε ανδρείοι. Ο Κύριος αγαπάει την ανδρεία και συνετή ψυχή. Αν δεν έχουμε ανδρεία και σύνεση, τότε πρέπει να τα ζητάμε από τον Θεό και να υπακούμε στους πνευματικούς, γιατί σ’ αυτούς ζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο άνθρωπος μάλιστα, που ο νους του έπαθε βλάβη από δαιμονική ενέργεια, ιδίως αυτός πρέπει να υπακούει στον πνευματικό και να μην εμπιστεύεται καθόλου τον εαυτό του.
Οι ψυχικές συμφορές μας έρχονται από την υπερηφάνεια, ενώ τις σωματικές τις παραχωρεί πολλές φορές ο Θεός από αγάπη για μας, όπως έγινε με τον πολύαθλο Ιώβ.
Είναι πολύ δύσκολο να διαγνώσεις μέσα σου την υπερηφάνεια. Να όμως μερικά συμπτώματα: Αν σε προσβάλλουν δαίμονες η σε βασανίζουν κακοί λογισμοί, αυτό σημαίνει πως δεν έχεις ταπείνωση. Γι’ αυτό, έστω κι αν δεν αντιλήφθηκες την υπερηφάνεια σου, ταπεινώσου. Αν είσαι οξύθυμος η, όπως λένε, νευρικός, αυτό είναι αληθινή συμφορά. Κι αν πάσχεις από παροξυσμούς και φοβίες, θα γιατρευτείς με τη μετάνοια, με το ταπεινό φρόνημα και με την αγάπη για τον αδελφό σου, ακόμα και για τους εχθρούς. Οποίος δεν αγαπάει τους εχθρούς, σ’ αυτόν δεν έχει κατοικήσει ακόμα η χάρη του Θεού.
*
Στην πλάνη πέφτει κανείς είτε από απειρία είτε από υπερηφάνεια. Κι αν είναι από απειρία, ο Κύριος θεραπεύει γρήγορα αυτόν που πλανήθηκε. Αν όμως είναι από υπερηφάνεια, τότε θα υποφέρει για πολύν καιρό η ψυχή, ώσπου να μάθει την ταπείνωση, και τότε θα θεραπευθεί από τον Κύριο.
Στην πλάνη πέφτουμε όταν νομίζουμε πως είμαστε πιο συνετοί και έμπειροι από τους άλλους, ακόμα κι από τον πνευματικό μας πατέρα. Έτσι σκέφτηκα κι εγώ με την απειρία μου, και γι' αυτό υπέφερα. Ευχαριστώ βαθιά τον Θεό, γιατί έτσι με ταπείνωσε, με νουθέτησε και δεν πήρε το έλεος Του από μένα. Και τώρα σκέφτομαι πως χωρίς εξομολόγηση στον πνευματικό δεν είναι δυνατό ν’ απαλλαγούμε από την πλάνη, γιατί στον πνευματικό έδωσε ο Θεός τη χάρη του δεσμείν και λύειν.


Η κοινωνία με τον Θεό
Οποίος αγαπάει τον Κύριο, σκέφτεται πάντα Εκείνον. Η θύμηση του Θεού γεννάει την προσευχή. Αν δεν θυμάσαι τον Κύριο, τότε και δεν θα προσεύχεσαι• και χωρίς την προσευχή, δεν θα παραμείνει η ψυχή στην αγάπη του Θεού, γιατί η χάρη του Αγίου Πνεύματος έρχεται με την προσευχή.
Η προσευχή προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, γιατί ο νους, όταν προσεύχεσαι, είναι απασχολημένος με τον Θεό και στέκεται με ταπεινό Πνεύμα ενώπιον του Κυρίου, τον Οποίο γνωρίζει η ψυχή του προσευχομένου.
Ο αρχάριος όμως χρειάζεται χειραγωγό, επειδή η ψυχή, πριν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχει μεγάλο πόλεμο εναντίον των εχθρών και δεν μπορεί να διακρίνει η ίδια αν η γλυκύτητα που δοκιμάζει προέρχεται από τον εχθρό. Αυτό μπορεί να το διακρίνει μόνο εκείνος που γεύθηκε ο ίδιος το Άγιο Πνεύμα. Αυτός αναγνωρίζει τη χάρη κατά τη γεύση.
Οποίος θέλει να ασκεί την προσευχή χωρίς χειραγωγό και, μέσα στην υπερηφάνεια του, φαντάζεται πως μπορεί να τη διδαχθεί από τα βιβλία, αυτός βρίσκεται κιόλας στην πλάνη. Τον ταπεινό όμως τον προστατεύει ο Κύριος• έτσι, αν πράγματι δεν υπάρχει έμπειρος οδηγός, αυτός καταφεύγει στον υπάρχοντα πνευματικό, και ο Κύριος θα τον σκεπάσει χάρη στην ταπείνωση του. Σκέψου ότι στον πνευματικό ζει το Άγιο Πνεύμα, και αυτός θα σου πει το ωφέλιμο. Αν όμως σκεφτείς πως ο πνευματικός ζει με αμέλεια και διερωτηθείς, πως είναι δυνατό να έχει το Άγιο Πνεύμα; θα υποστείς εξαιτίας αυτής της σκέψης σου μεγάλο πειρασμό, και ο Κύριος θα σε ταπεινώσει και θα επιτρέψει να πέσεις σε κάποια πλάνη.
Η προσευχή δίνεται στον προσευχόμενο. Η προσευχή που γίνεται μόνο από συνήθεια, χωρίς καρδιά συντριμμένη για τις αμαρτίες της, δεν είναι αρεστή στον Θεό.
*
Ω άνθρωπε, μάθε την κατά Χριστόν ταπείνωση, και ο Κύριος θα σου χαρίσει να γευθείς τη γλυκύτητα της προσευχής. Κι αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, γίνε ταπεινός, γίνε εγκρατής, εξομολογήσου ειλικρινά και θα σε αγαπήσει η προσευχή. Γίνε υπάκουος, υποτάξου ευσυνείδητα στις αρχές, μείνε ευχαριστημένος με όλα, και τότε ο νους σου θα καθαριστεί από μάταιους λογισμούς. Να θυμάσαι πως σε βλέπει ο Κύριος, γι' αυτό πρόσεχε μήπως λυπήσεις με κάτι τον αδελφό• μην τον κατακρίνεις και μην τον στενοχωρήσεις ούτε μ' ένα βλέμμα, και το Πνεύμα το Άγιο θα σε αγαπήσει και θα σε βοηθήσει σε όλα.
Το Άγιο Πνεύμα μοιάζει πολύ με αγαπημένη, γνήσια μητέρα. Η μητέρα αγαπάει το παιδί της και πονάει γι' αυτό. Έτσι και το Άγιο Πνεύμα σπλαχνίζεται, συγχωρεί, θεραπεύει, νουθετεί και χαροποιεί. και αναγνωρίζεται το Άγιο Πνεύμα στην ταπεινή προσευχή.
Οποίος αγαπάει τους εχθρούς, αυτός γρήγορα θα γνωρίσει τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Οποίος όμως δεν τους αγαπάει - γι' αυτόν δεν θέλω ούτε καν να γράψω. Όμως τον λυπάμαι, γιατί βασανίζει τον εαυτό του και τους άλλους και δεν θα γνωρίσει τον Κύριο.
*
Στις Εκκλησίες τελούνται οι ιερές ακολουθίες και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σ’ αυτές. Η ψυχή, ωστόσο, είναι ο καλύτερος ναός του Θεού, και οποίος προσεύχεται εσωτερικά, γι' αυτόν όλος ο κόσμος έγινε ναός του Θεού. Αυτό όμως δεν είναι για όλους.
Πολλοί προσεύχονται προφορικά η προτιμούν να προσεύχονται με βιβλία. Και αυτό καλό είναι και ο Κύριος δέχεται την προσευχή τους. Αν όμως κανείς προσεύχεται και σκέφτεται άλλα πράγματα, ο Κύριος δεν εισακούει αυτή την προσευχή.
*
Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξαιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας. Όποιος αγαπάει τον Θεό, αυτός μπορεί να Τον σκέφτεται μέρα και νύχτα, γιατί το ν’ αγαπάς τον Θεό καμιά εργασία δεν το παρεμποδίζει.

Η αληθινή ελευθερία
Όλοι μας ταλαιπωρούμαστε στη γη και ζητάμε ελευθερία, μα λίγοι ξέρουν τι είναι η ελευθερία και που βρίσκεται.
Κι εγώ θέλω επίσης ελευθερία και την αναζητώ μέρα και νύχτα. Έμαθα πως βρίσκεται κοντά στον Θεό, και δίνεται απ’ Αυτόν σ’ όσους έχουν ταπεινή καρδιά, σ’ όσους μετανόησαν και έκοψαν το θέλημα τους ενώπιον του Κυρίου. Σ' οποίον μετανοεί, ο Θεός δίνει την ειρήνη Του και την ελευθερία να Τον αγαπάει. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο στον κόσμο από την αγάπη του Θεού και του πλησίον. Σ' αυτά βρίσκει η ψυχή ανάπαυση και χαρά.
*
Η καρδιά μου πονάει για όλον τον κόσμο και προσεύχομαι με δάκρυα γι' αυτόν, να μετανοήσουν όλοι και να γνωρίσουν τον Θεό, να ζήσουν με αγάπη και να γευθούν τη γλυκύτητα της ελευθερίας του Θεού.
Ω, όλοι οι άνθρωποι, προσευχηθείτε και κλάψτε για τις αμαρτίες σας, για να σας συγχωρήσει ο Κύριος. Όπου υπάρχει άφεση αμαρτιών, εκεί βρίσκεται η ελευθερία της συνειδήσεως και η αγάπη, έστω και λίγη.
*
Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Αυτή είναι η αληθινή ελευθερία: η αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον. Εδώ βρίσκεται και η ελευθερία και η ισότητα. Στην κοσμική τάξη είναι αδύνατο να υπάρξει ισότητα -αυτό όμως δεν έχει σημασία για την ψυχή. Δεν μπορεί να είναι ο καθένας βασιλιάς η άρχοντας, πατριάρχης η ηγούμενος η διοικητής. Μπορεί όμως ο καθένας, σε οποία τάξη κι αν ανήκει, ν' αγαπάει τον Θεό και να είναι ευάρεστος σ’ Εκείνον - κι αυτό είναι το σπουδαίο. Και όσοι αγαπούν περισσότερο τον Θεό στη γη, θα έχουν περισσότερη δόξα στη βασιλεία των ουρανών και θα είναι πιο κοντά στον Κύριο. Ο καθένας θα δοξαστεί κατά το μέτρο της αγάπης του.
Η θεία χάρη δεν αφαιρεί την ελευθερία, αλλά συνεργεί μόνο στην εκπλήρωση των εντολών του Θεού. Ο Αδάμ βρισκόταν στην κατάσταση της χάριτος, αλλά δεν του αφαιρέθηκε το αυτεξούσιο. Οι άγγελοι παραμένουν επίσης στο Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν τους έχει αφαιρεθεί η ελεύθερη βούληση.
*
Ο Κύριος έδωσε στη γη το Άγιο Πνεύμα• και όσοι το έλαβαν, αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους.
Ίσως πεις: Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη; Επειδή εσύ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού, αλλά ζεις σύμφωνα με το δικό σου θέλημα.
*
Παρατηρήστε εκείνον που αγαπάει το θέλημα του: δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή του και δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Γι’ αυτόν όλα γίνονται όπως δεν θα έπρεπε. Οποίος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπάει τον Κύριο.
*
Έτσι δόθηκε στον Θεό η Υπεραγία Παρθένος: Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου (Λουκ. 1:38).
Αν λέγαμε κι εμείς, Ιδού ο δούλος Κυρίου• γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου, τότε τα ευαγγελικά λόγια του Κυρίου θα ζούσαν στις ψυχές μας, η αγάπη του Θεού θα βασίλευε σ’ όλον τον κόσμο και η ζωή στη γη θα ήταν απερίγραπτα ωραία.
Αλλά μολονότι τα λόγια του Κυρίου ακούγονται τόσους αιώνες σ’ όλη την οικουμένη, οι άνθρωποι δεν τα καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να τα παραδεχθούν. Όποιος όμως ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αυτός θα δοξαστεί και στον ουρανό και στη γη.

ΔΑΠΑΝΗ Ν. Κ.
ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Τῆς προδοσίας τὸ φίλημα. Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Τῆς προδοσίας τὸ φίλημα. Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου


Τῆς προδοσίας τὸ φίλημα

Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου.Πρ. Ἱεροῦ Ναοῦ Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιῶς 
Ὅπως ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής: «Τότε πορευθεῖς εἷς των δώδεκα, ὁ λεγόμενος Ἰούδας Ἰσκαριώτης, πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπε. Τί θέλετε μοὶ δοῦναι καὶ ἐγὼ ὑμὶν παραδώσω αὐτὸν» (Ματθ.26,14-15). «Τότε πορευθεῖς…», δηλαδὴ πότε; Ὅταν ἡ πόρνη γυναίκα, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγον ὁ εὐαγγελιστὴς στοὺς προηγούμενους στίχους, πλησίασε τὸν Χριστὸν καὶ ἄδειασε τὸ πολύτιμο μύρο, ποὺ εἶχε μαζί της πάνω στὴν κεφαλὴ τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ δείξει ἔτσι μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν βαθειὰ μετάνοιά της γιὰ τὴν μέχρι τότε ἁμαρτωλὴ καὶ ἄσωτη ζωή της, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν πίστη, τὴν λατρεία καὶ τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Διδάσκαλο.

Ἕνα ἀπὸ τὰ συγκλονιστικότερα γεγονότα τοῦ Θείου Πάθους ἀποτελεῖ χωρὶς ἀμφιβολία ἡ πράξις τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα, ἀφοῦ ἕνα μεγάλος μέρος τῶν τροπαρίων τοῦ ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης, τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἀναφέρονται ἀκριβῶς στὸ γεγονὸς αὐτό. Ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖο ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος περιγράφει μὲ σπάνια δεξιοτεχνία καὶ θεολογικὴ δύναμη ὡς τὸ στυγερότερο καὶ πλέον ἀποτρόπαιο ἔγκλημα, ποὺ γνώρισε ποτὲ ἡ ἀνθρωπότητα.
Τότε λοιπόν, ποὺ ἡ πὸρνη ἐλάμβανε τὴν ἄφεση, τῶν ἁμαρτιῶν της καθὼς μὲ δάκρυα ἐξομολογεῖτο τὶς ἁμαρτίες της, καθὼς καταφιλοῦσε τὰ ἄχραντα πόδια του καὶ τὰ ἀποσπόγγιζε μὲ τὰ μαλλιά της, τότε ὁ Ἰούδας ἔβαλε σὲ ἐφαρμογὴ τὸ βδελυρὸ καὶ ἀπαίσιο ἔργο τῆς προδοσίας. Καὶ ἐκείνη μὲν ἀνέβηκε ἀπὸ τὸν βυθὸ τῆς ἀπωλείας μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ ἐπέτυχε τὴν σωτηρία της, ἐκεῖνος δὲ ἐξέπεσε ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματος καὶ ἐγκρεμίστηκε στὸν βυθὸ τῆς κολάσεως.
 Αὐτὴν τὴν ἀντινομία, τὴν τραγικὴ ἀντίθεση μεταξύ των δύο προσώπων, παρουσιάζει μὲ πολὺ ἀριστοτεχνικὸ τρόπο ἕνα ἀπὸ τὰ τροπάρια τῶν αἴνων τῆς Μεγάλης Τετάρτης:
«Ὄτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ μύρον, τότε ὁ μαθητὴς συνεφώνει τοῖς παρανόμοις. Ἡ μὲν ἔχαιρε κενοῦσα τὸ πολύτιμον, ὁ δὲ ἔσπευδε πωλῆσαι τὸν ἀτίμητον. Αὕτη τὸν Δεσπότην ἐπεγίνωσκεν, οὗτος τοῦ Δεσπότου ἐχωρίζετο. Αὕτη ἠλευθεροῦτο καὶ ὁ Ἰούδας δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ. Δεινὸν ἡ ραθυμία, μεγάλη ἡ μετάνοια…».

Συγκλονιστικὸς ὁ παραλληλισμὸς τῶν δύο προσώπων. Στὰ πρόσωπα αὐτὰ ἀνακεφαλαιώνεται ὅλο το μυστήριον τῆς ἀπωλείας καὶ τῆς λυτρώσεως, τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ  τοῦ θανάτου. Δύο πλάσματα, δύο διαφορετικοὶ κόσμοι, πλησιάζουν τὸν Κύριον, γιὰ ἀντλήσουν ἀπὸ αὐτὸν τὴν ζωήν. Κοινὴ ἡ ἀφετηρία τους, ὁ Χριστός, καὶ ὅμως τελείως διαφορετικὴ ἡ τελικὴ κατάληξις τοῦ κάθε- νὸς ἐξ αὐτῶν καὶ παρὰ πάσαν προσδοκίαν ἀντίθετη πρὸς τὴν ἀναμενόμενη.

 «Τότε πορευθεῖς…». Δηλαδὴ δὲν τὸν ἐκάλεσαν ἄλλοι, οὔτε τὸν ἐξανάγκασε κανεῖς, ἀλλὰ ἐνήργησε μόνος του, κατόπιν ἰδικῆς τοῦ ἐπιλογῆς καὶ ἀποφάσεως. Ξεκὶνησε αὐτὸ τὸ ἐγκληματικὸ ἔργο μὲ ἰδικὴ του πρωτοβουλία καὶ προμελέτη. Δὲν ἦταν πράξις, στὴν ὁποία παρεσύρθη σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπροσεξίας κάτω ἀπὸ τὴν πίεση δυσχεριῶν καὶ δυσμενῶν περιστάσεων. Ἦταν πράξις, τὴν ὁποία ἐν ψυχρῶ ἐμελὲτησε, κατέστρωσε καὶ πραγματοποίησε.
Ἦταν ἔκφρασις ἑνὸς φοβεροῦ πάθους, ποὺ ἔκρυβε στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, τοῦ πάθους τῆς φιλαργυρίας. Τὸ πάθος αὐτὸ γεννήθηκε, ἀναπτύχθηκε καὶ ρίζωσε μέσα του σταδιακὰ καὶ προοδευτικά, μέχρις ὅτου διέβρωσε κατὰ τρόπον ἀνεπανόρθωτον, ὅλο τὸν ψυχικό του κόσμο. Ἐτύφλωσε τοὺς ψυχικούς του ὀφθαλμοὺς καὶ ἐσκλήρυνε τὴν καρδιά του σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μένει ἀσυγκίνητος καὶ ἀναίσθητος μπροστὰ στὴν ἀγάπη τοῦ Διδασκάλου του, μπροστὰ στὰ ἄπειρα θαύματα, τὰ ὁποῖα καθημερινὰ ἔβλεπε ἀπὸ Αὐτὸν καὶ τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσαν καὶ ἀπεδείκνυαν τὴν θεία ἐξουσία καὶ δύναμή του, τὴν μεσσιανική του ἰδιότητα.

«Τότε πορευθεῖς εἷς των δώδεκα…». Δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ τὸν πρόδωσε, δὲν ἦταν ἕνας τυχαῖος ἄνθρωπος, ἢ ἕνας ἀπὸ τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα μαθητῶν, ἀλλ’ ἀνῆκε στοὺς δώδεκα. Δηλαδὴ στοὺς ἐκλεκτούς, σ’ ἐκείνους ποὺ ἦταν κάθε μέρα μὲ τὸν Κύριο. Ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώθηκε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἕνδεκα νὰ ἀπολαὺσει τόσο πλούσια τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δὴ θαύματα, ποὺ δὲν τὰ εἶδαν πολλοὶ ἀπὸ τὸν ὄχλο.
Αὐτὸς ποὺ ἀξιώθηκε, νὰ κάνη καὶ ὁ ἴδιος θαύματα καὶ νὰ θεαραπεύει δαιμονισμένους μὲ τὴν δύναμη τοῦ Διδασκάλου του. Αὐτὸς, τοῦ ὁποίου τὰ πόδια ἔπλυνε ὁ Κύριος κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ Δεῖπνου. Αὐτὸς, στὸν ὁποῖο ἔδωσε ὁ Κύριος τὴν θεία Κοινωνία, τὸ ἅγιο Σῶμα καὶ τὸ τίμιο Αἷμα του.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Ἰούδας συνεφώνησε μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς τὰ τῆς προδοσίας, ζητοῦσε νὰ βρῆ τὴν κατάλληλη εὐκαιρία. Κατέστρωσε δὲ σχέδιο, στὸ ὁποῖο τὰ πάντα εἶχαν τακτοποιηθῆ μέχρι λεπτομερείας, ὥστε τὸ ἐγχείρημα νὰ ἔχει ἐπιτυχία. Ἀκόμη καὶ ὁ τρόπος τῆς προδοσίας εἶχε προβλεφθῆ. Ὅπως σημειώνει ὁ εὐαγγελιστής: «ὁ δὲ παραδοὺς αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σημεῖον λέγων, ὃν ἂν φιλήσω αὐτὸς ἐστίν, κρατήσατε αὐτόν. Καὶ εὐθέως προσελθών τῷ Ἰησοῦ εἶπε, χαῖρε ραββὶ καὶ κατεφίλησεν αὐτὸν» (στίχ.48,49).
Τὸ σημάδι ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ καταλάβαιναν, ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ἦταν τὸ φίλημα. Δηλαδὴ δὲν ἐπροτίμησε ἄλλο τρόπο προδοσίας, φερ’ εἰπεῖν νὰ τὸν δείξει μὲ τὸ δάκτυλο, ἢ μὲ κάποια ἄλλη χειρονομία, ἀλλὰ μὲ φίλημα. Μὲ μιὰ πράξη δηλαδὴ μὲ τὴν ὁποία ἐκδηλώνομε αἰσθήματα βαθειᾶς ἀγάπης καὶ ἐκτιμήσεως, καθώς ἀσπαζόμαστε ἕνα πρόσωπο.
Ποία σχέση ὅμως εἶχε τὸ φίλημα, τὸ σύμβολο αὐτὸ τῆς ἀγάπης μὲ τὸ ἐσωτερικὸ περιεχόμενο τῆς ψυχῆς του, ποὺ ἦταν γεμάτο μίσος καὶ πονηρία πρὸς τὸν Διδάσκαλο; «Ἀλοίμονο», παρατηρεῖ ἔκπληκτος ὁ ἱερὸς Χρυσὸστομος, «πόση πονηρία ἐδέχθηκε ἡ ψυχὴ τοῦ προδότου! Μὲ ποιὰ μάτια ἔβλεπε τότε τὸν Διδάσκαλον; Μὲ ποῖο στόμα τὸν φιλοῦσε;» Καὶ συνεχίζει παρὰ κάτω: «Παρὰξενος εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς προδοσίας, ποὺ συνοδεύεται μὲ φίλημα καὶ μὲ προσφώνηση («χαῖρε ραββί»).
Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπήντησε: Γι’ αὐτὸ ἦρθες ἐδῶ φίλε; Γιατί μου εὔχεσαι νὰ χαίρομαι, ἀφοῦ σκοπός σου εἶναι, νὰ μὲ λυπήσης; Γιατί μὲ περιποιεῖσαι μὲ τὰ λόγια, ἀφοῦ μὲ πληγώνεις μὲ τὰ ἔργα σου; Γιατί μὲ λὲς Διδὰσκαλό σου, χωρὶς νὰ εἶσαι μαθητής μου; Γιατί κακομεταχειρίζεσαι τὸ φίλημα, πού εἶναι ἐκδήλωση ἀγάπης; Γιατί ἔκαμες σύνθημα γιὰ τὴν προδοσία σου τὸ σύμβολο τῆς εἰρήνης;…Ξέρω ποιός σοῦ ἔδειξε τὸν δρόμο γιὰ τὸ δόλιο φίλημα. Ὁ διάβολός σοῦ ἔβαλε στὸ μυαλό σου νὰ νὰ μὲ φιλήσης μὲ τέτοιο τρόπο».

Φοβερὸ λοιπόν, ἀγαπητὲ φίλε ἀναγνώστα, τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας. Φοβερὸ καὶ ὀλέθριο ἀφοῦ κατώρθωσε, νὰ ἀποσπάση ἕναν ἀπὸ τοὺς μαθητᾶς ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ διδασκάλου καὶ νὰ τὸν ὁδηγήση στὴν ἀπώλεια. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸ θεωρεῖ «ρίζα πάντων των κακῶν» (Α΄Τιμ.6,10).
Πάθος, ποὺ σκοτίζει καὶ σκληρύνει τὴν ψυχὴ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μὴν διστάζει, νὰ διαπράττει τὰ στυγερότερα ἐγκλήματα. Πάθος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὅλοι κινδυνεύουμε. Καὶ ἃς μὴν πεῖ κανείς, πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ξαναγίνει ἕνας δεύτερος Ἰούδας, μιὰ ποὺ ὁ Χριστὸς τώρα πλέον βρίσκεται στοὺς Οὐρανοὺς καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ τὸν προδώσουμε, οὔτε νὰ τοῦ δώσουμε τῆς προδοσίας τὸ φίλημα.

Ὅπως λέγει ὁ μέγας ἅγιος της Ἐκκλησίας μας Μάξιμος ὁ ὁμολογητής, κάθε φορά ποὺ ἁμαρτάνομε μὲ τὴν θέλησή μας εἶναι, σὰν νὰ προδίδωμε τὸν Χριστό, ὅπως ὁ Ἰούδας. «Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνη χρησάμενον. Φεῦγε ἀκόρεστον ψυχήν, τὴν Διδασκάλω τοιαῦτα τολμήσασαν…», προειδοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸ ἐμπνευσμένο τροπάριο τοῦ ὄρθρου τῆς Μεγάλης Πέμπτης.
Ἡ πτῶσις τοῦ Ἰούδα μᾶς διδάσκει καὶ κάτι ἀκὸμη. Ὅτι κανένα ἐκκλησιαστικὸ ἀξίωμα, ὅσο μεγάλο καὶ ἂν εἶναι αὐτό, δὲν μᾶς ἑξασφαλίζει τὴν σωτηρία, ἐὰν δὲν προσέξωμε.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος ἔλεγε: «Ὁ δοκῶν ἐστάναι, βλεπέτω μὴ πέση» (Α΄Κορ.10,12). Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν ἰδέα, ὅτι στέκεται, ὅτι εἶναι ἑδραιωμένος στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ νομίζει, ὅτι δὲν διατρέχει κανέναν πνευματικὸ κίνδυνο πτώσεως, ἐκεῖνος ἃς προσέξει, μήπως πέση. Διότι ἡ αὐτοπεποίθηση, ποὺ ἔχει καλλιεργήσει μέσα του, θὰ ἀφαιρέση τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βρεθῆ στὸν κίνδυνο τῆς πτώσεως.
Ἡ Χάρις τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ νὰ εἶναι μαζί σας.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Περί τῆς εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως.

Περί τῆς εἰκόνος τῆς Ἀναστάσεως.





Τήν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τῆς Έγέρσεως τοῦ Κυρίου ἐκ τοῦ τάφου, προσκυνοῦμεν, ὡς ἰστοροῦσαν αὐτήν τήν Ζωηφόρον Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεχόμενοι τήν θέσιν τῆς  Ἐκκλη­σίας, ὅπως αὐτή ἐκφράζεται εἰς τό Ἱερόν Πηδάλιον τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου:
« Τό νά ζωγραφίζουν τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, ὄχι ἐκ τοῦ τάφου τόν Χριστόν ἐξερχόμενον, καί τούς στρατιώτας περί τόν τάφον ὄντας καί φυλάττοντας, καί τόν Ἄγγελον ἐπί τοῦ λίθου καθήμενον, καθώς λέγει τό Εὐαγγέλιον, ἀλλά ζωγραφίζοντες τόν μέν Χριστόν εἰς ἅδην καταβαίνοντα, τόν δέ Ἀδάμ καί τήν Εὔαν κρατουμένους ὑπό τῶν χειρῶν αὐτοῦ, καί τάς πύλας καί κλεῖθρα τοῦ ἅδου συντετριμμένα, καί δαίμονας πολλούς σκοτεινούς ἐκεῖσε ὅντας, καί πά­ντας τούς Προπάτορας καί Προφήτας· τά ὁποια δέν είναι εἰκών τῆς Ἀναστάσεως ἀλλά εἰκών τῆς εἰς ἅδην καταβάσεως τοῦ Κυρίου.
Ἀνάστασις δέ καί εἰς ἅδην κατάβασις μεγάλην ἔχουσι τήν διαφοράν.
Ἐν γάρ τῆ εἰς ἅδην καταβάσει, χωρι­σμένη ἦτο ἡ ψυχή τοῦ Σωτῆρος ἀπό τό σῶμα.  καί ἡ μέν ψυχή μόνη κατῆλθεν εἰς τόν ἅδην, τό δέ σῶμα ἔκειτο νεκρόν εἰς τόν τάφον.
Ἐν δέ τῆ Ἀναστάσει, ἡνώθη πάλιν ἡ ψυχή μετά τοῦ σώματος, καί τοῦτό ἐστιν ἡ Ἀνάστασις»
                               (Πηδάλιον Ἁγίου Νικοδήμου, ἔκδ. Ἀστέρος, σελ.321)




Ἡ τοῦ Κυρίου Ἀνάστασις σώματος ἀφθαρτισθέντος καί ψυχῆς ἕνωσις ἦν
                           (ταῦτα γάρ τά διαιρεθέντα)
                                                      (Ἰωάν.Δαμασκηνοῦ ΕΠΕ 1, 566)

Λόγος περὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως (Λόγος ΙΓ´)

Λόγος περὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως (Λόγος ΙΓ´)


Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἤδη τὸ Πάσχα, ἡ χαρμόσυνος ἡμέρα, ἡ πάσης εὐφροσύνης καὶ θυμηδίας, τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως κατὰ περίοδον τοῦ χρόνου παραγινομένης ἀεὶ μᾶλλον δὲ καθ᾿ ἑκάστην καὶ ἀεννάως γινομένης ἐν τοῖς εἰδόσι τὸ μυστήριον ταύτης, χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως (Πρβ. Λουκ. α´ 14) ἀφάτου ἐπλήρωσε τὰς καρδίας ἡμῶν, λύσασα ἐπὶ τὸ αὐτὸ τῆς πανσέπτου νηστείας τὸν κόπον ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, τελειώσασα καὶ ἅμα παρακαλέσασα ἡμῶν τὰς ψυχάς, διὸ καὶ πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ εὐχαριστίαν πάντας ὁμοῦ τοὺς πιστοὺς προσκαλεσαμένη, ὡς ὁρᾶτε, διῆλθεν. Εὐχαριστήσωμεν οὖν τῷ Κυρίῳ, τῷ διαβιβάσαντι ἡμᾶς τὸ πέλαγος (Πρβ. Σ. Σολ. ι´ 18) τῆς νηστείας καὶ εἰς τὸν λιμένα τῆς αὐτοῦ ἀναστάσεως ἀγαγόντι μετ᾿ εὐθυμίας ἡμᾶς· εὐχαριστήσωμεν αὐτῷ, οἵ τε καλῶς καὶ προθύμως μετὰ ζεούσης προθέσεως καὶ ἀγώνων τῆς ἀρετῆς τὸν δρόμον διανύσαντες τῆς νηστείας καὶ οἱ ἀσθενήσαντες περὶ ταῦτα δι᾿ ὀλιγωρίαν καὶ ψυχῆς ἀσθένειαν, ἐπειδή αὐτός ἐστιν ὁ καὶ τοῖς σπουδαίοις ὑπὲρ ἐκ περισσοῦ διδοὺς τοὺς στεφάνους καὶ τοὺς ἀξίους μισθοὺς τῶν ἔργων αὐτῶν, καὶ συγγνώμην αὖθις τοῖς ἀσθενεστέροις, ὡς ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος, ἀπονέμων. Ὁρᾷ γὰρ τὰς διαθέσεις ἡμῶν τῶν ψυχῶν καὶ τὰς προαιρέσεις μᾶλλον ἢ τοὺς κόπους τοῦ σώματος, δι᾿ ὧν γυμνάζομεν πρὸς ἀρετὴν ἑαυτούς, ἢ πλεῖον τὴν ἄσκησιν προθυμίᾳ ψυχῆς ἐπιτείνοντες ἢ ἔλαττον δι᾿ ἀσθένειαν σώματος ταύτην τῶν σπουδαίων ποιούμενοι, καὶ κατὰ τὰς προθέσεις ἡμῶν ἀντιμετρεῖ τὰ ἔπαθλα καὶ τὰ τοῦ Πνεύματος ἑκάστῳ χαρίσματα, ποιῶν ἢ περίφημον καὶ ἔνδοξον τῶν σπουδαίων τινὰ ἢ ἐὼν ταπεινόν ἔτι καὶ δεόμενον ἐπιπονωτέρας καθάρσεως.
Ἀλλὰ γὰρ ἴδωμεν, εἰ δοκεῖ, καὶ καλῶς ἐξετάσωμεν, τί τὸ μυστήριον τῆς τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἀναστάσεως, ὅπερ ἀεὶ τοῖς βουλομένοις ἡμῖν μυστικῶς γίνεται, καὶ πῶς ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός ὡς ἐν μνήματι θάπτεται καὶ πῶς ἑνούμενος ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς ἐξανίσταται, συνανιστῶν καὶ ἡμᾶς ἑαυτῷ. Ἐστι δὲ ὁ σκοπός τοῦ λόγου τοιοῦτος.
Ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἡμῶν, ἐπὶ σταυροῦ κρεμασθεὶς καὶ προσηλώσας (Πρβ Κολασ. β´ 14) ἐν αὐτῷ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου (Πρβ Ἰω, α´ 29), θανάτου γευσάμενος (Πρβ Ἑβρ. β´ 9), κατῆλθεν ἐν τοῖς κατωτάτοις τοῦ ᾅδου (Πρβ Ἐφ. Δ´ 9, Ψαλ. πε´ 13). Ὥσπερ οὖν ἐξ ᾅδου πάλιν ἀνελθὼν εἰς τὸ ἄχραντον ἑαυτοῦ σῶμα εἰσῆλθεν, οὗ κατελθὼν ἐκεῖσε οὐδαμῶς ἐχωρίσθη, καὶ εὐθὺς ἀνέστη ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ μετὰ ταῦτα ἀνῆλθεν εἰς οὐρανοὺς μετὰ δόξης πολλῆς καὶ δυνάμεως (Πρβ Ματθ. κδ´ 30, Λουκ. κα´ 27), οὕτω δὴ καὶ νῦν ἐξερχομένων ἡμῶν ἐκ τοῦ κόσμου καὶ εἰσερχομένων διὰ τῆς τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου ἐξομοιώσεως (Πρβ. Ρωμ. ς´ 5, Β´ Κορ. α´ 5, Φιλιπ. γ´ 10 κ.α.) ἐν τῷ τῆς μετανοίας καὶ ταπεινώσεως μνήματι, αὐτὸς ἐκεῖνος ἐξ οὐρανῶν κατερχόμενος, εἰσέρχεται ὡς ἐν τάφῳ ἐν τῷ ἡμῶν σώματι, καὶ ἑνούμενος ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς ἐξανιστᾷ νεκρὰς οὔσας ὁμολογουμένως αὐτάς, καὶ τηνικαῦτα βλέπειν ἐμπαρέχει τῷ οὕτως ἀναστάντι σύν τῷ Χριστῷ τὴν δόξαν τῆς μυστικῆς αὐτοῦ ἀναστάσεως. Ἀνάστασις οὖν Χριστοῦ ἡ ἡμετέρα ὑπάρχει ἀνάστασις, τῶν κάτω κειμένων. Ἐκεῖνος γὰρ μὴ πεσὼν εἰς ἁμαρτίαν ποτέ (Πρβ. Ἰω. η´ 46, Ἑβρ. Δ´ 15, ζ´ 26 κ.α.), καθὰ γέγραπται, μηδὲ ἀλλοιωθεὶς τῆς ἰδίας δόξης κἂν ὁπωσοῦν, πῶς ἀναστήσεταί ποτε ἢ δοξασθήσεται, ὁ ἀεὶ ὢν ὑπερδεδοξασμένος καὶ ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας (Ἐφ. α´ 21) διαμένων ὡσαύτως; Ἀνάστασις καὶ δόξα Χριστοῦ ἡ ἡμετέρα, καθάπερ εἴρηται, δόξα ὑπάρχει, ἡ διὰ τῆς ἐν ἡμῖν αὐτοῦ ἀναστάσεως γινομένη καὶ δεικνυμένη καὶ ὁρωμένη ἡμῖν. Ἅπαξ γὰρ οἰκειωσάμενος τὰ ἡμέτερα, ἃ ποιεῖν ἐν ἡμῖν αὐτός, ταῦτα ἑαυτῷ ἐπιγράφεται.
Ἀνάστασις δὲ ψυχῆς ἡ ἕνωσίς ἐστι τῆς ζωῆς· ὥσπερ γὰρ τὸ νεκρόν σῶμα, εἰ μὴ δέξεται ἐν ἑαυτῷ τὴν ζῶσαν ψυχὴν καὶ ἀμίκτως ταύτῃ μιγῇ, ζῆν οὐ λέγεται οὐδὲ δύναται, οὕτως οὐδὲ ψυχὴ μόνη ζῆν αὐτὴ καθ᾿ ἑαυτὴν δύναται, εἰ μὴ ἀρρήτως καὶ ἀσυγχύτως ἑνωθῇ Θεῷ, τῇ ὄντως αἰωνίᾳ ζωῇ (Πρβ Α´ Ἰω. ε´ 20). Πρὸ γὰρ τῆς ἐν γνώσει καὶ ὁράσει καὶ αἰσθήσει ἑνώσεως νεκρά ἐστιν, εἰ καὶ νοερὰ ὑπάρχει καὶ τῇ φύσει ἀθάνατος. Οὔτε γὰρ γνῶσις δίχα ὁράσεως, οὔτε ὅρασις δίχα αἰσθήσεως. Ἔστι δὲ τὸ λεγόμενον οὕτως· ὅρασις καὶ ἐν τῇ ὁράσει γνῶσις καὶ αἴσθησις (ἐν τοῖς πνευματικοῖς δὲ τοῦτό φημι, ἐν γὰρ τοῖς σωματικοῖς καὶ δίχα ὁράσεως αἴσθησις γίνεται). Οἷόν τι λέγω; Τυφλὸς εἰς λίθον τὸν πόδα κρούων αἰσθάνεται, ὁ δὲ νεκρός οὔ· ἐν τοῖς πνευματικοῖς δὲ εἰ μὴ εἰς θεωρίαν ἔλθῃ ὁ νοῦς τῶν ὑπὲρ ἔννοιαν, τῆς μυστικῆς ἐνεργείας οὐκ αἰσθάνεται. Ὁ οὖν πρὸ τῆς θεωρίας τῶν ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον καὶ ἔννοιαν ἐπαισθάνεσθαι λέγων ἐν τοῖς πνευματικοῖς, τῷ τὰς ὄψεις πηρῷ ἔοικεν, ὃς ἐν οἷς μὲν πάσχει ἀγαθοῖς ἢ κακοῖς ἐπαισθάνεται, ἀγνοεῖ δὲ τὰ ἐν χερσὶν ἢ ποσὶ καὶ τὰ παραίτια ζωῆς ἢ θανάτου τούτῳ γενόμενα· τὰ γὰρ ἐπερχόμενα αὐτῷ κακὰ ἢ ἀγαθὰ οὐδαμῶς ἐπαισθάνεται τῆς ὀπτικῆς ἐστερημένος δυνάμεως καὶ αἰσθήσεως, ὅθεν καὶ πολλάκις τὴν ῥάβδον ἐπάρας πρὸς τὴν τοῦ ἐχθροῦ ἄμυναν, ἀντ᾿ ἐκείνου ἔσθ᾿ ὅτε τὸν ἑαυτοῦ φίλον μᾶλλον ἐτύπτησε, τοῦ ἐχθροῦ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ἱσταμένου καὶ διαγελῶντος αὐτόν.
Ἀνάστασιν Χριστοῦ οἱ πλείονες μὲν τῶν ἀνθρώπων πιστεύουσιν, ὀλίγοι δὲ λίαν εἰσὶν οἱ καὶ ταύτην βλέποντες καθαρῶς, οἱ δέ γε μὴ θεασάμενοι οὐδὲ προσκυνεῖν δύνανται, ὡς ἅγιον καὶ Κύριον, τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν· «Οὐδεὶς γάρ, φησί, δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α´ Κορ. ιβ´ 3), καὶ ἀλλαχοῦ· «Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰω. δ´ 24). Οὐδὲ γὰρ λέγει τὸ ἱερώτατον λόγιον, ὃ καθ᾿ ἑκάστην ἐπὶ στόματος περιφέρομεν· Ἀνάστασιν Χριστοῦ πιστεύσαντες, ἀλλὰ τί; «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, τὸν μόνον ἀναμάρτητον». Πῶς οὖν προτρέπεται νῦν ἡμᾶς τὸ Πνεῦμα λέγειν τὸ Ἅγιον – ὡς αὐτὴν ἰδόντες, ἥνπερ οὐκ εἴδομεν· «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», ἅπαξ πρὸ χιλίων ἐτῶν ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ καὶ μηδὲ τότε τοῦτον ἀνιστάμενον ἰδόντος τινός; Ἆρα μὴ ψεύδεσθαι ἡμᾶς βούλεται ἡ θεία Γραφή; Ἄπαγε, ἀλλ᾿ ἀληθεύειν μᾶλλον παρεγγυᾷ, ὡς ἐν ἑνὶ ἑκάστῳ ἡμῶν τῶν πιστῶν ἐγγινομένης δηλονότι τῆς Χριστοῦ ἀναστάσεως καὶ τοῦτο οὐχ ἁπλῶς, ἀλλά καθ᾿ ὥραν, ὡς εἰπεῖν, αὐτοῦ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἐν ἡμῖν ἐξανισταμένου, λαμπροφοροῦντος καὶ ἀπαστράπτοντος τὰς τῆς ἀφθαρσίας καὶ Θεότητος ἀστραπάς. Ἡ φωτοφόρος γὰρ παρουσία τοῦ Πνεύματος τὴν ἀνάστασιν ἡμῖν, ὡς ἐν πρωΐᾳ (Πρβ Ἰω. κα´ 4) ὑποδεικνύει, μᾶλλον δὲ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν ἀναστάντα ὁρᾷν χαρίζεται. Διὸ καὶ λέγομεν· «Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν» (Ψαλ. ριζ´ 27), καὶ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ὑποσημαίνοντες παρουσίαν ἐπιφέροντες οὕτω λέγομεν· «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ψαλ. ριζ´ 26). Οἷς οὖν ἐπιφανῇ ὁ Χριστὸς ἐξαναστάς, πάντως πνευματικῶς αὐτοῖς τοῖς πνευματικοῖς ὄμμασι ὁρώμενος δείκνυται. Ὅταν γὰρ ἐν ἡμῖν διὰ τοῦ Πνεύματος γένηται, ἀνιστᾷ ἡμᾶς ἐκ νεκρῶν καὶ ζωοποιεῖ καὶ αὐτὸν ἐν ἡμῖν ὅλον ὁρᾷν ζῶντα δίδωσι, τὸν ἀθάνατον καὶ ἀνώλεθρον, οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ συνανιστῶντα (Πρβ. Ἐφ. β´ 6) καὶ συνδοξάζοντα (Πρβ. Ρωμ. η´ 17) ἡμᾶς ἑαυτῷ τρανῶς γινώσκειν χαρίζεται, καθώς πᾶσα θεία Γραφὴ μαρτυρεῖ.
Ταῦτα τοίνυν εἰσὶ τὰ τῶν χριστιανῶν θεῖα μυστήρια, αὕτη ἡ ἐγκεκρυμμένη τῆς πίστεως ἡμῶν δύναμις, ἣν οἱ ἄπιστοι ἢ δύσπιστοι ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἡμίπιστοι οὐχ ὁρῶσιν, οὔτε μὴν ἰδεῖν οὐδαμῶς δύνανται (Πρβ. Α´ Τιμ. ς´ 16). Ἄπιστοι δέ, δύσπιστοι καὶ ἡμίπιστοι, οὗτοί εἰσιν οἱ μὴ διά τῶν ἔργων τὴν πίστιν ἐπιδεικνύμενοι (Πρβ. Ἰακ. β´ 18). Ἔργων γὰρ δίχα καὶ οἱ δαίμονες πιστεύουσι (Πρβ. Ἰακ. β´ 19) καὶ Θεὸν εἶναι τὸν Δεσπότην ὁμολογοῦσι Χριστόν·
«Οἴδαμεν γὰρ σε (Πρβ. Μαρκ. α´ 24, Λουκ. δ´ 34), φασί, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ» (Πρβ. Ματθ. η´ 29 κ.α.), καὶ ἀλλαχοῦ· «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν»(Πραξ. ις´ 17). Ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε τοὺς δαίμονας οὔτε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἡ τοιαύτη πίστις ὠφελήσει. Οὐδὲ γὰρ τῆς πίστεως ταύτης ὄφελος, νεκρὰ γὰρ ἐστι κατὰ τὸν θεῖον ἀπόστολον· «Ἡ πίστις γὰρ, φησί, δίχα τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν» (Ἰακ. β´ 26), ὥσπερ καὶ τὰ ἔργα δίχα πίστεως. Νεκρὰ δὲ πῶς; Ὅτι τὸν ζωογονοῦντα Θεὸν (Πρβ. Α´ Τιμ. ς´ 13) οὐκ ἔχει ἐν ἑαυτῇ, ὅτι τὸν εἰπόντα· «Ὁ ἀγαπῶν με τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσει (Πρβ. Ἰω. ιδ´ 21, 23), καὶ ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιησόμεθα» (Ἰω. ιδ´ 23) οὐκ ἐκτήσατο ἐν ἑαυτῇ, ἵνα τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ ἐξαναστήσῃ τὸν κεκτημένον αὐτὴν ἐκ νεκρῶν καὶ ζωοποιήσῃ αὐτὸν καὶ τὸν ἀναστάντα ἐν αὐτῷ καὶ αὐτὸν ἀναστήσαντα κατιδεῖν χαρίσηται. Νεκρὰ οὖν ἐστιν ἡ τοιαύτη πίστις τούτου γε ἕνεκα, μᾶλλον δὲ νεκροὶ οἱ ταύτην χωρὶς τῶν ἔργων κεκτημένοι εἰσίν. Ἡ γὰρ πίστις, ἡ εἰς Θεόν, ἀεὶ ζῇ καὶ ζῶσα ζωοποιεῖ τοὺς ἐκ προθέσεως ἀγαθῆς προσερχομένους καὶ ὑποδεχομένους αὐτήν, ἥτις καὶ πρὸ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν πολλοὺς ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν ἀνήγαγε καὶ τὸν Χριστὸν καὶ Θεὸν ὑπέδειξε. Καὶ ἔμελλον ἄν, εἰ ἐνέμειναν ταῖς αὐτοῦ ἐντολαῖς καὶ ταύτας μέχρι θανάτου (Πρβ. Φιλιπ. β´ 8) ἐφύλαξαν, διαφυλαχθῆναι καὶ αὐτοὶ ὑπ᾿ αὐτῶν – οἷοι δηλονότι γεγόνασιν ὑπὸ μόνης τῆς πίστεως· ἐπεὶ δὲ μετεστράφησαν ὡς τόξον στρεβλὸν (Ψαλ. οζ´ 57) καὶ ταῖς προτέραις αὐτῶν περιεπάρησαν πράξεσιν, εἰκότως εὐθὺς καὶ περὶ τὴν πίστιν εὑρέθησαν ναυαγήσαντες (Α´ Τιμ. α´ 19) καὶ τοῦ ἀληθινοῦ πλούτου, ὅς ἐστι Χριστὸς ὁ Θεός, ἑαυτοὺς δυστυχῶς ἀπεστέρησαν. Ὅπερ ἵνα μὴ πάθωμεν καὶ ἡμεῖς, τηρήσωμεν, ἀξιῶ, τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ ὅση δύναμις, ἵνα καὶ τῶν παρόντων καὶ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, λέγω δὴ αὐτῆς τῆς τοῦ Χριστοῦ θέας, ἐπαπολαύσωμεν, ἧς Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου… Η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου… Η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.






Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Μακαρίου Γρινιεζάκη.

«Ἰδοῦ καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδοῦ καιρός μετανοίας».
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εἶναι περίοδος μεταμόρφωσης. Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται καθημερινά «τόν καλόν ἀγώνα», πού ἀποβλέπει στήν ἀλλαγή, στήν ὁλοκληρωτική πνευματική ἀλλοίωση τῶν αἰσθήσεων, τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν ἀναγκῶν καί τῆς σάρκας. Μέσα ἀπό μιά θαυμάσια, ἄνετη, εἰρηνική, μυσταγωγική καί προσευχητική διαδικασία ὅλα μεταμορφώνονται κατά τήν περιόδο αὐτή. Γι᾽ αὐτό ὁ καιρός τοῦ κατανυκτικοῦ Τριωδίου, «καιρός εὐπρόσδεκτος καιρός μετανοίας», εἶναι ξεχωριστός, γίνεται γιά ὅλους μας «ὁ εὐλογημένος καιρός» μέσα στήν τραγικότητα τῆς ἱστορίας μας, ἀφοῦ ἀναζητοῦμε τό ἄλλο, τό διαφορετικό ἀπό αὐτό πού ἐπαγγέλεται ὁ κόσμος, ἀφοῦ καλλούμαστε νά  χορτάσουμε πνευματικά, ἐνῶ θά πεινοῦμε σωματικά, ἀφοῦ αἰσθανόμαστε τό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκουσίως πορεύεται πρός τή σταύρωση, ἀφοῦ τέλος, προσπαθοῦμε νά γίνουμε κοινωνοί τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς ὡραιότητας Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας. Μιᾶς ὡραιότητας μοναδικῆς καί ἀνεπανάληπτης πού βιώνεται μόνο ὅταν ὑπάρχει τό πνεῦμα καί τό ἦθος τῆς Σαρακοστῆς, τό ὁποῖο μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ὡς «πόθος ψυχῆς δρυμίς καί ἀφόρητος» γιά τό Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας μας Ἰησοῦ Χριστό.
Ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου πού ἐπανειλημμένα θά ἀκούγεται τήν περίοδο αὐτή χαρακτηρίζεται ὡς ἡ προσευχή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, γιατί ἀκριβῶς συνοψίζει ὅλο τό πνεῦμα καί τό ἦθος αὐτῆς τῆς περιόδου, πού εἶναι ἀσκητικό καί προσευχητικό[1].
Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή καθίσταται στάδιο ἀγώνα προσωπικοῦ καί ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ ἀποτελεῖ ἕνα κανόνα ἐλέγχου, ἕνα μέτρο ἀξιολόγησης τοῦ προσωπικοῦ μας ἀγώνα, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει στό νά μᾶς ἀπελευθερώσει ἀπό κάποιες βασικές πνευματικές ἀσθένειες, πού διαμορφώνουν τή ζωή μας καί μᾶς κάνουν πραγματικά ἀνίσχυρους, ἐνῶ προσδοκᾶ νά μᾶς ὁδηγήσει στή μετάνοια, στήν ἐλευθερία, στήν ἐμπειρία τῶν ἀρετῶν, πού θά μεταμορφώσουν τελικά τή χριστιανική μας ζωή τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό, ἀλλά καί τόν σύμπαντα κόσμο[2].
Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου.
Ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ξεκινᾶ μέ μιά ἐπίκληση στό Θεό, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ πονεμένου καί ταλαιπωρημένου ἀνθρώπου: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου». Μέ αὐτή τήν ἐπίκληση ἤ ἄν θέλετε μέ αὐτή τήν ἐσωτερική κραυγή συντριβῆς καί ἀγωνίας ὁ ἄνθρωπος δηλώνει τή μηδαμηνότητά του, καταθέτει ἐνώπιον τοῦ «Κυρίου καί Δεσπότου» τῆς ζωῆς του ὅτι αἰσθάνεται τήν ἁμαρτωλότητά του καί τήν ἀδυναμία του, ἐνῶ ἐμμέσως πλήν σαφῶς ἀναγνωρίζει τόν ἑαυτό του ὡς δούλο ἔναντι τοῦ Κυρίου του. Ἔτσι ὁ Χριστός γιά τόν προσευχόμενο δέν καθίσταται ἁπλᾶ καί μόνο ἕνας Θεός ἤ ἕνας σπουδαῖος ἄνθρωπος πού πέρασε ἀπό τήν ἱστορία τοῦ κόσμου ἤ ἀκόμη ἕνας μεγάλος φιλόσοφος, ὁ ὁποῖος πραγματοποίησε τεράστιες κοινωνικές τομές καί μεταρρυθμίσεις, ἀλλά ὁ Χριστός γίνεται ὁ «Κύριος καί Δεσπότης τῆς ζωῆς του». Ἀπό τήν ἀρχή, ἑπομένως, τῆς προσευχῆς αὐτῆς δίδεται τό στίγμα τοῦ προσευχομένου ἀνθρώπου, ὅτι ἀφενός ἀνήκει στήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός τόν ὁποῖο ἐπικαλεῖτε, καί ἀφετέρου ὅτι ἀποδέχετε τήν κυριότητα τοῦ Χριστοῦ στή ζωή του ἀποκαλύπτοντας διά τῆς ἐπικλήσεως αὐτῆς τήν πίστη καί τήν ἀφοσίωση στή θεότητά Του[3].
Ἡ ἀποδοχή τοῦ Χριστοῦ ὡς «Κυρίου καί Δεσπότου τῆς ζωῆς μας» ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιά ὅλους μας κυρίως ὅμως γι᾽ αὐτούς οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας τήν τάση τῆς αὐτονομίας καί αὐτοειδωλοποιήσεως, πολλές φορές χωρίζουν τήν ζωή τους ἀπό τό Θεό, ἀπομονώνονται καί ἀπομακρύνονται, γεγονός πού δηλώνει ὅτι κατ᾽ οὐσίαν δέν Τόν ἀναγνωρίζουν ὡς «Κύριο καί Δεσπότη τῆς ζωῆς τους». Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἔχοντας τή ροπή τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, τολμᾶ μέ θράσσος μέσα στήν καθημερινότητά του, νά αὐτοανακηρύσσεται Θεός γιά νά ἔχει ἔτσι τήν δυνατότητα νά γνωρίσει τά πάντα καί νά γευτεῖ ὅλους τούς καρπούς, δίχως ἀναστολές καί ἠθικούς ἐνδοιασμούς, ἀφοῦ «χωρίς Θεό ὅλα ἐπιτρέπονται».
Δέν χρειάζεται βέβαια πολύς χρόνος γιά νά διαπιστώσει κανείς ὅτι αὐτή ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τό Θεό καί ἡ προσωπική αὐτονόμηση ὄχι μόνο δέν προσφέρει στόν ἄνθρωπο χαρά καί ἐσωτερική πληρότητα ἀλλά καταθλιπτικά περιορίζει καί συνθλίψει τή ζωή του. Γι᾽ αὐτό ὁ αὐτονομημένος καί ἐγωιστής ἄνθρωπος, ὁ αὐτοθεούμενος καί αὐτολατρευόμενος καταντᾶ νά ζεῖ ἀνελεύθερα. Οἱ ἀπολαύσεις του γίνονται πόνος. Οἱ ἠδονές του καταλήγουν σέ ὀδύνες. Οἱ χαρές του εἶναι ἄγευστες. Ἡ ζωή του ὅλη εἶναι μιά κατάθλιψη χωρίς νόημα καί ἐνθουσιασμό.
Μέ ἄνεση κατανοοῦνται οἱ παραπάνω ἀλήθειες ἐάν προχωρήσουμε στά λόγια τῆς εὐχῆς τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, τά ὁποῖα μᾶς παρουσιάζουν ἕνα σύμπλεγμα παθῶν, ἀρνητικῶν στοιχείων τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πού ἀπομακρύνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ὁδό τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν ἐργασία τῶν ἀρετῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σημειώνει, ἐπικαλούμενος τόν «Κύριο καί Δεσπότη τῆς ζωῆς του», ὁ ὅσιος πατήρ: «Πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς», δηλαδή μή μοῦ δώσεις Κύριε πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας.
Ὅπως εὔκολα διαπιστώνουμε τά πάθη αὐτά: ἡ ἀργία, ἡ περιέργεια, ἡ φιλαρχία, καί ἡ ἀργολογία, εἶναι πάθη τῆς καρδιᾶς καί ὄχι τοῦ σώματος. Κι αὐτό πρέπει νά τό προσέξουμε ἰδιαίτερα, ἀποδεχόμενοι ὅτι τό κείμενο τῆς Εὐχῆς τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, καθώς καί ὁλόκληρη ἡ παράδοση τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, δέν δίνει πρωτεύουσα σημασία στά ἁμαρτήματα τῆς σάρκας, ὅπως λανθασμένα νομίζουμε, ἀλλά στά ἁμαρτήματα τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς. Ἐκεῖ δίδονται οἱ λεπτές πνευματικές μάχες καί ἀπό τή διάκριση αὐτή ἐξαρτᾶται τό δράμα τῆς ἀπώλειάς μας ἤ ἡ ὀμορφιά τῆς σωτηρίας μας[4].
Πνεῦμα ἀργίας…. μή μοι δῷς.
Ἡ πρώτη πρός ἀποφυγή πνευματική ἀσθένεια πού παρουσιάζεται εἶναι ἡ ἀργία, ἡ ὁποία ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ πηγή κάθε κακίας καί ἡ θύρα ἀπό τήν ὁποία μπαίνουν οἱ δαίμονες στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Γι᾽ αὐτό ἐν ἐπιγνώσει παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μήν μᾶς δώσει πνεῦμα ἀργίας, πού αὐτόματα σημαίνει ὅτι δέν ἐπιθυμοῦμε νά γίνομε ἄπρακτοι, ὀκνηροί, νωθροί, ἀδρανεῖς ἤ ἀδιάφοροι[5].
Ἡ ἀργία, ὅπως καί κάθε πνευματικό παράπτωμα, μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τό Θεό, κυρίως ὅμως συνιστᾶ μιά βασική ἄρνηση τῆς κλήσεώς μας καί ἀπόρριψη τῆς εὐθύνης μας νά διακονήσουμε ὡς συνδημιουργοί τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσίν Του. Ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος, ἐπί τῇ βάσει τῶν προδιαγραφῶν του, δημιουργεῖ καί ἐργάζεται ὅπως τόν Δημιουργό Θεό. Ὁ χριστιανός δέν ζεῖ ἀπλά μέσα στή δημιουργία, ἀλλά ἐργάζεται γι᾽ αὐτήν, τή φροντίζει καί ἔχει ἀναλάβει τήν διαχείρησή της, μιά εὐθύνη ἀρκετά ὑψηλή καί ἐπίπονη, παράλληλα ὅμως καί τιμητική ἐφόσον κανένα ἄλλο δημιούργημα δέν ἔχει αὐτό τό ἰδιαίτερο χάρισμα.
Μέ αὐτά τά δεδομένα ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι κάθε παθητικότητα καί ἀδράνεια, κάθε μορφῆς ἀργία καί ἀδιαφορία εἶναι φαινόμενα ξένα πρός τό πνεῦμα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀλλά καί πρός τό ἦθος τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας. Ὁ χριστιανός ὀφείλει νά καταθέτει καθημερινά τήν μαρτυρία του, πού πρέπει νά εἶναι μαρτυρία δυναμική, ἔμπρακτη, δημιουργική, συμμετοχική στό δημιουργικό ἔργο τοῦ Θεοῦ. Πόσο δυσάρεστο εἶναι τό γεγονός νά ἐπιτρέπουμε ἤ νά ἀποδεχόμαστε ὡς πρόσωπα ἀλλά καί ὡς κοινωνία ἡ ἀργία νά γίνεται τρόπος ζωῆς. Ὡς πρόσωπα, δυστυχῶς, δέν ἐπιθυμοῦμε νά ἐργαζόμαστε, δέν χαιρόμαστε τή δουλειά, δέν ἔχουμε τόν πόθο νά μετέχουμε στήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί στήν ζωή τοῦ πλησίον. Κι αὐτό συμβαίνει σέ τέτοια βαθμό ὥστε τό μεγάλο ἀστικό πρόβλημα πού παρουσιάζεται σήμερα εἶναι τό τί θά κάνουμε τίς ἐλεύθερες ὥρες μας, γεγονός πού δηλώνει ὅτι ταυτίζουμε τή ζωή μας μέ τήν ξεκούραση, τήν ἀργία καί τήν ἀπόλαυση[6].
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ἡ καταναλωτική κοινωνία μας ἔχει τήν τάση νά μειώνει τήν ἐργασία, νά αὐξάνει τήν ἀπόλαυση, νά ἐξαφανίζει σχεδόν τήν δημιουργηκότητα τοῦ ἀνθρώπου καί τό χειρότερο νά μεταποιεῖ τίς ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας σέ ἀργίες, πού λειτουργοῦν ὡς εὐκαιρίες ξεκούρασης, ἐκτόνοσης, διασκέδασης καί ἀπόλαυσης. Ἔτσι μέ πολλή λύπη διαπιστώνουμε ὅτι ἡ Κυριακή καί σχεδόν ὅλες οἱ ἐκκλησιαστικές ἑορτές γιά πολλούς ἀπό τούς συνανθρώπους μας ἔχουν χάσει τό σκοπό καί τό νοημά τους, ἀφοῦ ἀργούμε ἀλλά δέν ἑορτάζουμε, ξεκουραζόμαστε σωματικά ἀλλά ἀσθενούμε πνευματικά. Καί βέβαια ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἑορτάζει ἀλλά δέν ἀργεῖ γιατί ἡ ἀργία εἶναι σημεῖο ἀπομόνωσης, ἐγωισμοῦ καί ἐσωστρέφειας ἐνῶ ἡ ἑορτή εἶναι κοινωνία μέ τή χαρά τοῦ Θεοῦ, τή χαρά τῶν Ἁγίων καί τῆς Ἐκκλησίας[7].
Πνεῦμα περιεργείας…. μή μοι δῷς.
Ἡ ἀργία ὡς ἀπραξία ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ στήν περιέργεια. Ἤδη ἀπό τά ἀποστολικά χρόνια ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καυτηριάζει τήν περίπτωση τῶν γυναικῶν ἐκείνων πού εἶχαν περιέργεια σημειώνοντας ὅτι «καί ἀργαί…. οὐ μόνον δέ ἀργαί, ἀλλά καί φλύαροι καί περίεργοι, λαλοῦσαι τά μή δέοντα»[8]. Εἶναι σαφές καί μόνο ἀπό τούς λόγους τοῦ Ἀποστόλου ὅτι ἡ περιέργεια εἶναι ἕνα πάθος πού ἐκφράζει τήν ἐσωτερική ἀκαταστασία καί ἀταξία αὐτοῦ πού τό ἔχει. Γιατί ὁ περίεργος εἶναι συνεχῶς συγχυσμένος, ἀνήσυχος καί ταραγμένος. Διακατέχεται ἀπό ἐπιπολαιότητα, ἀταξία, ἀνευθυνότητα, παραμονή στήν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων καί τῶν καταστάσεων. Ὁ περίεργος χάνει τήν προσοχή του, διασπᾶ καί ἐκδαπανᾶ τό νοῦ καί τήν καρδιά του σέ ἀλλότρια καί μή σπουδαῖα πράγματα, μέ ἀποτέλεσμα νά χάνει τήν πορεία του πρός τόν οὐρανό, νά ἐκτροχιάζεται ἀπό τό δρόμο τοῦ Εὐαγγελίου, νά ματαιοπονεῖ, καί νά ἐγκλωβίζει τήν καρδιά του σέ ἀνούσια καί ἀνώφελα θέματα[9].
Πέραν τοῦτων ὅμως ἡ περιέργεια δηλώνει ὅτι ὡς ἄνθρωποι δέν ἔχουμε γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας, γι᾽ αὐτό μέ ἄνεση ἐγκαταλείπουμε τά δικά μας θέματα, τά προβλήματά μας, τά πάθη μας καί τίς ἁμαρτίες μας, τίς ὑποχρεώσεις μας καί τίς ἐργασίες μας καί μέ τρόπο αὐθάδη καί κυνικό εἰσερχόμαστε στή ζωή τῶν ἄλλων. Ἔτσι, τό πάθος αὐτό τῆς ψυχῆς μᾶς αἰχμαλωτίζει στόν πειρασμό τῆς κρίσεως καί τῆς κατακρίσεως, τοῦ χλευασμοῦ καί τῆς γελειοποιήσεως τῶν ἄλλων, ἀφοῦ δέν ἐργαζόμαστε γιά τούς ἄλλους, ἀλλά περιεργαζόμαστε τούς ἄλλους[10].
Πνεῦμα φιλαρχίας…. μή μοι δῷς.
Τό νά ἐγκαταλείπει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά ἀσχολεῖται μέ ἀλλοτρια πράγματα εἶναι καθαρά δεῖγμα ἐγωισμοῦ. Γιά τό λόγο αὐτό τό ἐπόμενο πάθος πού παρακαλοῦμε τόν «Κύριο καί Δεσπότη τῆς ζωῆς μας» νά ἀπαλλαγοῦμε εἶναι ἡ φιλαρχία. «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας μή μοι δῷς».
Ἡ φιλαρχία εἶναι ἡ οἴηση, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ φιλοδοξία γιά ἀρχηγία, ἡ δίψα γιά ἐξουσία καί ἡ ἀγωνία γιά καταδυνάστευση. Πρόκειται γιά ἕνα πάθος πού κυριεύει τόν ἄνθρωπο ὅταν αὐτός χάσει τήν αὐτογνωσία του καί τήν κυριαρχία πάνω στόν ἑαυτό του. Μάλιστα ἡ φιλαρχία συνιστᾶ τό ἀποτέλεσμα τῶν δύο παθῶν πού ἀναφέρθηκαν προηγουμένως: τῆς ἀργίας καί τῆς περιεργείας, γιατί οἱ ἀργοί καί οἱ περίεργοι ἐπιθυμοῦν νά καλύψουν τήν ἔνδειά τους καί τά ἐσωτερικά τους κενά μέ τό νά θέλουν νά γίνουν φίλαρχοι. Αἰχμαλωτίζονται σέ μιά ζωή πού φθείρεται στήν ἀργία καί τήν ὀκνηρία, ἐνῶ παράλληλα ἐγκλωβίζονται στήν περιέργειά τους γιά τά θέματα τῶν ἄλλων κι αὐτή ἡ νοσηρή κατάσταση ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ στήν ἀπομόνωση, στήν εὐτέλεια, στήν ὑπερηφάνεια, στόν ἐγωισμό, στήν φιλαυτία καί στήν φιλαρχία[11].
Ἡ ἀργία, ἡ περιέργεια καί ἡ φιλαρχία κλονίζουν τή σχέση μας μέ τό Θεό καί τόν πλησίον. Κι ὅταν αὐτή ἡ σχέση διαστρέφεται «τότε ἀναγκαστικά ὠθούμαστε νά ἀναζητήσουμε ἀντιστάθμισμα σέ μιά ριζικά λανθασμένη στάση ἀπέναντι στά πρόσωπα τῶν ἄλλων καί στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ ζωή μας χωρίς Θεό ἤ δίχως ἄφθαρτα ἀγαθά, ἐκ τῶν πραγμάτων θά γίνει ἐγωιστική καί ἐγωκεντρική καί αὐτό σημαίνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι θά πρέπει νά γίνονται τά μέσα γιά τή δική μας αὐτοϊκανοποίηση ἤ φιλοδοξία. Ἄν ὁ Θεός δέν εἶναι ὁ Κύριος καί Δεσπότης τῆς ζωῆς μας, τότε τό ἐγώ μας εἶναι αὐτό πού θά γίνει ὁ Κύριος καί Δεσπότης τῆς ζωῆς μας, τό ἀπόλυτο κέντρο τοῦ κόσμου μας, τό μοναδικό μέτρο ὅλων τῶν πραγμάτων, μέ βάση τίς δικές μας ἀνάγκες, ἰδέες, ἐπιθυμίες καί κρίσεις. Ἔτσι ἡ ἐπιθυμία τῆς φιλαρχίας γίνεται ἡ βασική μας ἁμαρτία στίς σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους, ἀφοῦ συνήθως ἀπαιτοῦμε τήν ὑποταγή τῶν ἄλλων σέ μας»[12].
Ὡστόσο, ἡ φιλαρχία συνιστᾶ τελείως διαφορετική ἔννοια ἀπό αὐτήν τῆς ἀρχῆς. Ἡ φιλαρχία εἶναι ἡ νοθευμένη καί διεστραμμένη μορφή τῆς ἀρχῆς. Γιατί ἡ ἀρχή εἶναι χάρισμα πού προέρχεται ἀπό τήν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Κατά τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία τό νά ἄρχουμε εἶναι διακονία, εἶναι θυσία εἶναι προσφορά καί εὐλογία. Ὁ ἄρχων χαίρεται τούς καρπούς τοῦ πόνου καί τῆς θυσίας καί ὄχι τή δόξα τοῦ ἀξιώματός του, ἐνῶ ἐπιδιώκει τή φροντίδα καί τή μέριμνα γιά ὅλους τούς ἄλλους ἀγνοώντας τήν δική του ἀπόλαυση, ἄνεση καί ξεκούραση[13]. Γι᾽ αὐτό πολύ σοφά θά σημειώσει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός: «Οὐκ ἔστι κακόν τό ἄρχειν, ἀλλ᾽ ἡ φιλαρχία, οὐδέ ἡ δόξα ἀλλ᾽ ἡ φιλοδοξία καί χείρων ταύτης κενοδοξία»[14].
Πνεῦμα ἀργολογίας…. μή μοι δῷς.
Τό τελευταῖο πνευματικό ἐμπόδιο πού ἀναφέρεται στήν εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου εἶναι ἡ ἀργολογία. Καί ἀναφέρεται στό τέλος τῶν πρός ἀποφυγήν παθῶν ὄχι διότι εἶναι ὑποδεέστερο τῶν ἄλλων ἀλλά ἀκριβῶς διότι ἡ ἀργολογία εἶναι τό πιό διαδεδομένο πνευματικό νόσημα τῶν ἀνρθώπων, ἀκόμη καί τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας.
«Ἀργολογία σημαίνει νά φλυαροῦμε ὑπέρμετρα ἤ ἀπεριόριστα, νά ἐκστομίζουμε λέξεις πού δέν εἶναι λόγοι καρδιᾶς, νά λέμε λόγους κενούς, μάταιους, μωρούς, εὐτράπελους, κατακριτικούς, ἄσαρκους καί ἀνεύθυνους, χωρίς ἐπίγνωση καί σεβασμό στόν ἄνθρωπο καί τή ζωή του. Ὁ λόγος ἀσφαλῶς εἶναι ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά θεῖα χαρίσματα τοῦ ἀνθρώπου, πού μπορεῖ ὅμως νά διαστραφεῖ καί νά μεταστραφεῖ σέ τρομακτικό κίνδυνο, σέ ὅπλο καταστροφικό, ἀφοῦ μπορεῖ νά γίνει συκοφαντία, κατάκριση, ὕβρη, βλασφημία, αἵρεση κι ἔτσι νά ὁδηγήσει στήν πτώση καί τήν καταδίκη τόν ἄνθρωπο. Ὁ λόγος ὅταν δέν χωρίζεται ἀπό τήν θεία καταγωγή καί τό θεῖο σκοπό του εἶναι λόγος παρακλήσεως, ἐπικλήσεως, ἱκεσίας, δοξολογίας καί εὐχαριστίας, ὅταν ὅμως χωριστεῖ ἀπό τό Θεό τότε μπορεῖ νά καταντήσει λόγος ἀργός καί νά γίνει ἀκριβῶς ἀργολογία»[15].
Οἱ πατέρες τῆς Ἐκλκησίας μας καί κυρίως οἱ πατέρες τῆς ἀσκήσεως ὄχι μόνο δέν ἀγαπούσαν τήν ἀργολογία ἀλλά ἀντιθέτως χρησιμοποιούσαν τόν λόγο ὅταν αὐτό πού ἐπρόκειτο νά ποῦν ἦταν πιό πολύτιμο ἀπό τή σιωπή. Γι᾽ αὐτό ἐκείνο πού ἐκφράζει τήν ὀρθόδοξη παράδοση δέν εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν λόγων ἀλλά ἡ διδασκαλία τῶν ἔργων, δηλαδή ἡ μαρτυρία τῆς ζωῆς μας τήν ὁποία τόσο ἔχει ἀνάγκη ἡ σημερινή κοινωνία μας.
Ἡ παράκληση πού ἀπευθύνουμε στό Θεό: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς» προσβλέπει στό νά μᾶς εἰσαγάγει στήν ἐμπειρία καί στό βίωμα τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι στή θεωρία καί στό στεγνό συναίσθημα, πού δέν ἀναζωογονοῦν τήν ψυχή καί δέν μεταμορφώνοῦν τόν ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτό στή συνέχεια τῆς εὐχῆς παρακαλοῦμε τό Θεό, τόν «Κύριο καί Δεσπότης καί Βασιλέα τῆς ζωῆς μας», νά μᾶς χαρίζει «πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης», στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιά τήν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου.
Πνεῦμα σωφροσύνης… χάρησαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ἡ πρώτη ἀπό αὐτές τίς ἀρετές πού προτείνεται εἶναι ἡ σωφροσύνη που σημαίνει «νά ἔχει κανείς σῶο φρόνημα, σεμνότητα, κοσμιότητα, νηφαλιότητα, σοφία, ἐγκράτεια, ἀκεραιότητα, ἁγνότητα ψυχῆς καί σώματος. Ἡ σωφροσύνη εἶναι τό ἀντίδοτο τῆς ἀλογίας, τῆς παραφροσύνης, τῆς ἀθεΐας, τῆς ἀκολασίας, τῆς ρυπαρότητας καί τῆς ἀθλιότητας, μέ τά ὁποῖα εἶναι πλήρης ὁ οἶκος τοῦ ἄφρονος ἀνθρώπου καί δι᾽ αὐτοῦ πλήρης ὁ οἶκος τῆς ἀλόγου κοινωνίας μας»[16].
Ὁ σημερινός κόσμος φαίνεται νά ἀπεχθάνεται τήν σωφροσύνη, γι᾽ αὐτό ἐπιδιώκει μόνο τήν ἄνεση, ἐπικροτεῖ τόν πολιτισμό τῶν ἀπολαύσεων, τῆς εὐμάρειας καί τῆς εὐημερίας, ἐπιδιώκει σκανδαλωδῶς τίς ἠδονές τῆς σάρκας καί ἀνέχεται τήν διαστροφή τοῦ καταναλωτισμοῦ. Λείπει παντελῶς ἀπό τόν κόσμο μας ἡ ἐγκράτεια, ἡ νηστεία, τό μέτρο, δηλαδή ἡ σωφροσύνη. Γι᾽ αὐτό ὁ ἄνθρωπος καλεῖται διά τῆς ἐπικλήσεως: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου χάρισαί μοι τῷ δούλῳ πνεῦμα σωφροσύνης», πού σημαίνει ὅτι «καλεῖται νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό ἀκάθαρτους καί αἰσχρούς λογισμούς, ἀπό σαρκικές ἐπιθυμίες καί ἡδονές, ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος, ἀπό κάθε ἀπρεπές βλέμμα καί ἄτακτο γέλιο, ἀπό κάθε ἀκολασία καί ἀφροσύνη καρδιακή». Καί τονίζεται ἰδιαίτερα ἡ ἀποχή ἀπό κάθε ἀκολασία καί ἀφροσύνη καρδιακή διότι ὅπως προαναφέρθηκε ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔχει νά κάνει μέ τήν καλλιέργεια τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Ἐξάλλου, σωφροσύνη δέν εἶναι μόνο ἡ ἀποχή ἀπό τήν πορνεία καί τά σαρκικά ἁμαρτήματα, ἀλλά ἡ ἀποχή ὅλων τῶν κακῶν ἐπιθυμιῶν καί παθῶν, ὅπως εἶναι ἡ φιλοχρηματία, ἡ φιλαργυρία, ἡ πλεονεξία, ἡ ἐσωστρέφεια καί γενικά ὅλα τά πάθη πού μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τό Θεό καί μειώνουν τήν ἀγάπη μας γιά τόν πλησίον[17].
Πνεῦμα ταπεινοφροσύνης… χάρησαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Γιά νά ὑπάρξει σωσφροσύνη πρέπει ἀπαραίτητα νά ὑπάρχει ὡς βάση ἡ ταπεινοφροσύνη καί ἀντίθετα δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ταπεινοφροσύνη δίχως τήν προϋπόθεση τῆς σωφροσύνης. Εἶναι δύο ἀρετές ἀλληλένδετες καί ἄμεσα συνδεδεμένες ὅπως τό φῶς μέ τή θερμότητα. Ὅπου ὑπάρχει φῶς ὑπάρχει καί θερμότητα καί ὅπου ὑπάρχει θερμότητα ὑπάρχει καί φῶς.
Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ δεύτερη στή σειρά τῶν ἀρετῶν πού ἐπικαλούμαστε διά τῆς εὐχῆς τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ: «Πνεῦμα δέ σωφροσύνης καί ταπεινοφροσύνης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ». Πρόκειται γιά τό ἀντίθετο τῆς ὑπερηφανείας, τῆς ἀλαζονείας, τῆς ἐπάρσεως, τῆς οἰήσεως, τῆς κενοδοξίας, τῆς αὐτοδικαιώσεως, τοῦ ἑωσφορικοῦ ἐγωισμοῦ. Ἡ ταπεινοφροσύνη ταυτίζεται μέ τήν ἐπίγνωση τοῦ ἑαυτοῦ μας, μέ τό αἴσθημα τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, μέ τό ταπεινό φρόνημα, πού ἐκφράζεται καί συνοδεύεται ἀπό συντριβή καί μετάνοια γιά τά λάθη καί τίς ἁμαρτίες μας[18].
Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ ἀρετή πού προσελκύει τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἀφοῦ «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν»[19]. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μέ σαφήνεια μᾶς διδάσκουν ὅτι ταπεινοφροσύνη δέν εἶναι ἁπλῶς καί μόνο ἡ κακουχία τοῦ σώματος, τήν ὁποία μπορεῖ νά ἔχουν κάποιοι ἀλλά παράλληλα νά μήν εἶναι ταπεινοί. Ταπεινοφροσύνη δέν ἔχει κάποιος ὅταν ἀπό ἀνάγκη ἤ ἀπό συμφέρον ταπεινώνεται, ἀκόμη δέν εἶναι ταπεινοφροσύνη τό νά μεμψημιρεῖ κανείς μέ τόν ἑαυτό του νομίζοντας ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, ἐνῶ τήν ἴδια στιγμή ἐπιμένει νά εἶναι ἀμετανόητος γιά τίς ἁμαρτίες του καί τά λάθη του. Καί βέβαια ταπεινοφροσύνη δέν εἶναι ἡ ταπεινοσχημία, δηλαδή τό νά ὑποδύεται κανείς τήν ταπείνωση. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι φρόνημα καρδιακό, πού σημαίνει ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τίς ἀρετές του καί τά χαρίσματά του καί τά ἀνάγει στό Θεό παράλληλα ὅμως ἀντιλαβμάνεται τίς ἀδυναμίες του καί τά λάθη του τά ὁποῖα δίχως καμιά δυσκολία ἀποδίδει στόν ἑαυτό του[20].
Πνεῦμα ὑπομονῆς… χάρησαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Καρπός τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι ἡ ὑπομονή γιατί ἄν δέν ἔχεις ταπεινοφροσύνη δέν μπορεῖς νά ὑπομείνεις, νά μείνεις ἀτάραχος καί σταθερός, νά ἐλέγχξεις τίς δυνάμεις σου ἀλλά καί τίς ἀδυναμίες σου. Ὁ ὑπομένων εἶναι αὐτός πού καρτερικά ἀφήνεται στό Θεό καί ἀναμένει νά ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ γιά νά ἐκπληρωθεῖ τό θέλημά Του, πού εἶναι πρός τό συμφέρον τῆς ψυχῆς του. Κι ἡ ὥρα αὐτή τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά καθυστερήσει καί νά χρειαστεῖ πολλή ὑπομονή.
Μέ ἄνεση κατανοεῖται αὐτή ἡ μεγάλη ἀλήθεια ἄν μάλιστα θυμηθοῦμε τήν περίπτωση τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδᾶ, ὁ ὁποῖος γιά τριανταοκτώ ὁλόκληρα χρόνια ὑπέμεινε τό σταυρό τῆς δοκιμασίας του. Ὅμως μετά ἀπό τόσα χρόνια ὑπομονῆς ἔφτασε ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου παρακαλεῖ τόν «Κύριο καί Δεσπότη τῆς ζωῆς μας» νά μᾶς χαρίσει, μετά ἀπό τήν σωφροσύνη καί τήν ταπεινοφροσύνη, τήν ὑπομονή. Γιατί ἡ ὑπομονή εἶναι ἡ δύναμη πού θά βοηθήσει τόν καθένα ἀπό μᾶς νά ἀναμένει καρτερικά τήν ὥρα τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία μπορεῖ νά εἶναι μετά ἀπό τριανταοκτώ χρόνια ὅπως συναίβει στόν Παράλυτο, μπορεῖ νά εἶναι αὔριο, μπορεῖ νά εἶναι τώρα, ἀλλά μπορεῖ νά εἶναι καί πέντα λεπτά πρίν σφραγίσουμε τά μάτια μας σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο[21].
Ἐξάλλου ὅλοι γνωρίζουν ἀπό προσωπική ἐμπερία ὅτι ἡ ὑπομονή δοκιμάζεται στίς δύσκολες περιστάσεις τῆς ζωῆς, στίς ἀσθένειες, στόν καρκίνο, στίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες, σέ κάθε στιγμή πού καλούμαστε νά σηκώσουμε τό σταυρό μας καί νά ἀκολουθήσουμε τό δρόμο τοῦ Θεοῦ πού εἶναι σταυρικός, στενός, ἐνδεχομένως τεθλιμένος καί σίγουρα ὄχι ἄνετος.
Πνεῦμα ἀγάπης… χάρησαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ἡ ὑπομονή οἰκοδομεῖ. Εἶναι στοιχεῖο καλῆς ἐπικοινωνίας, συμβάλει στήν προαγωγή τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων κυρίως ὅμως ἐνισχύει τό σύνδεσμο τῆς ἀγάπης. Οἱ ἀρετές γιά τίς ὁποίες ἤδη ἀναφερθήκαμε κορυφώνονται καί τελειώνονται μέ τήν ἀγάπη πού εἶναι ἡ τελευταία στήν ἐπίκληση τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ. «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ». Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Χωρίς αὐτήν ὁ ἀγώνας μας εἶναι ἀτελής, δέν ἐπιφέρει καρπούς πνευματικούς.
Ἡ ἀγάπη εἶναι τό τελευταῖο χάρισμα πού ζητᾶ ὁ πιστός ἀλλά οὐσιαστικά ἐπειδή αὐτή ἀποτελεῖ τό ἐπιστέγασμα τῶν ἀρετῶν ἔρχεται στό τέλος γιά νά κατανοήσουμε προσευχητικά ὅτι ὅλες οἱ ἀρετές εἶναι χριστιανικές καί καρποφόρες ἀνάλογα μέ τό βαθμό πού μετέχουν καί ἐκφράζουν τήν ἀγάπη.
Κύριο γνώρισμά της εἶναι ἡ ἄνευ ὅρων θυσία τοῦ ἑνός γιά τόν ἄλλο. Θυσία σέ τέτοιο βαθμό πού μόνο ὁ θάνατος μπορεῖ νά περιορίσει. Ἀκόμη καί τό πρόσωπο τοῦ ἐχθροῦ πρέπει νά ἀγαπήσουμε, ἀφοῦ ὁ ἀγαπών ἄνθρωπος παραιτήται ἀπό κάθε δικαίωμα καί κάθε διεκδίκηση καί ἀξίωση γιά τόν ἑαυτό του. Στήν ἀσκητική φιλοσοφία ἡ διεκδίκηση τοῦ δικαιώματος μᾶς χωρίζει ἀπό τό Θεό καί μᾶς ἐγκλωβίζει στόν ἑαυτό μας γιατί ἀποτελεῖ ἔκφραση ἐγωισμοῦ. Καί βέβαια εὔκολα ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὁ κόσμος πού διεκδικεῖ μετά μανίας τά λεγόμενα ἀνθρώπινα δικαιώματα, στό βάθος ἀγωνίζεται γιά τήν ἀνισότητα. Ἔτσι παρατηροῦμε ὅτι οἱ ἰσχυροί τῆς Γῆς σήμερα μιλοῦν γιά ἰσότητα, εὐημερία καί εἰρήνη ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη ἀνέχονται ἤ στή χειρότερη περίπτωση οἱ ἴδιοι δημιουργοῦν τήν ἔνδοια, τήν φτώχεια, τήν πείνα, τό ρατσισμό, τήν σπατάλη, τόν πόλεμο, τόν καπιταλισμό καί τόν πλουτισμό. Μιλοῦν γιά ἀνθρώπινα δικαιώματα ἀλλά προσπαθοῦν νά ἐπιβάλλουν τή δικαιοσύνη μέ τή θυσία τῶν ἄλλων ἀλλά ὄχι τή δική τους.
Τίποτε δέν ὑπάρχει στήν Ἐκκλησία καί στή Θεολογία πού νά μήν πηγάζει ἀπό τήν ἀγάπη. Ὁ Θεός κυρίως καί πρωτίστως εἶναι ἀγάπη[22]. Ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ δηλώνει τήν κενωτική Του ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο. Ὁ σταυρός εἶναι δεῖγμα θυσιαστικῆς ἀγάπης. Ἡ ὕπαρξη καί ἡ σύσταση τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι δεῖγμα προνοητικῆς ἀγάπης. Ἡ κάθοδος τοῦ Παναγίου Πνεύματος δηλώνει τήν χαρισματική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο καί στόν ἄνθρωπο.
Ἐμεῖς ἁγιαζόμαστε καί σωζόμαστε κατά χάριν μόνο ὅταν μετέχουμε στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία πρέπει νά τονίσουμε δέν συνιστᾶ ἕνα ἰδίωμα ἤ μιά ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἀλλά τό Εἶναι Του. Γι᾽ αὐτό ἡ Εὐαγγελική ἀγάπη συνίσταται στό νά δίνεις κυρίως τόν ἑαυτό σου στόν ἄλλο. «Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν»[23] σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί προσθέτει παρακάτω ὅτι «μείζονα ταύτης οὐδείς ἔχει, ἵνα τίς τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ»[24]. Ἡ ἀγάπη δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει στήν ἀπομόνωση ἀλλά προϋποθέτει τόν ἄλλο, τόν πλησίον. Κι ὅποιος ἀγαπᾶ προσλαμβάνει τόν πλησίον, ἐνστερνίζεται τή ζωή του καί δίνει αὐτό πού εἶναι καί ὄχι αὐτό πού ἔχει[25].
Δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου.
Γιά νά ἀποκτήσει κάποιος τήν ἀγάπη πρέπει νά ἀρχίσει νά βλέπει τόν ἑαυτό του εἰς βάθος καί νά σταματήσει νά ἀσχολεῖται μέ τούς ἄλλους. «Ναί Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου» εἶναι τό τελευταίο μέρος τῶν ἱκεσιῶν πρός τό Θεό τῆς προσευχῆς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ ἀναφορά αὐτή εἶναι μία ἔμεση νύξη γιά μετάνοια καί συγχώρηση. Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο τό γεγονός ὅτι ἡ εὐχή τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ, ἀκούγεται γιά πρώτη φορά στόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό, τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς, πού εἶναι γνωστή σέ ὅλους τούς χριστιανιούς ὡς ἡ Κυριακή τῆς συγχώρησης.
Εἶναι σαφές ὅτι ἡ στροφή στόν ἑαυτό μας ἡ ὁποία πραγματοποιείται μέ τήν ὅραση τῶν ἐμῶν πταισμάτων, ἀποτελεῖ τήν ἀρχή τῆς σωτηρίας, γιατί βλέποντας τόν πραγματικό μας ἑαυτό πού εἶναι ἁμαρτωλός, γεμάτος πάθη καί ἀδυναμίες, συνειδητοποιοῦμε ὅτι τό μόνο πού μπορεῖ νά μᾶς σώσει εἶναι τό ἔλεος καί ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ἁγνοεῖ τά δικά του σφάλματα εἶναι τυφλός πνευματικά. Ὁποιος κατακρίνει τόν ἀδελφό του σημαίνει πως βλέπει μόνο τά σφάλματα τοῦ πλησίον καί ὄχι τά δικά του καί ἑπομένως ἔχει φρόνημα φαρισαϊκό. Ἀκόμη κι ἄν διαπιστώνουμε λάθη καί ἀδυναμίες στόν ἄλλο, δέν πρέπει νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας ὅτι ὁ πλησίον δέν εἶναι ὁ ἄγνωστος, ὁ ξένος, ὁ ἐχθρός, ὁ ἀντίδικος ἀλλά ὁ ἀδελφός μας, ὁ φίλος μας. Εἶναι ἡ χαρά μας. Ὁ πλησίον εἶναι τό μέσο γιά νά δοῦμε τό Θεό καί νά γευτοῦμε τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου. Ἡ κρίση καί ἡ κατάκριση ἐκφράζουν ἑωσφορικό ἐγωισμό καί ἐσωτερική ἀκαταστασία. Εἶναι δεῖγμα αὐθάδειας καί ἐλειψης σεβασμοῦ πρός τό Δημιουργό, ἀφοῦ ἐμεῖς ἐπιχειροῦμε νά οἰκειοποιηθοῦμε τό ἔργο τῆς κρίσεως πού ἀνήκει στό Θεό, ἕνα ἔργο τό ὁποῖο γίνεται ἐγκληματικό ὅταν περιορίζεται στά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης δικαιοσύνης. Γιατί ὁ Θεός εἶναι μέν κριτής, ἀλλα στήν κρίση Του ὑπερισχύει ἡ ἀγαθότητα καί ὄχι ἡ δικαιοσύνη[26].
Κατά συνέπεια τό βάρος σύμφωνα μέ τόν συγγραφέα τῆς εὐχῆς πέφτει στό νά βλέπουμε τά δικά μας πταίσματα καί ὄχι τοῦ πλησίον πού εἶναι ὁ ἀδελφός μας. Πρωταρχικό καί ἐπείγον εἶναι νά ἀποκτήσουμε ἐπίγνωση καί αὐτομεμψία, νά ἀποκτήσουμε τήν εὐλογημένη ἀρετή τοῦ αὐτοελέγχου τῶν ἀδυναμιῶν καί ἁμαρτιῶν μας. Εἶναι σωτήριο νά μήν κατακρίνουμε. Ἀκόμη καί ἄν μέ τά ἴδια μας τά μάτια δοῦμε κάποιον νά ἁμαρτάνει ἄς μήν τον καταδικάσουμε ἀλλά ἄς καλύψουμε στοργικά καί σιωπηλά τό σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ μας. Εἶναι χαρακτηριστική ἐν προκειμένῳ ἡ ἀναφορά τοῦ Γεροντικοῦ: «Ἔλεγον περί τοῦ Ἀββᾶ Μακαρίου ὅτι γέγονε θεός ἐπίγειος, ὅτι ὥσπερ ἐστίν ὁ Θεός σκεπάζειν τόν κόσμον, οὕτω γέγονεν ὁ Ἀββᾶς Μακάριος, σκεπάζειν τά ἐλαττώματα, ἅ ἔβλεπεν ὡς μή βλέπων καί ἅ ἤκουεν ὡς μή ἀκούων».
Ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἡ προσευχή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς θά ἀκούγεται καθημερινά στούς Ὀρθόδοξους ναούς μας πολλοί δέ ἀπό μας θά τήν ψελλίζουν μέ τό στόμα καί θά τήν αἰσθάνονται μέ τήν καρδιᾶ τους. Ἡ εὐχή αὐτή ἐκφράζει τό ἀσκητικό φρόνημα πού πρέπει νά ἔχουμε αὐτή τήν περίοδο καί περικλείει τό ὀρθόδοξο ἦθος τῆς Ἐκκλησίας μας. Θά πορευθοῦμε μέχρι τή Ἀνάσταση ἔχοντας συντροφιά αὐτή τήν εὐχή καί καθημερινά θά παρακαλοῦμε τό Θεό νά μᾶς ἐλεήσει μέ τήν ἀπαλλαγή τῶν παθῶν καί νά μᾶς εὐλογήσει μέ τή δωρεά τῶν ἀρετῶν.
Ἡ εὐχή ὁλοκληρώνεται μέ τήν προσφορά τῆς εὐχαριστίας πρός τόν Θεό: «ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Καί εἶναι σά νά λέει ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ: μετά τήν ἱκεσία μου νά ἀπαλλαγῶ ἀπό τά πάθη τῆς ἀργίας, τῆς περιεργείας, τῆς φιλαρχίας καί τῆς ἀργολογίας, μετά ἀπό τή θερμή μου παράκληση νά βιώσω τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου με σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, ὑπομονή καί ἀγάπη, καί ὅταν τελικά καταφέρω νά ἔλθω εἰς ἑαυτόν καί ἀρχίσω νά βλέπω τά ἐμά πταίσματα δίχως νά κατακρίνω τόν ἀδελφό μου, τότε θά εἶμαι ἔτοιμος ἐν εὐγνωμοσύνῃ πολλῇ νά εὐχαριστήσω καί νά δοξολογήσω τό Θεό λέγοντας «ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Κύριος καί Δεσπότης καί Βασιλεύς τῆς ζωῆς μας, εἶναι ὅμως καί «ὁ εὐλογητός τῶν αἰώνων». Κι αὐτό εἶναι σημαντικό διότι γιά νά φτάσει κάποιος νά χαρακτηρίζει ἔτσι τό Θεό σημαίνει ὅτι ἔχει ἀρχίσει τήν πνευματική του ἐργασία καί πορεύεται σταυρωαναστάσιμα, μετανοόντας γιά τά πλήθη τῶν πεπραγμένων του δεινῶν. Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ εὐχή ἀρχίζει ἀλλά καί τελειώνει μέ τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι καί ὁ κάθε πιστός ἀρχίζει τήν ἐν ἐπιγνώσει πορεία του πρός τό Θεό, μέ τό Θεό, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς βεβαιότητας καί ἐλπίδα γιά τή σωτηρία του.
Τόν Θεό φωνάζουμε, Αὐτόν ποθοῦμε, ἐπιθυμοῦμε νά μᾶς ἀποκαλυφθεῖ, προσβλέπουμε νά γίνει ὁ ἐλευθερωτής μας, παρακαλοῦμε νά πλουτίσει τή φτώχεια μας καί νά μᾶς γεμίσει μέ χαρά ἀνεξάντλητη, ὅπως εἶναι ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως, γιατί Αὐτός εἶναι «ὁ εὐλογητός εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Ἀμήν.
[1] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», Ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἔκδοση 1η, Ἀθήνα, Μάρτιος 1988, σελ. 43.
[2] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 44.
[3] Δομπραράκη Γεωργίου Πρωτοπρεσβυτέρου,  «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου….», Ἐκδόσεις Ἀρχονταρίκι, Γ´ Ἔκδοση, Νέα Σμύρνη 2005, σελ. 11.
[4] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 53.
[5] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 54.
[6] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 57.
[7] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 58.
[8] Β´ Τιμ. 5, 13.
[9] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 59.
[10] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 60.
[11] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 61.
[12] Σμέμαν π. Ἀλεξάνδρου. Βλέπε και: Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 62.
[13] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 62.
[14] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 63.
[15] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 63.
[16] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 72.
[17] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 75.
[18] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 76.
[19] Α´  Πέτρου 5, 5.
[20] Δομπραράκη Γεωργίου Πρωτοπρεσβυτέρου,  «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου….», ὅπ. π., σελ. 41.
[21] Νικολάου Μητροπολίτου Μεσογαίας κάι Λαυρεωτικῆς, Ἐκεῖ πού δέν φαίνεται ὁ Θεός, Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, Γ´ Ἔκδοση, 2010, σελ. 29.
[22] Α´ Ἰωάν. 4, 16.
[24] Ἰωάν. 15, 12-13.
[25] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 87.
[26] Καρδαμάκη π. Μιχαήλ, «Κεφάλαια Κατανυκτικά», ὅπ. π., σελ. 90.